Χρύσανθος Τάσσης: Η πολιτική ανανέωση κινδυνεύει να εξαντληθεί σε εναλλαγές προσώπων και σχημάτων
Συνέντευξη του Χρύσανθου Τάσση στον Κωνσταντίνο Μανίκα και τον Αλέξανδρο Κριτσικη.
Χρύσανθος Τάσσης: Αναπληρωτής Καθηγητής με αντικείμενο Πολιτική Κοινωνιολογία και Ελληνικό Πολιτικό Σύστημα στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο της Θράκης, Επισκέπτης Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Shippensburg στην Pennsylvania των ΗΠΑ.
Δύο νέα κόμματα κάνουν την εμφάνισή τους. Ένα ακόμη φαινόμενο των καιρών ή πλησιάζει μια ουσιαστική υπέρβαση της μεταπολίτευσης;
Η μεταπολίτευση ή καλύτερα η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία δεν αποτελεί απλώς ένα χρονικό διάστημα· Αντίθετα, είναι ένα συγκεκριμένο μοντέλο κοινωνικής και πολιτικής εκπροσώπησης που βασίστηκε στο πνεύμα του Πολυτεχνείου με βασικά χαρακτηριστικά το δημοκρατικό και φιλελεύθερο κεκτημένο, την μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων αλλά και της εξάρτησης της χώρας μέσω της λαϊκής συμμετοχής σε κόμματα νέου τύπου (μαζών) για πρώτη φορά στο ελληνικό κομματικό σύστημα. Η συγκεκριμένη θέσμιση έχει αδυνατίσει ήδη από τη δεκαετία του 1990 όπου κυριαρχούν οι πολιτικές των ιδιωτικοποιήσεων, η τεχνοκρατική διάσταση της πολιτικής, η έμφαση στην ατομική ευθύνη, η αποφασιστική επιρροή των ιδιωτικών ΜΜΕ στη διαμόρφωση της πολιτικής ατζέντας και της παραγωγής του πολιτικού προσωπικού. Έτσι η κρίση της πολιτικής ως κρίση εκπροσώπησης προϋπάρχει της οικονομικής κρίσης. Χαρακτηριστικές είναι οι διασπάσεις από τη δεκαετία του 1990 τόσο στο ΠΑΣΟΚ όσο και στη ΝΔ με τις περιπτώσεις του Δημοκρατικού Κοινωνικού Κινήματος (ΔΗ.Κ.ΚΙ) και της Πολιτικής Άνοιξης (ΠΟΛ.ΑΝ) αντίστοιχα που κατάφεραν να έχουν αξιόλογη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση σε μια περίοδο έντονου δικομματισμού. Η οικονομική κρίση το 2010 και οι πολιτικές των Μνημονίων οδήγησαν στην ουσιαστική κατάρρευση του δικομματικού κομματικού συστήματος όπως είχε δομηθεί από τις εκλογές του 1977 (Δύο μεγάλα κόμματα ΠΑΣΟΚ και ΝΔ και ένα μικρότερο (ΚΚΕ) σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους) και την εκλογική και πολιτική κατάρρευση του κυρίαρχου κόμματος της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας του ΠΑΣΟΚ στις διπλές εκλογές του 2012. Η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτική έκφραση των κοινωνικών στρωμάτων που από-ευθυγραμμίζονταν από το ΠΑΣΟΚ οδήγησε σε μια δημοκρατική εναλλακτική και φάνηκε ικανή για να παγιώσει έναν νέο δικομματισμό. Ωστόσο, η εκλογική κυριαρχία της ΝΔ και η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να πολιτικοποιήσει την κοινωνία, φάνηκε να οδηγεί σε ένα κομματικό σύστημα με κυρίαρχο κόμμα τη ΝΔ με πιθανότητα να κερδίσει τρίτη συνεχομένη εκλογική τετραετία. Οι αντιφάσεις της πολιτικής (υποκλοπές/παρακολουθήσεις, παράκαμψη του Συντάγματος για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ, εργαλειακή χρήση της Δικαιοσύνης) που δοκιμάζουν την κοινωνία και το Κράτος Δικαίου, παράλληλα με την αύξηση των ανισοτήτων και τη μονοδιάστατη εξωτερική πολιτική, αποτελούν το υπόστρωμα για μια κατακερματισμένη, φοβική και δύσπιστη στάση απέναντι στους θεσμούς και στην πολιτική, κοινωνία.
Στο πλαίσιο αυτό, η εμφάνιση των δύο νέων κομμάτων δεν συνιστά αυτομάτως πολιτικό γεγονός ιστορικής τομής. Είναι καταρχάς μια προσπάθεια κυβερνησιμότητας καθώς τόσο ο κ. Τσίπρας ήταν πρωθυπουργός, ενώ η κα Καρυστιανού εκπροσωπεί μια νέα κίνηση που προέκυψε από την τραγωδία των Τεμπών και διεκδικεί την εκλογική δυναμική. Αν βέβαια από κυβερνητική εναλλαγή θα μετασχηματιστούν σε συλλογικότητες, φορείς εκπροσώπησης κοινωνικών αιτημάτων με συγκεκριμένη ιδεολογία και οργανωτική δομή που θα εκπροσωπήσουν το συγκεκριμένο καταμερισμό της εργασίας που υπάρχει στην Ελλάδα, μένει να φανεί. Επίσης, κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν εμφανίζονται νέα κόμματα, αλλά σε ποια κοινωνικά στρώματα αναφέρονται και πως οικοδομούνται οι κοινωνικές συμμαχίες που συγκροτούν το πολιτικό σύστημα. Γιατί στο σημερινό πλαίσιο που λειτουργούν τα κόμματα, είτε τα παραδοσιακά (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ) αλλά είτε και τα νέα κόμματα που προέκυψαν λόγω της πολιτικής κρίσης (ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά, Πλεύση Ελευθερίας, Μέρα 25, Κόσμος, Ελληνική Λύση, Φωνή Λογικής, Νίκη) λειτουργούν προσωποκεντρικά και όχι μαζικά. Από την άλλη πλευρά, θα ήταν λάθος να υποτιμηθεί η σημασία αυτών των διεργασιών που οδηγούν στη δημιουργία νέων κομμάτων. Όταν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αποευθυγραμμίζονται από τα κυρίαρχα κόμματα, δηλαδή παύουν να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στο υπάρχον κομματικό σύστημα, τότε εγκαινιάζεται μια περίοδο κρίσης εκπροσώπησης. Σε τέτοιες στιγμές, ακόμη και μικρές πολιτικές δυνάμεις μπορούν να λειτουργήσουν ως προάγγελοι βαθύτερων μετατοπίσεων. Η ιστορία της Γ Ελληνικής Δημοκρατίας δείχνει ότι οι μεγάλες αλλαγές στο κομματικό σύστημα δεν εμφανίζονται τυχαία· προηγούνται περίοδοι αστάθειας, ιδεολογικής σύγχυσης και κατακερματισμού. Το πραγματικό διακύβευμα, επομένως, δεν είναι αν θα μπουν δύο νέα κόμματα στη Βουλή. Είναι αν αναδυκνύονται οι προϋποθέσεις για ανάδειξη νέων συλλογικοτήτων με έμφαση την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου και τη μείωση των ανισοτήτων. Χωρίς μια τέτοια δυναμική, η πολιτική ανανέωση κινδυνεύει να εξαντληθεί σε εναλλαγές προσώπων και σχημάτων — δηλαδή σε μια «μεταπολίτευση χωρίς μεταπολίτευση».
Υπάρχει χώρος για ένα κόμμα υπό τον Αντώνη Σαμαρά και πόσο μπορεί να απορροφήσει τη δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση;
Ο κ. Σαμαράς είναι ένας πολύ έμπειρος πολιτικός, ιστορικό στέλεχος της ΝΔ και πρωθυπουργός. Διαθέτει πολύ μεγάλη πολιτική και εκλογική διεισδυτικότητα σε παραδοσιακά ακροατήρια που στη συγκυρία φαίνεται πως είναι σε διαδικασία από-ευθυγράμμισης από τη ΝΔ. Τα συγκεκριμένα στρώματα, φορείς μιας πιο παραδοσιακής / Καραμανλικής πολιτικής, αντιτίθεται τόσο με τη νεοφιλελεύθερη μερίδα της ΝΔ από την εποχή του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, τόσο και με την ουσιαστική συγκυβέρνηση του κόμματος με στελέχη που προέρχονται από το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ και την ταυτόχρονη υποβάθμιση της παραδοσιακής ταυτότητας (ιδεολογικής και στελεχικής) του κόμματος.
Η επανάκαμψή του Α. Σαμαρά στη ΝΔ, η πολιτική του συγκρότηση (αν θυμηθούμε και τον εξαιρετικό του λόγο στο Συνέδριο του κόμματος που διεκδίκησε και κατάφερε να αναδειχθεί Πρόεδρος της ΝΔ επισκιάζοντας το φαβορί που ήταν η Ντόρα Μπακογιάννη), και η πρωθυπουργία του σε μια δύσκολη περίοδο για την Ελλάδα τον έχει αναδείξει και ως θεσμικό παράγοντα και για το κόμμα, συνολικά για την Κεντροδεξιά, αλλά και ευρύτερα λόγω της συγκυβέρνησης με το ΠΑΣΟΚ. Θεωρώ λοιπόν πως ο κ. Σαμαράς έχει πολιτικό χώρο και ιδιαίτερη δυναμική, καθώς είναι αναγνωρίσιμος, έχει συγκεκριμένη ιδεολογία και διαθέτει έτοιμη οργανωτική δομή. Μάλιστα, η συγκυρία αποτελεί σημαντική ευκαιρία για ένα νέο κόμμα «Σαμαρά» ως μια δεξαμενή πολιτικής έκφρασης της δυσαρέσκειας σημαντικού τμήματος παραδοσιακών κοινωνικών στρωμάτων που νιώθουν αποξενωμένα από την τρέχουσα πορεία της Νέας Δημοκρατίας, αλλά έχει τη δυνατότητα να διεισδύσει και σε ευρύτερα ακροατήρια, λόγω της πρωθυπουργίας του. Το τελευταίο στοιχείο φαίνεται ιδιαίτερα κρίσιμο στη συγκυρία των εκλογών που ένα από τα διακυβεύματα θα είναι η αντικατάσταση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Το κριτήριο της πρωθυπουργίας είναι σημαντικό στην εν λόγω διαδικασία κάτι που φαίνεται από την εκλογική δυναμική του κ. Τσίπρα και φυσικά το διαθέτει και ο Α. Σαμαράς. Ωστόσο, το κρίσιμο ζήτημα για την περίπτωση του κόμματος «Σαμαρά» είναι αν καταφέρει και εστιάσει σε μια συνολική πολιτική ατζέντα με βασικούς άξονες την ενίσχυση του Κράτους Δικαίου και τη Δικαιοσύνη, την πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, την ενίσχυση του Κοινωνικού Κράτους και με την υιοθέτηση μιας μαζικής δομής (Τοπική Αυτοδιοίκηση, Συνδικάτα, Επιμελητήρια, Φοιτητικούς Συλλόγους) δηλαδή μια σύγχρονη έκφραση της μαζικής ευρωπαϊκής Χριστιανοδημοκρατίας (σε αντίθεση με την ΠΟΛ.ΑΝ που έδωσε την εντύπωση πως εστίαζε κυρίως στα εθνικά θέματα και πιο συγκεκριμένα στο ζήτημα της Μακεδονίας). Με αυτή την ιδεολογική ατζέντα και τη συγκεκριμένη οργανωτική δομή εκτιμώ πως το κόμμα μπορεί να αναπτύξει μεγάλη πολιτική και εκλογική δυναμική. Θεωρώ επίσης πως, αν καταφέρει να ξεπεράσει το χαρακτηρισμό του κόμματος διαμαρτυρίας και της απλής αντίθεσης με τη ΝΔ, δεν θα επιφέρει μόνο μεγάλο εκλογικό πλήγμα, και πλήγμα νομιμοποίησης στη ΝΔ, αλλά έχει τη δυνατότητα να αναδειχθεί σε κυβερνητικό εταίρο, σε μια μετεκλογική κυβέρνηση συνεργασίας.
Ποια θα είναι τα διλήμματα και το κεντρικό διακύβευμα των επόμενων εθνικών εκλογών;
Τα βασικά διλήμματα για τις προσεχείς εκλογές μπορούν να εντοπιστούν γύρω από ζητήματα πολιτικής ευθύνης, δημοκρατίας / κράτους δικαίου και κοινωνικής συνοχής. Η στρατηγική της κυβέρνησης θα εστιάσει στην πολιτική σταθερότητα και στην υπευθυνότητα που προάγει η αυτοδυναμία της ΝΔ σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από πολιτική /γεωπολιτική και οικονομική αβεβαιότητα λόγω της κατάστασης στη Διεθνή Πολιτική, και στην καλή κατάσταση της οικονομίας με τα συνεχή επιδόματα. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα εστιάσουν στο πολιτικό έλλειμμα του Κράτους Δικαίου, στη συσχέτιση πολιτικής εξουσίας και δικαιοσύνης, στη στρατηγική της διολίσθησης στην εξωτερική πολιτική και στην αύξηση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων.
Τα βασικά διλήμματα φαίνεται να είναι:
Κοινωνική δικαιοσύνη vs Οικονομική λιτότητα: θα επιλεγεί ένα κόμμα που θα υπόσχεται μείωση των ανισοτήτων μέσω αναδιανεμητικών πολιτικών ή θα συνεχιστεί η πολιτική των δημοσιονομικών πλεονασμάτων μέσω άδικης φορολογίας.
Εθνική κυριαρχίας και Διεθνούς Δικαίου vs Εθνικής διολίσθησης και Δικαίου του Ισχυρού: Θα καταφέρει η χώρα να κάνει επιλογές με βάση το Διεθνές Δίκαιο και την πολιτική των ορίων στη Διεθνή Πολιτική δηλαδή να υιοθετήσει πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική και να επαναπροσδιορίσει τις συμμαχίες της μέσω αξιοποίησης της θέσης της αλλά και της ιστορίας της ή θα εμείνει στην απλή διαχείριση των δεδομένων υποχρεώσεων που αποδέχεται από τους διεθνείς συσχετισμούς (Ισραήλ / ΗΠΑ / ΝΑΤΟ / ΕΕ) το οποίο θα παρουσιάζει ως ρεαλιστική πολιτική αλλά και την πολιτική της διολίσθησης έναντι της Τουρκίας που εξελίσσεται σε περιφερειακή αναθεωητική δύναμη.
Αλληλεγγύη και συνοχή vs Διχασμός και απαξίωση: Θα γίνει προσπάθεια να οικοδομηθεί ένα πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό με αύξηση της συμμετοχής των πολιτών ή θα συνεχιστεί και θα ενταθεί η πολιτική από-ευθυγράμμιση των πολιτών και η απαξίωση κομμάτων και πολιτικής που είναι διαβρωτικό για τη δημοκρατία.
Το βασικό επίδικο σε κάθε εκλογική αναμέτρηση είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης ανάμεσα στην πολιτική και τους πολίτες, με όρους διαφάνειας, συμμετοχής και εκδημοκρατισμού.
Θα υπάρξει πολιτική αστάθεια με το αποτέλεσμα τους, ειδικά σε περίπτωση που δεν προκύψει αυτοδυναμία ακόμη και σε πιθανές δεύτερες εκλογές;
Η απουσία αυτοδυναμίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως πολιτική αστάθεια. Σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα, ακόμα και αν δεν υπάρχει κυβερνητική αυτοδυναμία, η σταθερότητα εξαρτάται κυρίως από την ικανότητα των πολιτικών δυνάμεων να διαμορφώσουν βιώσιμες συναινέσεις και κυβερνητικές συνεργασίες. Το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσο τα πολιτικά κόμματα διαθέτουν τη βούληση και την ικανότητα να διαμορφώσουν προγραμματικές συγκλίσεις. Και αυτό θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα προεκλογικών συζητήσεων και δεσμεύσεων, ώστε να γνωρίζουν οι πολίτες τη στρατηγική των κομμάτων. Έτσι θα υπάρχουν ξεκάθαρες στρατηγικές και κυβερνητικές προτάσεις και κοινά πολιτικά προγράμματα προσανατολισμένα στα επίδικα των εκλογών, οπότε δεν θα υπάρξει πολιτική αβεβαιότητα. Αντίθετα, αν δεν έχουν ξεκαθαριστεί από πριν οι θέσεις και οι στρατηγικές των κομμάτων και υπάρχουν αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις, αυξάνεται όπως είναι λογικό ο κίνδυνος πολιτικής αβεβαιότητας.
Ιστορικά, στην Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία, η επιλογή της κοινωνίας, αλλά και των πολιτικών ελίτ και του κομματικού συστήματος είναι οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις. Οι κυβερνήσεις συνεργασίας ήταν χαρακτηριστικό περιόδων πολιτικής και οικονομικής κρίσης. Στην κρίση του 1989 [συγκυβέρνηση ΝΔ – ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ τον Ιούνιο του 1989 για την παραπομπή του Α. Παπανδρέου, Οικουμενική (ΝΔ – ΠΑΣΟΚ – ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ) τον Οκτώβριο του 1989 για την αντιμετώπιση της δυσκολίας εκτέλεσης του προϋπολογισμού] και στην κρίση των Μνημονίων, [συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ – ΝΔ – ΛΑΟΣ το 2011 για την υπογραφή του δεύτερου Μνημονίου, συγκυβέρνηση ΝΔ- ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ μετά τις διπλές εκλογές του 2012, και συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ την περίοδο 2015-2019].
Η σημερινή συγκυρία χαρακτηρίζεται από μεγάλη θεσμική κρίση και αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων που εντείνουν τα φαινόμενα της κρίσης εκπροσώπησης, οπότε είναι αρκετά πιθανό να μην υπάρχουν αυτοδύναμες κυβερνήσεις. Η ΝΔ αντιμετωπίζει μεγάλη πολιτική και εκλογική φθορά, ενώ και στην αντιπολίτευση δεν φαίνεται κανένα κόμμα να έχει αντίστοιχη πολιτική και εκλογική δυναμική που να αντικαταστήσει τη ΝΔ. Οπότε αρχίζει και γίνεται συζήτηση για πιθανές μετεκλογικές κυβερνητικές συνεργασίες. Αλλά αυτό θα ξεκαθαρίσει, όταν ξεκαθαρίσει ο αριθμός των κομμάτων που θα εμφανιστούν στις εκλογές, και η πολιτική και εκλογική τους δυναμική, καθώς στη συγκυρία, η κρίση της πολιτικής συνδυάζεται με εμφάνιση νέων πολιτικών κομμάτων. Ωστόσο, στο ζήτημα των κυβερνητικών συνεργασιών, το κρίσιμο θέμα δεν είναι η αριθμητική των εδρών, αλλά κυρίως η κοινωνική και πολιτική νομιμοποίηση των κυβερνητικών σχημάτων. Επαναλαμβανόμενες εκλογικές αναμετρήσεις μπορεί να ενισχύσουν την κόπωση του εκλογικού σώματος και να δυσκολέψουν τη λήψη αποφάσεων σε μια περίοδο οικονομικών ή γεωπολιτικών προκλήσεων. Από την άλλη πλευρά, η ανάγκη συνεργασιών μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο για πιο συναινετικές μορφές διακυβέρνησης. Επομένως, η μη επίτευξη αυτοδυναμίας δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην αστάθεια· η αστάθεια προκύπτει όταν το πολιτικό σύστημα αδυνατεί να μετατρέψει το εκλογικό αποτέλεσμα σε αποτελεσματική κυβερνητική λύση.
Σε περίπτωση δεύτερων εκλογών πόσο πιθανό είναι να προκύψουν νέα σχήματα από τη συμπόρευση υπαρχόντων ;
Η πιθανότητα εμφάνισης νέων πολιτικών σχημάτων μετά από μια πρώτη εκλογική αναμέτρηση και ενόψει δεύτερων εκλογών εξαρτάται πρωτίστως από τον βαθμό πίεσης που ασκεί το εκλογικό σύστημα και από τη στρατηγική των κομμάτων. Όταν τα υφιστάμενα κόμματα διαπιστώνουν ότι η αυτόνομη κάθοδός τους δεν τους επιτρέπει να επιτύχουν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση ή ουσιαστική πολιτική επιρροή, τότε αυξάνονται τα κίνητρα για συμπράξεις, εκλογικές συμμαχίες ή ακόμη και οργανωτικές συγχωνεύσεις.
Στην ελληνική περίπτωση, οι δεύτερες εκλογές συνήθως λειτουργούν ως μηχανισμός επιτάχυνσης των πολιτικών εξελίξεων. Ωστόσο, ιστορικά παρατηρούμε ότι οι συνεργασίες δεν προκύπτουν μόνο από αριθμητικές ανάγκες. Απαιτείται και ένα στοιχειώδες ιδεολογικό ή πολιτικό αφήγημα που να νομιμοποιεί τη σύμπραξη στα μάτια των ψηφοφόρων. Μια τέτοια συμμαχία ήταν στις εκλογές του 1964 η απόφαση της ΕΔΑ να μην έχει υποψηφίους στις περιφέρειες όπου δεν υπήρχε περίπτωση να έχει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και να στηρίξει την Ένωση Κέντρου για να φύγει η ΕΡΕ. Χαρακτηριστικές επίσης είναι οι δηλώσεις του Χάρη Δούκα για την κοινή σύμπραξη ΠΑΣΟΚ – ΕΛΑΣ στις δεύτερες εκλογές. Αλλά και η έντονη αποδοκιμασία από τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ που σηματοδοτεί πως ο πλέον φυσικός σύμμαχος του ΠΑΣΟΚ είναι η (Μητσοτακική) ΝΔ. Διαφορετικά, οι συμμαχίες συχνά εκλαμβάνονται ως ευκαιριακές και δεν παράγουν το προσδοκώμενο εκλογικό αποτέλεσμα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της συγκυβέρνησης ΝΔ – Συνασπισμού τον Ιούνιο του 1989.
Στη σημερινή συγκυρία στο ελληνικό κομματικό σύστημα παρατηρούνται σήμερα οι εξής τάσεις:
Πολιτική συμμαχία της νεοφιλελεύθερης ΝΔ με το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ σε εκλογική υποχώρηση: Είναι το κοινωνικό και πολιτικό μπλοκ εξουσίας που οικοδομήθηκε στις εσωκομματικές εκλογές της ΝΔ (2015-2016) και εκπροσώπησε το 40% του ΝΑΙ στο Δημοψήφισμα του 2015, στο οποίο ωστόσο παρατηρείται πολιτική και εκλογική υποχώρηση.
Κατακερματισμός της αντιπολίτευσης. Πολλά κόμματα διεκδικούν παρόμοια εκλογικά ακροατήρια χωρίς να διαθέτουν ηγεμονική θέση στον χώρο τους. Ιδιαίτερη εκλογική δυναμική φαίνεται να αναπτύσσουν τα κόμματα του κ. Τσίπρα και της κας Καρυστιανού με αντίστοιχη υποχώρηση του ΠΑΣΟΚ.
Πίεση από το εκλογικό σύστημα. Εάν η πρώτη κάλπη δεν δώσει ξεκάθαρο αποτέλεσμα, οι δεύτερες εκλογές λειτουργούν ως μηχανισμός συμπίεσης του κομματικού ανταγωνισμού. Τα μικρότερα κόμματα θα δεχθούν ισχυρές πιέσεις για συνεργασίες ή κοινές καθόδους, καθώς θα απειληθούν με ποσοστά κάτω από το κατώφλι (3%) και θα απωλέσουν την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.
Κρίση πολιτικής εκπροσώπησης. Η δυσκολία των υπαρχόντων κομμάτων να εκφράσουν ευρύτερα κοινωνικά στρώματα δημιουργεί χώρο είτε για νέους σχηματισμούς είτε για ανασυνθέσεις παλαιών.
Με άλλα λόγια, οι δεύτερες εκλογές μπορούν να επιταχύνουν διεργασίες ανασύνθεσης του πολιτικού σκηνικού, αλλά σπανίως δημιουργούν από μόνες τους νέους πολιτικούς φορείς. Συνήθως λειτουργούν ως καταλύτης για τάσεις που έχουν ήδη αρχίσει να διαμορφώνονται μέσα στην κοινωνία και στο κομματικό σύστημα. Στο πλαίσιο αυτό, θα θεωρούσα πιθανή την εμφάνιση νέων σχημάτων μέσω συμπόρευσης υπαρχόντων κομμάτων ή κινήσεων, ιδιαίτερα στον χώρο της αντιπολίτευσης ή μεταξύ μικρότερων πολιτικών δυνάμεων. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν μπορούν να συνεργαστούν κυβερνητικά, αλλά αν μπορούν να συγκροτήσουν μια κοινή πολιτική ταυτότητα που να πείθει κοινωνικά στρώματα και εκλογικά ακροατήρια ότι πρόκειται για κάτι περισσότερο από μια απλή εκλογική σύμπραξη.
Έχουν τεθεί ορθώς τα θεσμικά ζητήματα για την αναμενόμενη συνταγματική αλλαγή;
Το βασικό πρόβλημα δεν είναι αν έχουν τεθεί «ορθώς» τα επιμέρους θεσμικά ζητήματα, αλλά αν η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση διεξάγεται μέσα στο κατάλληλο πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο. Και δυστυχώς θεωρώ πως η συζήτηση για την επερχόμενη συνταγματική αναθεώρηση έχει μια εντελώς εργαλειακή προσέγγιση από τη μεριά της Κυβέρνησης, καθώς η πορεία και πρακτική της έχουν δείξει πως κινείται στη συστηματική υποβάθμιση του Κράτους Δικαίου στην Ελλάδα. Οι πρώτες κινήσεις του πρωθυπουργού το 2019 με την υπαγωγή της ΕΡΤ και της ΕΥΠ στο γραφείο του, οι παρακολουθήσεις / υποκλοπές, η χρησιμοποίηση των διατάξεων του άρθρου 86 για υπουργούς και κυβερνητικά στελέχη για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η παραβίαση του άρθρου 16 του Συντάγματος για τη λειτουργία ιδιωτικών «Πανεπιστημίων» είναι μερικά παραδείγματα.
Η αναθεώρηση του Συντάγματος δεν είναι μια τεχνική ή νομική άσκηση. Είναι μια βαθιά πολιτική διαδικασία που αφορά τη σχέση κράτους, κοινωνίας και εξουσίας. Όταν η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται αποκλειστικά σε επιμέρους διατάξεις —όπως η ευθύνη υπουργών, η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, το άρθρο 16 ή η μονιμότητα στο Δημόσιο— υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί το ουσιαστικό ερώτημα: ποιο πρόβλημα δημοκρατικής λειτουργίας καλείται να λύσει η αναθεώρηση;
Από αυτή την οπτική, τα θεσμικά ζητήματα έχουν τεθεί μόνο μερικά και κυρίως εργαλειακά. Έχει ανοίξει η συζήτηση για ορισμένες δυσλειτουργίες του πολιτικού συστήματος, όμως δεν έχει προηγηθεί ένας ευρύτερος αναστοχασμός για την κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, την ποιότητα της αντιπροσώπευσης, τη συγκέντρωση εξουσίας στο εκτελεστικό κέντρο και τη συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων.
Επιπλέον, μια συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί να λειτουργήσει ως υποκατάστατο της πολιτικής. Η εμπειρία δείχνει ότι πολλές φορές τα προβλήματα δεν προέρχονται από την ανεπάρκεια των συνταγματικών διατάξεων, αλλά από τον τρόπο εφαρμογής τους και από τους πραγματικούς συσχετισμούς δύναμης. Έτσι, η αναθεώρηση αποκτά νόημα μόνο εφόσον εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική δημοκρατικού εκσυγχρονισμού και κοινωνικής νομιμοποίησης των θεσμών.
Με άλλα λόγια, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο «ποια άρθρα θα αλλάξουν», αλλά «ποια δημοκρατία θέλουμε να οικοδομήσουμε μέσω αυτών των αλλαγών». Χωρίς αυτή τη συζήτηση, ο κίνδυνος είναι η συνταγματική αναθεώρηση να περιοριστεί σε έναν διαχειριστικό θεσμικό ανασχεδιασμό, χωρίς να αγγίξει τις βαθύτερες αιτίες της πολιτικής δυσπιστίας και της κρίσης εκπροσώπησης.

