Ο (μικρο)Μεγάλος Δεύτερος
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, σύμβουλος επιχειρήσεων – συγγραφέας
Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα του Λευτέρη Κυπραίου “Ο Μεγάλος Δεύτερος”. Την ίδια περίπου εποχή εκδόθηκε και το “Μετά” του Μίμη Ανδρουλάκη.
Ο Κυπραίος επιχείρησε μια βαθιά ακτινογραφία στην μεταπολιτευτική γενιά, στις υψηλές προσδοκίες και τα χαμένα όνειρα της, στην προσπάθεια να υπηρετήσεις υψηλά ιδανικά που καταλήγει στην κατάρρευση της ψευδαίσθησης και το συμβιβασμό με το λιγότερο, με το δεύτερο.
Ο Ανδρουλάκης πάλι, ως πιο έντονα πολιτικοποιημένος επιχείρησε να δει τι ακολουθεί αυτή τη συλλογική “εξαπάτηση” εκείνης της γενιάς και ποιες απαντήσεις όφειλαν να αναζητηθούν μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού.
Τριάντα και πλέον χρόνια μετά, με άλλους όρους και διαφορετικό πλαίσιο, εκείνες οι δύο προσεγγίσεις γίνονται με έναν περίεργο τρόπο και πάλι επίκαιρες.
Οι επόμενες εκλογές έχουν αδιαμφισβήτητο νικητή, ανεξάρτητα από το αν το τελικό ποσοστό του θα υπερβεί ή όχι το 30%, ή αν καταλήξουμε ακόμη και στο πιο δυσμενές σενάριο για τη ΝΔ όπου θα περιοριστεί πέριξ του 25%. Είναι οι πρώτες εκλογές όπου το ενδιαφέρον, πέρα από τις μετεκλογικές κινήσεις και την πολύ πιθανή δεύτερη εκλογική αναμέτρηση, βρίσκεται στο ποιος θα καταλάβει τη δεύτερη θέση. Κι αυτό γιατί αυτή η κατάληξη θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό το μετέπειτα ρόλο και το μέλλον των σημερινών διεκδικητών αυτής της θέσης.
Αυτή τη στιγμή ΠΑΣΟΚ, Τσίπρας και Καρυστιανού ερίζουν για τη δεύτερη θέση της επιβίωσης ή της μετεξέλιξης. Οι πιθανότητες δεν είναι ίδιες για όλους, όπως και διαφορετικό είναι το τι θα κάνουν με αυτό το προνόμιο και πώς θα επηρεάσει το πολιτικό τους μέλλον.
Η Ελπίδα της Καρυστιανού θα δυσκολευτεί να πετύχει αυτό τον στόχο όσο ο λόγος της μένει μονοθεματικός και οι συνεργάτες της εμφανίζονται με αντιφατικές απόψεις σε όλα τα κρίσιμα θέματα. Αν δεν κατορθώσει να ξεπεράσει την προγραμματική ανυπαρξία και την οργανωτική αδυναμία, η εκλογική αποτύπωση θα δείξει μεγάλη ανισορροπία ανάμεσα στα αστικά κέντρα και την περιφέρεια, και θα μείνει στα επίπεδα μιας “ασφαλούς” επιλογής για όσους έχουν κουραστεί από το πολιτικό σύστημα.
Από την άλλη, η ΕΛΑΣ του Τσίπρα διαθέτει προγραμματικό λόγο που στην πράξη δεν διαφέρει ιδιαίτερα από αυτόν του ΣΥΡΙΖΑ, της Νέας Αριστεράς και του Κασσελάκη, με μερικές πινελιές πιο οικολογικές και κάπως πιο προσαρμοσμένες στη σοσιαλδημοκρατική αντίληψη. Διαθέτει και οργανωτική δομή και τοπική διείσδυση με τις οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ να απορροφώνται σχεδόν ολοκληρωτικά. Αυτό δίνει στο κόμμα μια καλή βάση για να κυνηγήσει ένα αποτέλεσμα κοντά στο 17,8% των προηγούμενων εκλογών.
Το δε ΠΑΣΟΚ μοιάζει να στέκεται αιφνιδιασμένο και αβέβαιο για τα επόμενα βήματα, παρόλο που η ίδρυση νέων κομμάτων ήταν αναμενόμενη. Τα τελευταία τρία χρόνια είχε τη χρυσή ευκαιρία να οικοδομήσει ένα κυβερνητικό προφίλ που θα το καθιστούσε αντίπαλο δέος για τη ΝΔ. Οι δημοσκοπήσεις “έσπρωξαν” πρόσκαιρο αυτό το σενάριο αλλά η αμφυσημία, η εσωστρέφεια και η ελλιπής επικοινωνιακή πολιτική το κράτησαν καθηλωμένο στα συνηθισμένα ποσοστά του.
Το ζήτημα λοιπόν είναι τη επιφυλάσσει η επόμενη μέρα για τον δεύτερο. Θα καθορίσει τις εξελίξεις; Θα εγκλωβιστεί σε παρωχημένα διλήμματα; Θα αποτέλεσει το έναυσμα για μετέπειτα κυβερνητική λύση;
Η Καρυστιανού θα μπορούσε να αποτελέσει τον καταλύτη της επόμενης κυβερνητικής συνεργασίας. Είτε θέτοντας θεσμικούς και αλλους όρους στη ΝΔ για συγκυβέρνηση, είτε προχωρώντας σε σύμπλευση με κάποιον από τους συνδιεκδικητές της δεύτερης θέσης για τη δημιουργία μετώπου ενόψει δεύτερων εκλογών.
Ο Τσίπρας οικοδομεί το προφίλ του σύγχρονου ηγέτη, κι ας μη δείχνει να κάνει σοβαρή αυτοκριτική για τα κυβερνητικά λάθη του. Είναι σίγουρο ότι εφόσον πάρει τη δεύτερη θέση, θα λάβει πρωτοβουλίες για σύμπλευση του κεντροαριστερού χώρου κι αυτό θα ασκήσει πίεση τόσο στα μικρότερα κόμματα όσο και στο ΠΑΣΟΚ.
Το ΠΑΣΟΚ το οποίο, όσο αρνιέται κάθε συνεργασία με τη ΝΔ, κι όσο θεωρεί διεύρυνση την επαναφορά στελεχών που πλέον… δεν χωρούν πουθενά αλλού, μειώνει τις πιθανότητες να αποκτήσει διακριτό στίγμα και να αντέξει. Πρέπει επιτέλους να αποφασίσει τη φυσιογνωμία θέλει να έχει, αν και ίσως να είναι ήδη αργά.

