Ο πολιτικός που δεν ελέγχθηκε ποτέ και η στιγμή που κρίνει την πατρίδα
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η σύγκρουση ανάμεσα στον Αντώνη Σαμαρά και την οικογένεια Μητσοτάκη δεν είναι μια απλή πολιτική διαφωνία. Είναι μια βαθιά ιστορική ρωγμή που αποκαλύπτει δύο εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις για την πολιτική και την άσκηση της εξουσίας. Από τη μία πλευρά, η λογική της οικογενειακής δυναστείας, της κλειστής ομάδας, της πειθαρχίας και των προσωπικών δεσμεύσεων, ότι δηλαδή βλέπουμε στη ΝΔ σήμερα. Από την άλλη, ένας πολιτικός που αρνείται να υποταχθεί, που δεν δέχεται να γίνει μέρος ενός μηχανισμού εξάρτησης, που επιλέγει να σταθεί μόνος του ακόμη κι όταν το κόστος είναι τεράστιο.
Η οικογένεια Μητσοτάκη λειτουργεί περισσότερο ως πολιτικός οίκος εξουσίας παρά ως απλή πολιτική οικογένεια. Από τον Κωνσταντίνο μέχρι τη Ντόρα και σήμερα τον Κυριάκο, η ίδια λογική επαναλαμβάνεται. Όποιος δεν εντάσσεται πλήρως, όποιος δεν δίνει «όρκο πίστης», όποιος δεν αποδέχεται να γίνει μέρος ενός συστήματος αμοιβαίων δεσμεύσεων, αντιμετωπίζεται όχι ως αντίπαλος, αλλά ως εχθρός. Η οικογένεια δεν συγχωρεί την ανεξαρτησία. Δεν ανέχεται τον πολιτικό που δεν μπορεί να ελεγχθεί. Και αυτό ακριβώς ήταν ο Σαμαράς, ένας πολιτικός που δεν μπορούσαν να τον κρατήσουν στο χέρι.
Από εκεί γεννήθηκε το μίσος. Όχι αμφίπλευρα, όχι συμμετρικά, όχι ως αποτέλεσμα μιας σύγκρουσης χαρακτήρων. Το μίσος ήταν μονομερές και βαθύ. Ξεκίνησε από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, πέρασε στη Ντόρα και σήμερα εκφράζεται από τον Κυριάκο. Έγινε σχεδόν οικογενειακή παράδοση. Γιατί; Επειδή ο Σαμαράς δεν μπήκε ποτέ στο παιχνίδι τους. Δεν δέχτηκε να γίνει μέρος μιας λογικής που θυμίζει αυτό που συχνά περιγράφεται ως «μαφιόζικη», όταν, δηλαδή, δίνεις κάτι που δεσμεύει τον άλλον, τον εμπλέκεις σε μια σχέση που δεν μπορεί να σπάσει, και έτσι τον ελέγχεις. Ο Σαμαράς δεν δέχτηκε τίποτα. Δεν χρωστούσε τίποτα. Και αυτό, για μια οικογένεια που λειτουργεί με όρους απόλυτης συνοχής, ήταν ασυγχώρητο.
Το μίσος, όταν ριζώσει, γίνεται ανεξέλεγκτο. Ευκολότερο είναι να κόψεις το πιοτό παρά να δαμάσεις το μίσος. Και πράγματι, η οικογένεια Μητσοτάκη δεν το δάμασε ποτέ. Το κουβαλάει, το αναπαράγει, το μεταδίδει. Ο Σαμαράς, αντίθετα, δεν κινήθηκε ποτέ με βάση το συναίσθημα. Κινήθηκε με βάση την πολιτική του αντίληψη, την ιστορική του συνείδηση και την αίσθηση ότι ο πολιτικός πρέπει να έχει επίγνωση του στίγματος του, όπως ο ναυτίλος που γνωρίζει κάθε στιγμή τις διαστάσεις του χώρου όπου κινείται.
Αυτή η αντίληψη φάνηκε καθαρά το 1993. Η ίδρυση της Πολιτικής Άνοιξης δεν ήταν μια κίνηση τακτικής. Ήταν μια πράξη πολιτικής ανυπακοής, μια δήλωση ανεξαρτησίας, μια απόφαση που απαιτούσε θάρρος σε μια εποχή που ο δικομματισμός ήταν πανίσχυρος και οι συνθήκες εχθρικές. Ο Σαμαράς δεν είχε τίποτα να κερδίσει. Είχε μόνο να χάσει. Κι όμως το έκανε. Γιατί πίστευε ότι η πολιτική δεν είναι υπόθεση οικογενειακών συμφωνιών, αλλά υπόθεση αρχών. Γιατί πίστευε ότι ο ηγέτης δεν μπορεί να λειτουργεί ως εξάρτημα κανενός μηχανισμού. Γιατί πίστευε ότι η ιστορία γράφεται από αυτούς που τολμούν να μείνουν μόνοι.
Τριάντα χρόνια μετά, η ιστορία μοιάζει να επαναλαμβάνεται. Η οικογένεια Μητσοτάκη βρίσκεται ξανά στην κορυφή, το παλιό μίσος παραμένει ζωντανό, η Νέα Δημοκρατία έχει αλλάξει φυσιογνωμία, και ο Σαμαράς βρίσκεται ξανά μπροστά σε μια στιγμή που θυμίζει το 1993, αλλά με εντελώς διαφορετικούς όρους. Τώρα δεν είναι ο νεαρός πολιτικός που συγκρούεται με μια οικογενειακή δυναστεία. Είναι ένας πρώην πρωθυπουργός, ένας πολιτικός με ιστορικό βάρος, ένας άνθρωπος που γνωρίζει πια όχι μόνο τις διαστάσεις του χώρου, αλλά και τις ψυχικές διαστάσεις των ανθρώπων που καλείται να οδηγήσει… και φυσικά ο τότε δικομματισμός δεν υπάρχει. Το πολιτικό σύστημα είναι πολυκερματισμένο και η ΝΔ έχει μεταμορφωθεί.
Και μέσα σε αυτή τη συγκυρία, όπου η οικογένεια Μητσοτάκη συνεχίζει να λειτουργεί με τη γνωστή της λογική, ο Σαμαράς βρίσκεται ξανά μπροστά σε μια στιγμή που ξεπερνά την προσωπική του πορεία. Είναι μια στιγμή που αφορά την δεξιά, την ιστορική της ταυτότητα, αλλά και κάτι βαθύτερο, την ίδια την πατρίδα. Γιατί, είτε συμφωνεί κανείς μαζί του είτε όχι, ένα πράγμα δεν μπορεί να του το αρνηθεί, ότι σε κάθε κρίσιμη στιγμή λειτούργησε με το βλέμμα στραμμένο στην Ελλάδα και όχι σε οικογενειακά συμφέροντα, μηχανισμούς ή προσωπικές εξαρτήσεις.
Ο Σαμαράς υπήρξε πάντα πολιτικός που έβαζε την πατρίδα πάνω από το κόστος. Το έκανε το ’92 στο Μακεδονικό, το έκανε το ’93 όταν έσπασε τον δικομματισμό, το έκανε το 2012 όταν ανέλαβε μια χώρα στα όρια της κατάρρευσης. Και τώρα, τριάντα χρόνια μετά, βρίσκεται ξανά στο ίδιο σταυροδρόμι, αλλά αυτή τη φορά με την εμπειρία, τη γνώση και το ιστορικό βάρος ενός ανθρώπου που έχει δει την Ελλάδα από όλες τις πλευρές. Από την κορυφή, από την απομόνωση, από την ευθύνη, από τη σύγκρουση.
Το τι θα αποφασίσει να κάνει δεν είναι απλώς πολιτική επιλογή. Είναι πράξη ιστορικής σημασίας. Γιατί υπάρχουν στιγμές που η πατρίδα δεν ζητά από τον πολιτικό να είναι αρεστός, αλλά να είναι χρήσιμος. Δεν ζητά να ακολουθήσει το ρεύμα, αλλά να το αλλάξει. Δεν ζητά να υποταχθεί, αλλά να σταθεί όρθιος.
Και ο Σαμαράς, με όλη τη διαδρομή του, με όλα τα λάθη και τις δικαιώσεις του, με όλη τη σύγκρουση που κουβαλάει απέναντι σε μια οικογένεια που τον μίσησε επειδή δεν μπόρεσε ποτέ να τον ελέγξει, βρίσκεται ξανά μπροστά σε μια απόφαση που μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για την Ελλάδα. Ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό μέτρο ενός πατριώτη, όχι πόσες φορές κέρδισε, αλλά πόσες φορές τόλμησε. Και ο Σαμαράς, αν μη τι άλλο, τόλμησε. Το μόνο που μένει τώρα είναι να δούμε αν θα τολμήσει ξανά, για την δεξιά, για την ιστορία, και πάνω απ’ όλα για την πατρίδα.


Κάντε κάτι κύριε Πρόεδρε!!!
Χάνεται η Χώρα μας!!! Χανόμαστε ….