Η φυγή μιας πολύτεκνης οικογένειας από τη Φουρνά γκρεμίζει το αφήγημα της ισχυρής ΔΕΗ
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Σε μια εποχή που η ελληνική ύπαιθρος δίνει καθημερινή μάχη επιβίωσης με την ερήμωση και τη δημογραφική κατάρρευση, η κυβέρνηση επιλέγει να ζει στο δικό της παράλληλο σύμπαν. Ο Πρωθυπουργός εμφανίζεται σήμερα μόλις σε βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να πανηγυρίσει τα νέα τιμολόγια της ΔΕΗ, προβάλλοντας το αφήγημα πως μια «ισχυρή» επιχείρηση λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας για τους πολίτες. Αυτό όμως δεν αποτελεί απλώς μια επιλεκτική ανάγνωση των αριθμών. Είναι μια πλήρης, θεσμική αποκοπή από την πραγματικότητα της περιφέρειας, ένα επικοινωνιακό αφήγημα κατασκευασμένο για τα αστικά κέντρα, το οποίο καταρρέει αμέσως μόλις βγεις από τα όρια της Αττικής.
Το πολυδιαφημιζόμενο «0,115 ευρώ ανά κιλοβατώρα» συνιστά μια κλασική μισή αλήθεια, καθώς η κυβερνητική ρητορική συγχέει σκόπιμα τις εμπορικές αποφάσεις μιας εισηγμένης εταιρείας με τη δομική άσκηση κοινωνικής πολιτικής. Ναι, η ΔΕΗ το 2019 βρισκόταν πράγματι σε δύσκολη οικονομική θέση. Όμως η σημερινή «ευρωστία» της δεν προήλθε από κάποιο διοικητικό θαύμα, αλλά οφείλεται στις αλλεπάλληλες αυξήσεις τιμολογίων που επιβλήθηκαν την περίοδο 2019–2020 και γιγαντώθηκαν στην πλάτη των καταναλωτών.
Η οικονομική υγεία μιας εταιρείας συνδέεται τεχνητά με τις χαμηλές τιμές, ενώ η σχέση τους δεν είναι καθόλου άμεση. Η βελτίωση των ισολογισμών της ΔΕΗ δεν μεταφράζεται αυτόματα σε φθηνό ρεύμα για τα νοικοκυριά, αφού η εταιρεία ισχυροποιήθηκε από την ίδια την ακρίβεια που γονάτισε την κοινωνία. Και τώρα, η πολιτεία μας παρουσιάζει ως «κοινωνική ασπίδα» τις ελάχιστες αναπροσαρμογές μιας επιχείρησης που πλούτισε σε βάρος των ίδιων των πολιτών.
Την ίδια στιγμή, η πραγματικότητα για τον καταναλωτή αποτυπώνεται στο συνολικό ποσό του λογαριασμού. Εκεί, οι αυξημένες ρυθμιζόμενες χρεώσεις, τα τέλη μεταφοράς και διανομής, οι επιβαρύνσεις δικτύου και ο ΦΠΑ εξανεμίζουν κάθε προσχηματική ονομαστική «μείωση», ενώ το διαφημιζόμενο τιμολόγιο αφορά μία μόνο συγκεκριμένη επιλογή και όχι το σύνολο της αγοράς.
Αυτά τα αριθμητικά κόλπα μπορεί να ακούγονται καθησυχαστικά στις μεγάλες πόλεις, όπου η πυκνότητα των υποδομών δημιουργεί μια τεχνητή ψευδαίσθηση ασφάλειας, αλλά στην ελληνική ύπαιθρο το παραμύθι αυτό δεν αντέχει ούτε λεπτό. Την ώρα που η Αθήνα κομπάζει για εταιρικούς δείκτες, η σκληρή αλήθεια γράφεται από ιστορίες όπως αυτή του Στέφανου και της Βάσως. Πρόκειται για το πολύτεκνο ζευγάρι με τα έξι παιδιά που πριν από δύο χρόνια πήρε τη γενναία απόφαση να μετακομίσει στη Φουρνά Ευρυτανίας, ανοίγοντας μάλιστα το δικό του κατάστημα για να στηρίξει την τοπική οικονομία και να δώσει ζωή σε ένα ορεινό χωριό. Η απόφαση της οικογένειας αυτής να μαζέψει τα πράγματά της και να αποχωρήσει, μετά από δύο χρόνια σκληρής αλλά άνισης προσπάθειας, αποτελεί την πιο αμείλικτη διάψευση των πρωθυπουργικών εξαγγελιών.
Όταν άνθρωποι με μεράκι, πίστη και διάθεση προσφοράς εξωθούνται σε φυγή επειδή προσέκρουσαν στο δυσβάσταχτο κόστος διαβίωσης, στην ακρίβεια και στην παντελή έλλειψη στήριξης, αποδεικνύεται ότι η λεγόμενη «περιφερειακή πολιτική» εξαντλείται σε μια τακτική βιτρίνας. Χωρίς πραγματικά φθηνό ρεύμα, χωρίς ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις και χωρίς υποδομές που να προστατεύουν όσους τολμούν να επενδύσουν τη ζωή τους στην επαρχία, κανένας νέος άνθρωπος δεν πρόκειται να ριζώσει στα χωριά μας. Κι όσο ο πληθυσμός συσσωρεύεται στα αστικά κέντρα, τόσο η εθνική συνοχή υποσκάπτεται και η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς διαρρηγνύεται ανεπανόρθωτα.
Η χώρα δεν έχει ανάγκη από άλλες επικοινωνιακές νίκες στα χαρτιά, ούτε από βιντεάκια που πανηγυρίζουν για τις εταιρικές αποφάσεις. Χρειάζεται μια συγκροτημένη, εθνική στρατηγική που θα καταστήσει την περιφέρεια βιώσιμη, προσβάσιμη και φιλόξενη για όσους επιθυμούν να ζήσουν και να δημιουργήσουν σε αυτήν. Όσο η πολιτική ηγεσία επιμένει να απαντά στην ερήμωση των χωριών με αναρτήσεις για τη ΔΕΗ, την ώρα που οικογένειες αναγκάζονται να εγκαταλείπουν τα όνειρα τους, το μόνο που καταφέρνει είναι να επιταχύνει την παρακμή μιας Ελλάδας που σβήνει αθόρυβα μόλις βγεις από τα όρια της Αττικής.

