Ο επόμενος Πρόεδρος της Δημοκρατίας 

Γράφει ο Αντώνιος Μιχελόγγονας, Νομικός

Να ξεκαθαρίσω καταρχάς ότι το παρόν κείμενο δε στοχεύει να προχωρήσει σε προβλέψεις ή προγνωστικά για το πρόσωπο που τελικά θα προκριθεί για την υψηλή θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας. Σε καμία περίπτωση δε διαθέτουμε τέτοια πληροφόρηση, ελάχιστοι μόνο άνθρωποι μπορούν να πιθανολογουν βάσιμα, πόσο μάλλον να γνωρίζουν, ποια ονόματα έχουν όντως προοπτική. 

Επίσης, το παρόν κείμενο σε καμία περίπτωση δε σκοπεύει να προβεί σε πρόταση ή υπόδειξη συγκεκριμένου προσώπου για το αξίωμα, ούτε στον αποκλεισμό άλλων. Δεν είναι δική μας αρμοδιότητα να το κάνουμε. 

Ωστόσο, τις τελευταίες εβδομάδες βλέπουμε μεμονωμένα ΜΜΕ να προβαίνουν σε μια συστηματική αρνητική στοχοποίηση του Αντώνη Σαμαρά, το όνομα του οποίου είναι μεταξύ των πολλών που ακούγονται για τη θέση. Αυτοί λοιπόν οι μεμονωμένοι σχολιαστές, που ανήκουν κατά βάση στην αριστερά, υπάρχει όμως και μια μερίδα που αυτοπροσδιορίζονται ως κεντρώοι ή κεντροδεξιοί, προσπαθούν εδώ και αρκετό καιρό να πείσουν όσους τους ακούνε ή τους διαβάζουν για την ακαταλληλότητα του Αντώνη Σαμαρά για το ανώτατο αξίωμα. Ισχυρίζονται πως το παρελθόν του, ο χαρακτήρας του και η (δήθεν) χαμηλή δημοφιλία του στην ελληνική κοινωνία αποτελούν αποτρεπτικούς παράγοντες για την επιλογή του. 

Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Καταρχάς, πρέπει να έχει κανείς στο μυαλό του τι χαρακτηριστικά πρέπει να έχει ο ΠτΔ. Με απλά λόγια, τι Πρόεδρο της Δημοκρατίας θέλουμε. 

Στη δημόσια συζήτηση όπως έχει διεξαχθεί μέχρι στιγμής, το κυρίαρχο, αν όχι αποκλειστικό κριτήριο, είναι η αποδοχή από την πλειοψηφία του πολιτικού συστήματος του προσώπου που θα επιλεγεί. Βασικά, με τον τρόπο που γίνεται αυτή η συζήτηση μάλλον δε μιλάμε καν για πλειοψηφία, μιλάμε για σχεδόν ομοφωνία. Για αυτό και θεωρείται σχεδόν αυτονόητο πως το πρόσωπο που θα επιλεγεί πρέπει να προέρχεται από την Κεντροαριστερά. Σαν ένδειξη σύμπνοιας των πολιτικών δυνάμεων. Εκτός φυσικά αν επιλεγεί εκ νέου ο νυν ΠτΔ, που θεωρείται δεδομένο ότι θα λάβει και τη στήριξη της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Σε κάθε περίπτωση, αποκλείεται βάσει της λογικής αυτής οποιοσδήποτε υποψήφιος προερχόμενος από την παράταξη του πρωθυπουργού, γιατί στο πλαίσιο της «πολιτικής συναίνεσης» επιβάλλεται να προταθεί πολιτικός αντίπαλος. 

Να είμαστε συνεννοημένοι. Το κριτήριο της αποδοχής του πολιτικού συστήματος σαφώς υπάρχει. Δεν είναι όμως το βασικό. Δεν αρκεί να έχει κανείς τη συμπάθεια των πολιτικών του αντιπάλων για να είναι ο κατάλληλος πρώτος πολίτης της χώρας. Αντιθέτως, η λογική αυτή μπορεί να υποκρύπτει κινδύνους. Η αποδοχή από τους πολιτικούς αντιπάλους δεν είναι πάντα αποτέλεσμα των ικανοτήτων ή των επιτευγμάτων του πολιτικού ανδρός. Συχνά είναι αποτέλεσμα απάθειας, αδράνειας, και με κάθε τρόπο αποφυγής της φθοράς. Ονόματα δε λέμε. 

Επιπλέον, η λογική αυτή υιοθετεί πλήρως την οπτική ότι ο ΠτΔ είναι ένα καθαρά συμβολικό αξίωμα χωρίς ουσιαστικό νόημα. Σημασία έχει μόνο η δυνατότητα εκλογής του και η συμπάθεια των πολιτικών δυνάμεων προς το πρόσωπό του, ώστε να τον δέχονται σε αυτή τη θέση. Δε χρειάζεται να κάνει οτιδήποτε, δε χρειάζεται να έχει οποιοδήποτε χαρακτηριστικό εκτός της πολιτικής αποδοχής. 

Περαιτέρω, ως αποτέλεσμα των ανωτέρω παραδοχών εμφανίζεται και η άλλη προοπτική. Αυτή της επιλογής «άφθαρτου προσώπου, εκτός της πολιτικής σκηνής». Αφού έτσι κι αλλιώς όποιος επιλεγεί θα είναι διακοσμητικός και το μόνο που απαιτείται είναι να τον αποδέχονται οι πολιτικές δυνάμεις σε αυτή τη θέση, τα πρόσωπα εκτός πολιτικής φαίνεται να αποτελούν μια ασφαλή επιλογή χωρίς ρίσκο. 

Εν ολίγοις, αν κρίνουμε από τη δημόσια συζήτηση όπως έχει διεξαχθεί μέχρι στιγμής, ο ΠτΔ είναι ένας θεσμός τόσο συμβολικός, που μπορούμε να τοποθετήσουμε στη θέση κάποιο άοσμο, δημοφιλές, αλλά δίχως διοικητικές ικανότητες πρόσωπο, που απλά έχει δυνατότητα να εκλεγεί από τη Βουλή και να παραμείνει στο αξίωμα για μια πενταετία. 

Σαφώς και η οπτική αυτή δεν είναι σωστή. Σίγουρα για την επιλογή ΠτΔ, όπως και για κάθε αξίωμα που καλύπτεται κατόπιν εκλογικής διαδικασίας, η δυνατότητα του υποψηφίου να εκλεγεί έχει σημασία. Αλλιώς όσο σπουδαίος κι αν είναι δεν έχει νόημα. Και πράγματι, οι αρμοδιότητές του είναι περιορισμένες. Αυτό όμως δεν τον καθιστά διακοσμητικό. 

Μπορεί να μην είναι εκτελεστικός, συνεχίζει όμως να εκπροσωπεί τη χώρα στα διεθνή φόρα. Συναντιέται με ομολόγους του, επικοινωνεί με το εξωτερικό. Το κύρος κι η επιρροή που μπορεί να ασκεί σε πρόσωπα, διεθνείς οργανισμούς ή άλλα κράτη μπορεί να είναι σημαντικά για τις εθνικές υποθέσεις. Το πρόσωπό του στη διεθνή κοινότητα, εκτός του ότι αντανακλά σε μεγάλο βαθμό το κύρος της χώρας, έχει ουσιαστική σημασία. Το δεδομένο ότι δεν υπογράφει μόνος του συνθήκες και δε δεσμεύει τη χώρα δε σημαίνει ότι δε μπορεί να αξιοποιείται, έστω και ατύπως, από την ελληνική κυβέρνηση για την προώθηση των εθνικών συμφερόντων. 

Αντίστοιχα ισχύουν και για τις εσωτερικές του αρμοδιότητες. Δεν κυβερνά, δε λαμβάνει αποφάσεις ούτε καθορίζει την πολιτική της χώρας. Συμμετέχει όμως στη διοικητική διαδικασία (πχ με την προσυπογραφή και τη δημοσίευση Π.Δ), προεδρεύει στα συμβούλια πολιτικών αρχηγών, απευθύνεται στο λαό με διαγγέλματα. Και φυσικά, ούτε στο εσωτερικό πεδίο αποκλείεται η άτυπη συμμετοχή του στις εξελίξεις. Από μια ενωτική παρέμβαση του στο συμβούλιο πολιτικών αρχηγών μέχρι ένα άτυπο τηλεφώνημα συμφιλίωσης. Το γεγονός δηλαδή ότι ο συνταγματικός του ρόλος είναι περιορισμένος δε σημαίνει ότι καθίσταται απλά διακοσμητικός. Άλλο αν κάποιοι τον προτιμούν έτσι. 

Εν ολίγοις, αν θες να θεωρήσεις τον ΠτΔ ένα ακόμα διακοσμητικό στοιχείο του Προεδρικού Μεγάρου τότε το μόνο προσόν που απαιτείται είναι η αποδοχή του πολιτικού συστήματος. Αν όμως θες έναν ΠτΔ που θα προσφέρει έργο στη χώρα από τη θέση αυτή, που θα είναι χρήσιμος στην εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά και θεματοφύλακας των εθνικών συμφερόντων, απαιτούνται κι άλλα προσόντα. Απαιτείται ο σεβασμός τόσο των πολιτικών φίλων όσο και των πολιτικών του αντιπάλων, κι όχι απλά η συμπάθεια ή η αποδοχή. Απαιτείται να έχει διεθνές κύρος, να τον γνωρίζουν και να τον εκτιμούν στο εξωτερικό. Απαιτείται εμπειρία, καθώς μπορεί να κληθεί να χειριστεί κρίσιμες καταστάσεις ως τυπικά ανώτερος. Και φυσικά, απαιτείται να έχει αποδείξει ότι είναι αποδοτικός, καθώς είτε τυπικά είτε άτυπα θα κληθεί να συνεισφέρει στη διακυβέρνηση της χώρας. 

Πάμε τώρα στο προκείμενο. Μπορεί κανείς να συμπαθεί ή να αντιπαθεί τον Αντώνη Σαμαρά. Μπορεί να εμφορείται είτε από πολιτικά είτε από προσωπικά κίνητρα. Κανένα όμως από τα προσόντα που προανέφερα δεν του λείπει για το αξίωμα του ΠτΔ. 

Μπορεί να μην ανήκε ποτέ στους «μετριοπαθείς» ή «συναινετικούς» πολιτικούς, που περνούσαν απαρατήρητοι και οι αντίπαλοι τους αγαπούσαν. Έκανε όμως τη συναίνεση και τη συνεργασία πράξη. Ηγήθηκε επί τρία χρόνια της μοναδικής κυβέρνησης συνεργασίας στη Μεταπολίτευση που κυβέρνησε κανονικά, και δε διαλύθηκε από ενδοκυβερνητικές κόντρες αλλά από ενέργειες της αντιπολίτευσης. Όσοι ισχυρίζονται ότι ο πρώην πρωθυπουργός δεν είναι ενωτική επιλογή να θυμούνται ότι οι συνεργασίες κι οι υποχωρήσεις κρίνονται στην πράξη. 

Ομοίως, κανείς δεν αμφισβητεί πλέον ότι ήταν καλός πρωθυπουργός. Αντιθέτως, το έχουν παραδεχθεί πολλοί αντίπαλοί του από εκείνη την περίοδο. Και το αντιλαμβάνεται κάθε λογικός άνθρωπος ενθυμούμενος την τριετία διακυβέρνησης του και την τετραετία Τσίπρα που ακολούθησε. Και φυσικά, έχει ένα πολύ καλό πρόσωπο στο εξωτερικό, αποτέλεσμα των θητειών του ως ΥΠΕΞ, ευρωβουλευτής και πρωθυπουργός. 

Έχει αποδείξει την αποτελεσματικότητα του στο χειρισμό καταστάσεων, και αποτελεί μια δοκιμασμένη επιλογή για τις προκλήσεις της θέσης του ΠτΔ. Υπάρχουν άνθρωποι σε κρίσιμα πόστα στην ΕΕ, στο ΝΑΤΟ, σε συμμαχικές μας χώρες που τον υπολογίζουν, τον σέβονται ή τους ασκεί επιρροή.

Ομοίως υπάρχουν παράγοντες στο εσωτερικό, πολιτικοί και μη, που τον λαμβάνουν σοβαρά υπόψη. Θα έχει τη δυνατότητα να βοηθήσει την εκάστοτε κυβέρνηση όπου τον χρειαστεί, είτε αυτό σημαίνει την αγαστή συνεργασία του στη διοικητική διαδικασία είτε τη βοήθειά του σε μια διεθνή διαπραγμάτευση, είτε την εμπειρία και την παρέμβασή του σε μια εσωτερική πολιτική κρίση. Εν ολίγοις, αν επιλεγεί έχει όλα τα φόντα για να αναδειχθεί σε έναν χρήσιμο ΠτΔ. 

Τέλος, το όνομά του έχει πλέον συνδεθεί με τη συνεπή του στάση επί δεκαετίες στα εθνικά ζητήματα, και με τη μάχη που έδωσε η χώρα επί της διακυβέρνησης του για την παραμονή στην ΕΕ και τη διάσωση της οικονομίας. Διέπεται δηλαδή από καλό συμβολισμό. 

Πολλοί αναδεικνύουν σα μειονέκτημα της επιλογής του την εχθρότητα του με το ΣΥΡΙΖΑ. Ότι αποτελεί κόκκινο πανί για τον Αλέξη Τσίπρα, και δε θα σεβαστεί την επιλογή. Οκ, το ακούω το επιχείρημα. Ας αναλογιστούν μόνο όσοι το επικαλούνται αν είναι λογικό σε ένα τέτοιο ζήτημα η κοινοβουλευτική μειοψηφία να επιβάλλει τις επιλογές της στην πλειοψηφία. Μήπως είναι καιρός να μάθει κι η αριστερά να είναι θεσμική, και να αποδέχεται και τις επιλογές της Βουλής που δεν της αρέσουν; 

Πολλοί επίσης αναφέρονται στην πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη το 1993, για την οποία θεωρείται υπεύθυνος. Φυσικά, έκτοτε μεσολάβησαν πολλά. Από την επιστροφή του στη ΝΔ και την εκλογή του στην πρωθυπουργία, μέχρι την αμέριστη στήριξη που παρείχε στον Κυριάκο Μητσοτάκη για να εκλεγεί αρχικά πρόεδρος κι έπειτα να αναδειχθεί πρωθυπουργός. Έχουν εν ολίγοις γίνει πολλά αποφασιστικά βήματα συμφιλίωσης, και είναι αστείο να αναφερόμαστε ακόμα σε σύγκρουση ή διάσταση. Σε κάθε πάντως περίπτωση, αν θεωρείται ότι υπάρχει ακόμα χάσμα από τότε, είναι μια ιδανική ευκαιρία να γεφυρωθεί οριστικά.

Η στήριξη Μητσοτάκη από Σαμαρά και Σαμαρά από Μητσοτάκη για πρωθυπουργία και προεδρία αντίστοιχα θα έκλεινε οριστικά κάθε κουβέντα για το αντίθετο. Και, δεδομένης της παλιάς, διαχρονικής ασθένειας της Κεντροδεξιάς να χωρίζεται σε φατρίες και ομάδες, θα έδινε ένα εξαιρετικά ενωτικό πολιτικό μήνυμα για το μέλλον.

Κλείνοντας, θέλω να διευκρινίσω τα εξής. Για τους λόγους που ανωτέρω αναλύθηκαν ο Αντώνης Σαμαράς είναι περισσότερο από κατάλληλος για ΠτΔ. Και όσοι ισχυρίζονται το αντίθετο κατά κανόνα το κάνουν από εμπάθεια ή ιδιοτελή κίνητρα. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι είναι ο μόνος κατάλληλος. Σαφώς υπάρχουν κι άλλοι. Η επιλογή του δεν είναι μονόδρομος, ενδεχομένως να μην υπάρχει καν σαν προοπτική. Το πρόσωπο που θα καταλάβει το αξίωμα θα επιλεγεί από τον πρωθυπουργό, ανάλογα με το πολιτικό μήνυμα που θέλει να περάσει. Ο πρώην πρωθυπουργός πάντως, σαφώς και θα ήταν μια καλή επιλογή.

Όπως προανέφερα, από εμάς προβλέψεις δε μπορούν να γίνουν. Θα ρίσκαρα μια εκτίμηση ότι ο καλός ΠτΔ είναι αυτός που το όνομά του ακούγεται πρώτη φορά από τον πρωθυπουργό από το βήμα της Βουλής. Αυτό έγινε τουλάχιστον τις προηγούμενες φορές. Προς Θεού όμως, όποιος κι αν επιλεγεί από καμία ερμηνεία, είτε του Συντάγματος είτε της συνταγματικής ιστορίας, δεν προκύπτει ότι αυτός πρέπει να είναι είτε πολιτικός αντίπαλος της κυβέρνησης είτε πρόσωπο εκτός πολιτικής. Το πρώτο κριτήριο πρέπει να είναι η εμπειρία και η αποτελεσματικότητα. Όσο κι αν το αξίωμα διακατέχεται από υψηλό συμβολισμό, δεν παύει να πρόκειται για τον πρώτο πολίτη της χώρας, και κανείς δε μπορεί να είναι σίγουρος για το ρόλο που θα κληθεί από την ιστορία να διαδραματίσει. 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.