Το 2012 δεν ήταν παρένθεση αλλά ημιτελής αποστολή

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Ξέρετε, δεν χρειάζεται να είναι κανείς πολιτικός αναλυτής για να καταλάβει τι συμβαίνει γύρω μας. Αυτό που ζήσαμε στη Γερμανία, στη Σαξονία‑Άνχαλτ, με το AfD να αγγίζει το 43,8% και το κόμμα του Μερτς να καταρρέει στο 17,2%, δεν ήταν ένα τυχαίο επεισόδιο. Ήταν το καμπανάκι που χτυπάει δυνατά σε ολόκληρη την Ευρώπη. Όταν οι κυβερνήσεις κλείνουν τα μάτια στο μεταναστευτικό, όταν πιέζουν την οικονομία, όταν επιβάλλουν ατζέντες που προσβάλλουν τις παραδοσιακές αξίες και την ταυτότητα του κόσμου, η αντίδραση της κοινωνίας είναι μαθηματικά βέβαιη.

Κι ενώ αυτό το κύμα σηκώνεται παντού, στην Ελλάδα βλέπουμε τον πρωθυπουργό να εμφανίζεται στη ΔΕΘ με μια αλαζονεία που δεν ταιριάζει στην πραγματικότητα που ζει ο κόσμος. Να δηλώνει ότι «δεν έχει δώσει οξυγόνο στην ακροδεξιά», την ώρα που η κοινωνία βράζει, οι γειτονιές αλλάζουν χωρίς σχέδιο, η ανασφάλεια μεγαλώνει και η δυσπιστία προς τους θεσμούς φουντώνει. Η αντίφαση είναι κραυγαλέα, γιατί αν πράγματι η κυβέρνηση έχει εξαφανίσει τον κίνδυνο των άκρων, τότε γιατί ο ίδιος ο πρωθυπουργός καταφεύγει στον πολιτικό εκβιασμό, «μετά από εμένα, χάος»;

Η αλήθεια είναι ότι το οξυγόνο στα άκρα δεν το δίνουν οι πολίτες. Το δίνει η πολιτική που τους αγνοεί. Όταν άνθρωποι που νοιάζονται για την πατρίδα, την Ορθοδοξία, τις παραδόσεις και την κοινωνική συνοχή αντιμετωπίζονται ως «υστερικοί» ή «οπισθοδρομικοί», τότε η αντισυστημική ψήφος είναι αντίδραση και όχι εκτροπή. Και όταν σε αυτό προστίθεται η αίσθηση ότι η δικαιοσύνη δεν λειτουργεί, ότι η ελίτ προστατεύει τον εαυτό της και ότι η καθημερινότητα γίνεται όλο και πιο δύσκολη, ο εκβιασμός «ή εγώ ή η καταστροφή» λειτουργεί μόνο ως λάδι στη φωτιά.

Και εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η μεγάλη διαφορά με την περίοδο 2012‑2014. Τότε, ο Αντώνης Σαμαράς δεν αντιμετώπισε μόνο τη Χρυσή Αυγή, την οποία κατήγγειλε και οδήγησε στην δικαιοσύνη. Αντιμετώπισε και τον αριστερό λαϊκισμό των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που απειλούσε να σαρώσει τα πάντα. Μπορεί το 2015 να έχασε τις εκλογές, κι εδώ είναι το κρίσιμο σημείο, αλλά δεν έχασε πολιτικά.

Πολιτικά πέτυχε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Σε μια εποχή που η μεταπολίτευση είχε φθαρεί τόσο βαθιά ώστε δεν μπορούσε εύκολα να αποσυνδεθεί από τον μακροχρόνιο λαϊκισμό, εκείνος κατάφερε να επαναφέρει έναν κοινό εθνικό στόχο. Να ξαναδώσει νόημα στη συλλογική προσπάθεια. Να ενώσει τις δημοκρατικές δυνάμεις γύρω από την ευθύνη, όχι γύρω από τον θυμό. Αυτή η επαναφορά του κοινού σκοπού για τη σωτηρία της πατρίδας υπήρξε η μεγαλύτερη παρακαταθήκη του.

Και αυτή η παρακαταθήκη ήταν η βάση για μια νέα μεταπολίτευση. Μια μεταπολίτευση που θα άφηνε πίσω της τον λαϊκισμό, θα αποκαθιστούσε την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και θα έδινε ξανά στον πολίτη την αίσθηση ότι η πολιτική έχει νόημα. Μια νέα μεταπολίτευση, ο σκοπός της οποίας έφερε τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην κυβέρνηση, με την στήριξη και πολιτικό αγώνα του Αντώνη Σαμαρά και που η διακυβέρνηση Μητσοτάκη πρόδωσε και απαρνήθηκε, όμως, στο βωμό της ακινησίας. Στο βωμό του «να μην αλλάξει τίποτα». Στο βωμό μιας τεχνοκρατικής διαχείρισης που δεν εμπνέει, δεν ενώνει και δεν προστατεύει.

Γι’ αυτό και σήμερα, καθώς η Ευρώπη βυθίζεται ξανά σε ένα κύμα ακραίων αντιδράσεων, καθώς η ακροδεξιά ενισχύεται και ο λαϊκισμός επιστρέφει με νέα μορφή, ο Αντώνης Σαμαράς μοιάζει να είναι ο μόνος που μπορεί να επαναφέρει τον κόσμο στις κάλπες για έναν κοινό σκοπό. Προσδοκία μας δεν είναι να ξαναζήσουμε το 2012, αλλά να ολοκληρώσουμε την προσπάθεια που τότε ξεκίνησε. Να χτίσουμε μια νέα μεταπολίτευση που θα σταθεί απέναντι σε κάθε μορφή λαϊκισμού είτε αυτός είναι δεξιός, αριστερός, είτε και τεχνοκρατικός-ακροκεντρώος που σήμερα έντονα και με απειλές βιώνουμε, και θα αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη του πολίτη στο κράτος, στους θεσμούς, στην ίδια τη Δημοκρατία. Όχι για να «τιμωρήσει» κάποιον, όχι για να εκβιάσει με ψεύτικα διλήμματα, αλλά για να ξαναδώσει νόημα στην πολιτική συμμετοχή. Για να ξαναχτίσει την εμπιστοσύνη ανάμεσα στον πολίτη και το κράτος. Για να επαναφέρει την παράταξη στον φυσικό της ρόλο, ως δύναμη εθνικής ευθύνης, θεσμικής σταθερότητας και πατριωτικής συνείδησης.

Η άνοδος των άκρων δεν σταματά με φόβο. Σταματά με καθαρή πολιτική ταυτότητα, με σεβασμό στους θεσμούς και με πίστη στην εθνική συνέχεια. Και αυτά είναι ακριβώς τα στοιχεία που η πολιτική διαδρομή του Αντώνη Σαμαρά έχει αποδείξει ότι μπορεί να εκπροσωπήσει. Κι’ αυτό ως αναγκαία πυξίδα για το μέλλον. Γιατί η χώρα δεν χρειάζεται άλλους εκβιασμούς, άλλες ψεύτικες βεβαιότητες ή άλλες τεχνοκρατικές αυταπάτες. Χρειάζεται ξανά έναν κοινό σκοπό και έναν ηγέτη που μπορεί να τον υπηρετήσει.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.