Προλειαίνεται το έδαφος για νέο “Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας”;

Γράφει η Κρινιώ Καλογερίδου

Μια ταραχή την πήραν. Δεν μπορεί να κρυφτεί αυτή. Και είμαστε ακόμα στην αρχή. Για τους δημοσιογράφους των κυβερνητικών Μέσων, λέω, που ανακλαδίστηκαν στη θέση τους αλλάζοντας πόδι και, στην προσπάθειά τους να παραστήσουν τους ψύχραιμους, επιστράτευσαν διεθνολόγους για να οικτίρουν την Τουρκία.

Και όλα αυτά ενώ είναι ηλίου φαεινότερο ότι αντεπιτίθενται ”αμυνόμενοι”. ”Αμυνόμενοι” λόγω δικής μας υποχώρησης στην Εξωτερική πολιτική μας. Η εικόνα ημών και των ΗΠΑ στα ελληνοτουρκικά, μετά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βίλνιους που έφερε το ”ΝΑΙ” του Ταγίπ Ερντογάν στη είσοδο της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ, άλλαξε δια μιας. Είναι φανερό.

Η διπλωματική ευλυγισία του Τούρκου Προέδρου βγήκε και πάλι νικήτρια, κι ας λένε τα κυβερνητικά μέσα ότι έφυγε με άδεια χέρια. Δώσαμε γη και ύδωρ στους Αμερικανούς για να σιγουρέψουμε τη συμμαχία μαζί τους, αλλά αυτοί ”μας την έκαναν” για τα μάτια του, αφού συναίνεσαν αναθεωρητικά στις αλλαγές που ζητούσε για τα Στενά και μετέτρεψαν μια χώρα (την Κύπρο) σε χώρο συντεταγμένων στους χάρτες του ΝΑΤΟ.

Πέραν αυτών, στο ζήτημα του χρονίζοντος τουρκικού αιτήματος για αγορά 40 νέων μαχητικών F16 Viper και τον εκσυγχρονισμό άλλων 80 παλαιοτέρων του ιδίου τύπου, οι ΗΠΑ είπαν τελικά ”ΝΑΙ” στον άπιστο φίλο τους (που παριστάνει τον μεταμελημένο), ενώ έπεισαν την Ελλάδα να λειτουργήσει… ”ομοσπονδιακά” με την Τουρκία.

Έτσι ερμηνεύω τουλάχιστον την κυβερνητική αποδοχή της πρότασης για ”νέες βάσεις στα ελληνοτουρκικά” δια της σύγκλισης κοινού υπουργικού συμβουλίου Ελλάδας-Τουρκίας το Φθινόπωρο στη Θεσσαλονίκη (βλ. ”Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας”) με θέματα προς συζήτηση – ενδεχομένως – τις διαφορές Ελλάδας-Τουρκίας οι οποίες θα περιλαμβάνονται στο συνυποσχετικό πριν τη Χάγη.

Εκεί που είναι διατεθειμένη η Ελλάδα να πάει (”με αποκλειστικό θέμα τον ορισμό υφαλοκρηπίδας-ΑΟΖ”), έστω και με υποχωρήσεις, αρκεί να δεχθεί η Τουρκία να καθίσει μαζί της στο Τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Ήδη τη διευκολύναμε προκαταβολικά να το κάνει με την υιοθέτηση της θέσης της ότι το ζήτημα οριοθέτησης των θαλάσσιων ζωνών είναι γεωπολιτικό και όχι νομικό, Άρα δεν απαιτούνται οι κανόνες Διεθνούς Δικαίου για να λυθεί, δεδομένου ότι η Τουρκία δεν έχει ψηφίσει τη Σύμβαση των ΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS, 1982, Μοντέγκο Μπέι-Τζαμάικα).

Και έτσι όμως είναι αμφίβολο αν θα δεχθεί να προσφύγει από κοινού μαζί μας η εξ Ανατολών γείτων χώρα, γιατί δεν είναι διατεθειμένη να κάνει υποχωρήσεις στις βασικές διεκδικήσεις της, με πρώτη αυτήν της ”συνεκμετάλλευσης” του Αιγαίου και πρόσχημα την ανύπαρκτη ελληνική επήρεια στο Καστελόριζο λόγω της ημιτελούς ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας.

Δεν είναι διατεθειμένη ουσιαστικά να ματαιώσει τη στρατηγική της ”Γαλάζιας Πατρίδας” της, αφού στη Χάγη θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει το τουρκολιβυκό μνημόνιο που τη στηρίζει και, μαζί μ’ αυτό, τα νεο-οθωμανικά όνειρα του Ταγίπ Ερντογάν για αναθεώρηση των ελληνοτουρκικών συνόρων και επέκταση προς Δυσμάς της επικράτειας της Τουρκίας.

Η Τουρκία δεν είναι Ελλάδα στο θέμα των ”κόκκινων γραμμών” της. Έτσι η καλύτερη λύση γι’ αυτήν θα ήταν ένα Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας που θα την κρατούσε ”ήσυχη” βραχυπρόθεσμα αφήνοντάς την να εξυφαίνει προοπτικές για το μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο μέλλον.

Σύμφωνο που θα έχει κορμό τις ελληνικές υποχωρήσεις, το γκρέμισμα των ”κόκκινων γραμμών” του Ελληνισμού τις οποίες λογαριάζει αλλιώς ο λαός μας από τις κυβερνήσεις του, αφού έχει εγκολπωθεί σθεναρά τα τέσσερα ΟΧΙ της αυτοπροστασίας του:

ΟΧΙ στην αναγνώριση ”τουρκικής” μειονότητας στη Θράκη (και κατ’ επέκταση στα Δωδεκάνησα) • ΟΧΙ στην αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου • ΟΧΙ στη ”συνεκμετάλλευση” με τους Τούρκους (βλ. διχοτόμηση) του ενεργειακού πλούτου του • ΟΧΙ στη διχοτόμηση της Κύπρου.

Κατά τα άλλα, μέρες που είναι, γιορτάζουμε ”επετειακά” (εδώ και 49 χρόνια) το ξεθωριασμένο απ’ τον χρόνο ”ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ” μας, που κουβαλάει νεκρούς, αγνοούμενους και 200.000 Έλληνες πρόσφυγες της βόρειας Κύπρου, μετά την τουρκική εισβολή του ”Αττίλα”. Εισβολή η οποία τείνει να ξεχαστεί στο βωμό του casus belli και της προσπάθειας επανέναρξης σε ”νέα βάση” των συνομιλιών μας με την Τουρκία.

Βάση που δεν θα στηρίζεται, δυστυχώς, σε δική μας εθνική αναγέννηση η οποία θα καταλήξει σε διεθνή εκστρατεία για αντιμετώπιση του τουρκικού επεκτατισμού ως εγκλήματος. Εγκλήματος που μένει ατιμώρητο, αν και παραβιάζει εξακολουθητικά το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Αυτά θεωρούνται… δονκιχωτικά, πλέον, καθώς ο ρεαλισμός της (κατευναστικής) Εξωτερικής πολιτικής άλλα επιτάσσει. Και αυτό το ”άλλα” μπορεί να φτάσει ως την νομιμοποίηση διχοτομικών τετελεσμένων σε Αιγαίο (”συνεκμετάλλευση”) και Κύπρο (προσάρτηση Κατεχομένων στην Τουρκία), αν η ελληνική κοινωνία δεν αφυπνιστεί.

Αν συνεχίσει να βρίσκεται σε κατάσταση εθνικής πλαδαρότητας (με τις ευλογίες των ΗΠΑ) τείνοντας να χωνέψει τη λογική της ”Γαλάζιας Πατρίδας”. Γιατί αυτός ο κίνδυνος είναι υπαρκτός, όσο το casus belli λειτουργεί ως φόβητρο παρεμπόδισης στην περίπτωση που επεκτείνουμε τα ελληνικά χωρικά ύδατα (ΕΧΥ) από 6 στα 12 μίλια ή ενεργοποιήσουμε επιχειρησιακά το ΔΕΑΧ για διασφάλιση της άμυνας της Κύπρου.

Το πόσο υπαρκτός είναι αποδείχθηκε για πολλοστή φορά προ ημερών, όταν ο εκπρόσωπος του κυβερνώντος ΑΚΡ στην Τουρκία Ομέρ Τσελίκ (βλέποντας ότι ο Μητσοτάκης δεν τόλμησε να φέρει προς συζήτηση στον Ερντογάν το θέμα των παρεμβάσεων του Τουρκικού Προξενείου Κομοτηνής όπως το είχε υποσχεθεί προεκλογικά) επανέφερε την επιθετική ρητορική στο προσκήνιο.

Και την επανέφερε κάνοντας ευθεία αναφορά στην αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου, την ”τουρκική” μειονότητα και την αμερικανική βάση της Αλεξανδρούπολης, ενώ κατηγόρησε το Ελληνικό Λιμενικό ότι τρυπά βάρκες και σκοτώνει μετανάστες.

Αυτά απέχουν μακράν, φυσικά, των συμφιλιωτικών προθέσεων της Εξωτερικής πολιτικής μας, η οποία — στην νέα της εκδοχή — εκπέμπει σήματα ΓΑΠ περί ”ελληνοτουρκικής φιλίας”. Σήματα που δεν αποκλείεται (με αφορμή τη συνεδρίαση του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας το Φθινόπωρο στη Θεσσαλονίκη) να καταλήξουν σε νέο ”Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας”, όπως προείπα, κατά τα πρότυπα εκείνου μεταξύ Βενιζέλου-Κεμάλ.

Του ”Συμφώνου” που υπογράφηκε το 1930 και θεωρήθηκε κορωνίδα της ελληνικής ρεαλιστικής πολιτικής, η οποία επισφράγιζε μια δική μας τεράστια ήττα: την ήττα του Ελληνικού Στρατού στην Μικρά Ασία (Μικρασιατική Καταστροφή, 1922).

Το 2023 όμως δεν είναι 1930, για να προλειαίνεται το έδαφος (ενδεχομένως) με στόχο την υπογραφή ”Συμφώνου Φιλίας” με την Τουρκία, όπου η μόνη υποχώρηση εκ μέρους της θα είναι η άρση του casus belli (που δεν της κοστίζει σε κυριαρχία) με αντάλλαγμα δικές μας ενδεχομένως πολλαπλάσιες υποχωρήσεις επί των κεκτημένων μας.

Υποχωρήσεις οι οποίες θα αποκλείουν το δικαίωμα επέκτασης των ΕΧΥ στα 12 νμ • θα περιορίζουν το εύρος του FIR Αθηνών από 10 σε 6 νμ • θα αποδεχθούν την αποστρατιωτικοποίηση ελληνικών νησιών και το δικαίωμά τους σε ΑΟΖ • θα συναινούν στην αμφισβήτηση της κυριότητας νησίδων ή βραχονησίδων και θα συζητούν την αναγνώριση ”τουρκικής” μειονότητας στη Θράκη και τη διχοτόμηση ως λύση στο Κυπριακό.

Η διευθέτηση όμως των ελληνοτουρκικών διαφορών, με προαπαιτούμενες δικές μας υποχωρήσεις σε ένα ή περισσότερα από τα παραπάνω κεκτημένα του Ελληνισμού σε Ελλάδα και Κύπρο, δεν είναι αυτό που προσδοκά ο λαός σαν δείγμα νέας ορμής της νεοεκλεγείσας κυβέρνησης.

Της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, η οποία οφείλει να θυμάται ότι θα είμαστε εκ των προτέρων χαμένοι στα εθνικά θέματα αν δεν αντιμετωπίσουμε από θέση ισχύος το διεκδικητικό θράσος και τον αναθεωρητισμό της Τουρκίας…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.