Τι είμαστε εμείς; Τίποτα βουτυράδες;

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Απόψε που λες, γυρνούσα στο σπίτι με το αυτοκίνητο και πέτυχα στο ραδιόφωνο ένα αφιέρωμα στον αείμνηστο τον Τόλη τον Βοσκόπουλο. Εκεί ανάμεσα στα τραγούδια, έβαλαν και ένα απόσπασμα από μια παλιά του συνέντευξη, από αυτές που καθόσουν και τον χάζευες. Μίλαγε με εκείνη τη χαρακτηριστική βραχνάδα, με το μάγκικο και περήφανο στυλ του, και εξηγούσε πώς γίνεται να είσαι από τη μία ο απόλυτος σταρ και από την άλλη ένας γνήσιος ντερβίσης. Και πάνω εκεί που μίλαγε για το ελληνικό τραγούδι, για τις γυναίκες, για τη ζωή του, πέταξε τη μυθική ατάκα: «Τι είμαστε εμείς; Τίποτα βουτυράδες;».

Έτσι όπως το άκουγα στο τιμόνι, κόλλησε το μυαλό μου και άρχισα να κάνω τη σύνδεση με το σήμερα. Γιατί στην παλιά λαϊκή αργκό, ο «βουτυράς» ξέρεις ποιος ήταν. Ο φλώρος, ο άνθρωπος του σωλήνα που μεγάλωσε στα πούπουλα και δεν έχει ιδέα από πεζοδρόμιο, από μπέσα, από φιλότιμο και από το παντελόνι που φοράει. Και σκέφτηκα, ρε φίλε, πόσο ειρωνικά επίκαιρη είναι αυτή η κουβέντα του Τόλη. Κοίτα γύρω σου τι γίνεται. Η Ελλάδα σήμερα δεν υποφέρει μόνο στην πολιτική, υποφέρει και στον ίδιο τον πολιτισμό από μια στρατιά μεταμοντέρνων βουτυράδων που έχουν καταντήσει τη δημόσια ζωή ένα αποστειρωμένο, απολιτίκ ριάλιτι.

Και πάρε για παράδειγμα την ίδια την τέχνη, εκεί που ξεκινάνε όλα. Εκεί που κάποτε βγαίνανε θηρία σαν τον Βοσκόπουλο στην πίστα ή στο θέατρο και κατέθεταν την ψυχή τους, σήμερα κάνουν κουμάντο οι βουτυράδες της βιομηχανίας του θεάματος. Καλλιτέχνες κατασκευασμένοι στα εργαστήρια των social media, χωρίς βιώματα, χωρίς λαϊκή βάση, που το μόνο που τους νοιάζει είναι τα views και τα trends. Φοβούνται να πάρουν θέση για τα σοβαρά, δεν έχουν ίχνος από το ντερβισιλίκι του παλιού κόσμου και απλώς αναπαράγουν μια ξενόφερτη, αποστειρωμένη κουλτούρα για να μην τσαλακώσουν την εικόνα τους. Και φυσικά, αυτή η πολιτισμική αποχαύνωση καθρεφτίζεται ένα προς ένα και στην πολιτική.

Δες τι έκανε ο Μητσοτάκης. Πήρε μια ιστορική, λαϊκή παράταξη και τη μετέτρεψε μεθοδικά σε ένα υβριδικό, κεντροαριστερό πράγμα. Ένα κόμμα που κάποτε εξέφραζε την πατρίδα, την παράδοση, τη νοικοκυροσύνη, σήμερα έχει καταντήσει ο κύριος εκφραστής της woke ατζέντας στην Ελλάδα. Έχουμε γεμίσει πολιτικούς που νοιάζονται μόνο για τα likes στο TikTok και για το πώς θα φανούν καλά παιδιά στα παγκοσμιοποιημένα σαλόνια και στα ξένα κέντρα εξουσίας.

Μέσα σε όλη αυτή τη μετάλλαξη, βλέπεις μετά τον Αντώνη Σαμαρά και σου φαίνεται σαν την τελευταία υπενθύμιση μιας άλλης εποχής. Γιατί ο Σαμαράς εκπροσωπεί την παλιά σχολή, τον πολιτικό που έχει ιδεολογικά κόκκαλα και μιλάει για πατρίδα, για έθνος και για αξίες χωρίς να ιδρώνει το αυτί του αν θα τον «ακυρώσει» η εγχώρια ελίτ.

Αλλά μην νομίζεις ότι από την άλλη πλευρά πάμε καλύτερα. Το ίδιο έργο παίζεται. Ο Τσίπρας και η παρέα του, αφού πρώτα πούλησαν επανάσταση και σκίσιμο μνημονίων με ψεύτικους λεονταρισμούς, έγιναν γρήγορα τα καλύτερα παιδιά του συστήματος και άνοιξαν διάπλατα την πόρτα για να αποδομηθούν τα πάντα. Αυτή η νέα woke πολιτική τάξη πραγμάτων, που ξεκίνησε από την αριστερά και την αγκάλιασε τώρα και η «φιλελεύθερη» δεξιά, έχει έναν πολύ συγκεκριμένο στόχο, να κάνει τον κόσμο απολιτίκ.

Όταν καταφέρνουν και μετατοπίζουν τη συζήτηση στην κοινωνία και αντί να μιλάμε για την ακρίβεια που μας γονατίζει, για την εθνική κυριαρχία ή για την παιδεία, αναλωνόμαστε σε θεωρίες έμφυλης ταυτότητας, σε δικαιωματισμούς του καναπέ και σε politically correct γλωσσικούς περιορισμούς, τότε το σύστημα κερδίζει. Αυτό που θέλουν είναι έναν λαό χωρίς μνήμη, χωρίς ρίζες, χωρίς νεύρο. Έναν λαό από βουτυράδες που θα καταναλώνει παθητικά ό,τι του σερβίρουν οι οθόνες, είτε αυτό είναι ένα φτηνό ποπ τραγουδάκι είτε ένα πολιτικό non-paper, χωρίς να ενοχλεί κανέναν.

Η αντίφαση είναι για γέλια και για κλάματα. Όλοι αυτοί οι κυβερνώντες, μαζί με τους δήθεν προοδευτικούς καλλιτέχνες, μας μιλάνε για εξέλιξη, αλλά στην πραγματικότητα φέρνουν τον απόλυτο κομφορμισμό και την ισοπέδωση. Οι παλιοί ηγέτες, αλλά και οι αυθεντικοί εργάτες της τέχνης σαν τον Βοσκόπουλο, είχαν το θάρρος της γνώμης τους. Έβγαιναν μπροστά, είχαν αντρικό λόγο, είχαν πάθος και αναλάμβαναν το κόστος. Δεν περίμεναν τους επικοινωνιολόγους και τους managers να τους πουν τι θα πουν, πώς θα τραγουδήσουν και πώς θα σταθούν. Οι σημερινοί είναι απλοί διαχειριστές, τεχνοκράτες και image makers. Άνθρωποι που αν τους βγάλεις το auto-cue ή το autotune δεν ξέρουν τι να πουν και τι να τραγουδήσουν, γιατί δεν έχουν βιώματα, δεν έζησαν ποτέ ανάμεσα στον λαό και δεν ίδρωσαν ποτέ.

Το ερώτημα λοιπόν είναι απλό και μας καίει όλους… θα δεχτούμε να γίνουμε μια κοινωνία αποχαυνωμένη, ξεκομμένη από τις ρίζες της, που θα την πηγαίνουν καροτσάκι τα woke δίκτυα και οι πολιτικοί τους προστάτες; Ή θα θυμηθούμε ξανά τι σημαίνει αυθεντικότητα, αξιοπρέπεια και εθνική υπερηφάνεια; Γιατί αν ακούγαμε σήμερα προσεκτικά εκείνο το ραδιοφωνικό απόσπασμα, θα καταλαβαίναμε ότι ο μεγάλος Τόλης, αν έβλεπε όλη αυτή την αποστείρωση στην τέχνη, στην πολιτική και στην πατρίδα, θα μας κοίταζε στα μάτια και θα το φώναζε ξανά για χάρη όλων μας: «Τι είμαστε εμείς; Τίποτα βουτυράδες;».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.