Από τη Βαβέλ της αντιπολίτευσης στο θεσμικό και πολυκομματικό Χάος του Μητσοτακισμού
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η πρόσφατη τοποθέτηση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στο Υπουργικό Συμβούλιο, με την οποία επιτέθηκε στις «υποτιθέμενες θεσμικές δυνάμεις» της αντιπολίτευσης κατηγορώντας τες για απώλεια σοβαρότητας και περιγράφοντας μια «πολιτική Βαβέλ», φέρνει στο προσκήνιο τη βαθιά κρίση της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής σκηνής. Το σκηνικό αυτής της Βαβέλ μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, ανάγλυφο στην καθημερινότητα, καθώς ο Αλέξης Τσίπρας ανακοινώνει το «ΕΛΑΣ» ως όνομα νέου πολιτικού φορέα, η Μαρία Καρυστιανού καταθέτει στον Άρειο Πάγο την ιδρυτική διακήρυξη του κόμματος «Ελπίδα για τη Δημοκρατία», ενώ ο Νίκος Ανδρουλάκης και ο Κυριάκος Βελόπουλος εγκλωβίζονται σε μια στείρα ρητορική, ζητώντας ουτοπικές αυτοδυναμίες.
Ωστόσο, η πρωθυπουργική διάγνωση που παρουσιάζει την αντιπολίτευση ως μια ασυνάρτητη Βαβέλ με μοναδικό συνεκτικό στοιχείο την κυβερνητική καταγγελία είναι ελλιπής και παραπλανητική, διότι επιχειρεί να αποκρύψει το βαθύτερο, δομικό πρόβλημα της χώρας. Την πραγματική απάντηση σε αυτή την εικόνα έδωσε η ιστορική αποστροφή του Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος διέγνωσε με ακρίβεια την ουσία της σημερινής πραγματικότητας υπογραμμίζοντας ότι «ο Μητσοτάκης είναι το χάος», μια διαπίστωση που έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με το πρωθυπουργικό αφήγημα και αποκαλύπτει μια πολύ πιο επικίνδυνη διαδικασία, την ταυτόχρονη, δηλαδή, αποδόμηση των θεσμών και τη σκόπιμη ρευστοποίηση του κομματικού χάρτη.
Σε αυτή την κρίσιμη καμπή, ο Αντώνης Σαμαράς λειτουργεί ως καταλύτης για τη δημοκρατική συνείδηση, υπενθυμίζοντας με την παρέμβαση του αυτή ότι το πολυκομματικό χάος που βιώνουμε σήμερα δεν προέκυψε στο κενό, αλλά αποτελεί το άμεσο προϊόν και το σύμπτωμα του τρόπου διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη. Προκειμένου να διατηρήσει την απόλυτη κυριαρχία του, ο Μητσοτακισμός εφάρμοσε συστηματικά τη στρατηγική του «Κανένας Άλλος», επιδιώκοντας την τεχνητή απαξίωση των υπαρχουσών θεσμικών δυνάμεων και καλλιεργώντας μια πολιτική έρημο που τελικά δεν γέννησε σταθερότητα, αλλά οργή και κατακερματισμό.
Το Μέγαρο Μαξίμου βολεύεται αφάνταστα από μια αντιπολίτευση σπασμένη σε δεκάδες κομμάτια, καθώς όσο οι εσωτερικοί αντίπαλοι αναλώνονται σε έναν εμφύλιο επιβίωσης, η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανίζεται ως η μοναδική «σοβαρή» επιλογή. Αυτή η διαχειριστική αλαζονεία παραγνωρίζει τη βαθιά επισήμανση του Μαξ Βέμπερ ότι η δημοκρατία αναγκάζει τους πολιτικούς να αναγνωρίσουν το αναπόφευκτο των απρόβλεπτων συνεπειών, αφού στην πολιτική «ό,τι κάνεις θα γυρίσει να σε δαγκώσει».
Ο κίνδυνος των αυταρχικών «τεχνοκρατών» της σημερινής εξουσίας έγκειται ακριβώς στο ότι μεταχειρίζονται την πολιτική σαν ένα μηχάνημα που μπορούν να ελέγξουν, χρησιμοποιώντας την επικοινωνιακή επιβολή για να καταστείλουν το φυσικό, ζωντανό «ακατάστατο» της πολιτικής ζωής, με αποτέλεσμα, όταν η σύγχυση ξεφεύγει από τον έλεγχο τους, να μην διαθέτουν τα μέσα να τη διαχειριστούν, γεννώντας το απόλυτο χάος.
Αυτό το δίδυμο χάος, θεσμικό και πολυκομματικό, πλήττει ανεπανόρθωτα τη συνοχή του κράτους και έχει άμεσο, δραματικό αντίκτυπο στην εθνική ισχύ, καθώς μια δημοκρατία είναι απολύτως αδύνατο να εφαρμόσει σοβαρή και αξιόπιστη εξωτερική πολιτική αν οι εσωτερικές αντίπαλες παρατάξεις δεν επιδείξουν ένα μίνιμουμ συγκράτησης η μία έναντι της άλλης. Από τη στιγμή που αποκλειστικός αντικειμενικός σκοπός της πολιτικής ζωής γίνεται η ολοκληρωτική εξόντωση και η νίκη επί των εσωτερικών αντιπάλων, οι συνεκτικοί δεσμοί του έθνους παύουν να υφίστανται, και η χώρα απογυμνώνεται διεθνώς, αδυνατώντας να χαράξει μια μακροπρόθεσμη στρατηγική.
Όταν η κυβέρνηση αντιμετωπίζει κάθε κριτική όχι ως «φιλική» προσπάθεια βελτίωσης, αλλά ως «εχθρική» απειλή κατά της αυθεντίας της, διολισθαίνει σε ένα ολοκληρωτικό πνεύμα, διότι ο ολοκληρωτισμός, από τη φύση του, αδυνατεί να δεχτεί την κριτική καθώς κάθε αμφισβήτηση πλήττει το αλάνθαστο της εξουσίας. Ταυτόχρονα, όταν το πολιτικό σύστημα μετατρέπεται σε μια αρένα όπου δεκάδες μικροί και μεγάλοι παίκτες μάχονται χωρίς κανέναν κοινό κώδικα αξιών, η έννοια της πολιτικής διολισθαίνει από την ουσιαστική παραγωγή θέσεων στην καθαρή επικοινωνία.
Αυτή η βαθιά μετάλλαξη της δημοκρατίας αποτυπώνεται ανάγλυφα στην ανάλυση του Παναγιώτη Κονδύλη για την παρακμή του αστικού πολιτισμού, όπου περιγράφεται η μετάβαση από τον κλασικό φιλελευθερισμό στη «μαζική δημοκρατία», μια κατάσταση όπου η ουσιαστική πολιτική συζήτηση και ο Λόγος μετατρέπονται σε στείρα επικοινωνιακά τεχνάσματα.
Στον πολιτισμό της μαζικής δημοκρατίας που καλλιεργεί ο Μητσοτακισμός, η επικοινωνία συνάπτεται με τον απολιτικό ηδονισμό, την αδιαφορία και, κυρίως, την ατιμωρησία, οδηγώντας σε έναν αποϊδεολογοποιημένο αγώνα για χειροπιαστά υλικά αγαθά και τη νομή της εξουσίας. Χωρίς ιδεολογικές διαμεσολαβήσεις και μεγάλες κοινωνικές προτάσεις, τα κόμματα παύουν να εκφράζουν συλλογικά οράματα και μετατρέπονται σε «προσωπικά οχήματα» αρχηγών που διεκδικούν ένα εφήμερο μερίδιο, κάτι που, όπως προειδοποιούσε ο Κονδύλης, συνιστά σε τελευταία ανάλυση μια μερική επιστροφή στο ζωικό βασίλειο της επιβολής.
Το τελικό κριτήριο για την κατάσταση της δημοκρατίας μας και τον εκφυλισμό της σε αυτό το πολυκομματικό και θεσμικό χάος έρχεται από την πολιτική θεωρία του Αριστοτέλη, ο οποίος στα Πολιτικά του διαχωρίζει την αληθινή «Πολιτεία», δηλαδή τη δημοκρατία των νόμων, από την ακραία μορφή δημοκρατίας που λειτουργεί με βάση τα περιστασιακά, φωτογραφικά και καιροσκοπικά ψηφίσματα. Η σημερινή διακυβέρνηση, παρακάμπτοντας ουσιαστικά τη λειτουργία της Βουλής και νομοθετώντας κατά βούληση με την αλαζονεία της πλειοψηφίας ή και με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, κατευναστικά επιδόματα της τελευταίας στιγμής και επικοινωνιακές σκοπιμότητες, διολισθαίνει σε αυτό που ο φιλόσοφος ονόμαζε οχλοκρατία, ένα απαράδεκτο, δεσποτικό-τυραννικό καθεστώς κολάκων και δημαγωγών που δεν έχει καμία σχέση με την αληθινή δημοκρατία.
Η ανάγκη για θεσμική θωράκιση αναδεικνύει ότι το πραγματικό θεμέλιο της πολιτείας δεν είναι οι απρόσωποι μηχανισμοί, αλλά οι άνθρωποι που τους υπηρετούν με αίσθημα ευθύνης. Η επιλογή της δημοκρατικής οδού εμπεριέχει τη βαθιά παραδοχή ότι ακόμη και τα σφάλματα μιας εκλεγμένης κυβέρνησης είναι προτιμότερα από την υποταγή στις διαταγές μιας δήθεν αλάνθαστης, τεχνοκρατικής ελίτ που κυβερνά ερήμην της κοινωνίας.
Συνεπώς, το αληθινό διακύβευμα που ορθώνεται σήμερα δεν εντοπίζεται στη θορυβώδη Βαβέλ της αντιπολίτευσης, αλλά στην ανάγκη να αναχαιτιστεί το βαθύ θεσμικό και πολυκομματικό Χάος που αφήνει πίσω της η διακυβέρνηση Μητσοτάκη. Η αποκατάσταση της ισονομίας, ο σεβασμός στους κανόνες του πολιτεύματος και η εξεύρεση ενός ελάχιστου κοινού τόπου συνεννόησης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων αποτελούν πλέον όρους εθνικής επιβίωσης, ώστε η χώρα να αποκτήσει ξανά σταθερό τιμόνι απέναντι στις σύγχρονες γεωπολιτικές προκλήσεις.

