Από την εθνική τόλμη της περιόδου Σαμαρά στον σημερινό ψηφιακό συμβιβασμό των άπρακτων δισεκατομμυρίων
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Κοιτάξτε τι γίνεται εδώ. Η πρόσφατη έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας για το 2025 έρχεται να διαλύσει τελείως το κυβερνητικό αφήγημα περί μεταρρυθμιστικού «success story». Αν κάτσεις και διαβάσεις πίσω από την προσεγμένη τεχνοκρατική γλώσσα, βλέπεις μια σκληρή αλήθεια που λέει ότι το ελληνικό κράτος, στον βαθύ πυρήνα του, παραμένει κολλημένο στις ίδιες ακριβώς παθογένειες εδώ και δεκαετίες.
Για όσους θυμούνται και ξέρουν να διαβάζουν την οικονομική ιστορία του τόπου, αυτή η έκθεση είναι μια καθαρή δικαίωση. Αποδεικνύει ότι οι πραγματικές, οι βαριές δομικές μεταρρυθμίσεις που σχεδιάστηκαν, αποφασίστηκαν και άρχισαν να τρέχουν από την κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά την περίοδο 2012-2015, κόπηκαν βίαια το 2015 από τα κρατικιστικά κολλήματα και τις ιδεολογικές εμμονές του ΣΥΡΙΖΑ. Και το χειρότερο είναι ότι στα χρόνια που ακολούθησαν, η επταετία της κυβέρνησης Μητσοτάκη αναλώθηκε απλώς σε μια ψηφιοποίηση της βιτρίνας. Μετέφεραν την παλιά γραφειοκρατία στους υπολογιστές, έφτιαξαν ένα ωραίο ψηφιακό περίβλημα, αλλά άφησαν τον σκληρό, δυσκίνητο πυρήνα του κράτους εντελώς ανέγγιχτο.
Εδώ, όμως, πρέπει να πούμε τα πράγματα με το όνομα τους, γιατί το θράσος περισσεύει και η σημερινή κυβέρνηση δεν έχει καμία απολύτως δικαιολογία. Ο Αντώνης Σαμαράς προσπάθησε να αλλάξει τη χώρα με άδεια ταμεία, στο χείλος του γκρεμού, μαζεύοντας και το τελευταίο ευρώ. Αντίθετα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη είχε στα χέρια της μια ιστορική ευκαιρία με την πρωτοφανή ρευστότητα δισεκατομμυρίων ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης, που προορίζονταν ακριβώς για τις μεγάλες, δομικές μεταρρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη και τις υποδομές. Είχαν και το χρήμα και τον χρόνο, αλλά επέλεξαν να τα σκορπίσουν σε απευθείας αναθέσεις, ψηφιακά μερεμέτια και πλατφόρμες-βιτρίνες, χωρίς να αλλάξουν τίποτα στην ουσία.
Αντί, λοιπόν, να αξιοποιήσουν αυτό το πακέτο μαμούθ για να συγκρουστούν με το βαθύ κράτος, προτίμησαν τον εύκολο δρόμο, με αποτέλεσμα οι δημόσιοι φορείς να αρνούνται ακόμα και σήμερα να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Σκεφτείτε μόνο ότι φτάσαμε στο 2025 και η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει να βγάλει έναν ενιαίο αριθμό αναγνώρισης για τις επιχειρήσεις. Το ΓΕΜΗ, ο ΕΦΚΑ, η ΑΑΔΕ και τα Επιμελητήρια έχουν το καθένα το δικό του, διαφορετικό ID, λειτουργώντας σαν αυτόνομα ψηφιακά κρατίδια.
Το ίδιο μπάχαλο επικρατεί και στο Κτηματολόγιο, όπου για να ελέγξεις έναν τίτλο πρέπει ακόμα και σήμερα να τρέχεις στα παλιά Υποθηκοφυλακεία και να ψάχνεις μέσα σε στοίβες από χαρτιά. Αυτή η ανικανότητα της κεντρικής διοίκησης να επιβάλει έναν κοινό ρυθμό γεννάει απίστευτες περιφερειακές ανισότητες. Είναι να τρελαίνεσαι, αφού για να μεταβιβάσεις ένα ακίνητο χρειάζεσαι 56 ημέρες στην Αλεξανδρούπολη και 213 ημέρες στη Θεσσαλονίκη, ενώ μια οικοδομική άδεια κολλάει για μήνες επειδή ο κάθε Δήμος λειτουργεί με τα δικά του ωράρια και τις δικές του ελλείψεις.
Αλλά εκεί που το πράγμα ξεφεύγει τελείως και λειτουργεί ως το απόλυτο αντικίνητρο για οποιονδήποτε σοβαρό επενδυτή, είναι η ελληνική Δικαιοσύνη. Μιλάμε για την απόλυτη μαύρη τρύπα της οικονομίας μας. Η Παγκόσμια Τράπεζα αφήνει άφωνη τη διεθνή κοινότητα όταν καταγράφει ότι για να ξεμπλέξεις με μια εμπορική διαφορά στην Αθήνα, χρειάζεσαι 1.410 ημέρες, δηλαδή σχεδόν τέσσερα χρόνια, και αυτό μόνο για τον πρώτο βαθμό. Στα δικαστήρια μας δεν υπάρχουν καν τα αυτονόητα ψηφιακά εργαλεία, όπως το να ξεκινήσεις μια υπόθεση online ή να γίνεται αυτοματοποιημένη ανάθεση στους δικαστές.
Ακόμα και το νέο πτωχευτικό πλαίσιο, που θα έπρεπε να προσφέρει μια γρήγορη διέξοδο, υπολειτουργεί στην πράξη, καθώς οι επαγγελματίες αναγκάζονται να προχωρούν σε φυσικές υποβολές εγγράφων λόγω τεχνικών προβλημάτων και glitches των ψηφιακών πλατφορμών, την ώρα που η εκκαθάριση μιας επιχείρησης μπορεί να κρατήσει έως και 54 μήνες. Και την ίδια ώρα, οι υποδομές μας θυμίζουν άλλες εποχές, με το 74% των επιχειρήσεων στην Αλεξανδρούπολη να δουλεύει με γεννήτριες επειδή κόβεται συνέχεια το ρεύμα.
Συμπερασματικά, η έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας ξεγυμνώνει την επικοινωνιακή πολιτική της τελευταίας επταετίας και αποδεικνύει ότι όταν μια χώρα αντικαθιστά τις δομικές μεταρρυθμίσεις με «ψηφιακά μερεμέτια», το κράτος παραμένει εξίσου εχθρικό και απρόβλεπτο προς την επιχειρηματικότητα. Αν το μεταρρυθμιστικό πλάνο της κυβέρνησης Σαμαρά δεν είχε διακοπεί βίαια το 2015 από τον ΣΥΡΙΖΑ και αν είχε υλοποιηθεί με τόλμη αντί να μετατραπεί σε μια απλή ψηφιοποίηση εντύπων, η Ελλάδα θα ήταν σήμερα μια πραγματικά σύγχρονη και ανταγωνιστική ευρωπαϊκή οικονομία, αντί να πληρώνει το βαρύ τίμημα της ιδεολογικής οπισθοδρόμησης του χθες και της μεταρρυθμιστικής ατολμίας του σήμερα.
Η διακυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά έδειξε στην πράξη ότι πίστευε βαθιά σε αυτό που είχε πει ο Γκαίτε: «Ό,τι μπορείς να κάνεις, ή ό,τι ονειρεύεσαι πως μπορείς, άρχισε το. Η τόλμη έχει μέσα της ιδιοφυΐα, δύναμη και μαγεία». Ήταν εκείνη η πολιτική τόλμη και η θεσμική γενναιότητα για πραγματικές ρήξεις που επέτρεψε τότε να χαραχθεί ένα σοβαρό, εθνικό σχέδιο μέσα στην απόλυτη καταιγίδα της κρίσης. Αυτή η αποφασιστικότητα για ουσιαστικές συγκρούσεις είναι που λείπει δραματικά σήμερα από την πατρίδα μας. Και με τους τεράστιους κινδύνους και τις προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας, αυτή την τόλμη είναι που θέλουμε όλοι, με πολύ μεγάλη αγωνία, να ξαναδούμε επιτέλους στον τόπο μας.

