Πολεμώντας τους εχθρούς της πραγματικής αλλαγής

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος, Συγγραφέας

Συχνά αναρωτιόμαστε γιατί κάποιες χώρες προχωρούν πιο γρήγορα από άλλες σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, γιατί προοδεύουν ταχύτερα με την έννοια της οικονομικής ευμάρειας και της κοινωνικής εξέλιξης. Τι κρατά, άλλες χώρες, δέσμιες αποδεδειγμένα αναποτελεσματικών πρακτικών στερώντας τους τη δυνατότητα να εκμεταλλευτούν πλήρως τις τεχνολογικές και επενδυτικές ευκαιρίες που θα διευκολύνουν τη ζωή των πολιτών και θα ενισχύσουν το εισόδημα του;

Η Ελλάδα είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της δεύτερης λογικής. Κατορθώνει διαρκώς να σκορπά τις δυνατότητες και τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της, αναλώνοντας το χρόνο σε ανούσιες ιδεοληπτικές αντεγκλήσεις και φοβικές προσπάθειες διατήρησης κεκτημένων που δεν ανταποκρίνονται σε παρούσες και μελλοντικές ανάγκες, παρά μόνο στην αναπαραγωγή των απαιτήσεων μιας ξεπερασμένης εποχής.

Στην κρίσιμη μεταπολιτευτική περίοδο, τη στιγμή που ο πλανήτης ζούσε τον σταδιακό ψηφιακό μετασχηματισμό του και την παγκοσμιοποίηση των αγορών, ανοίγοντας, παρά τα αναμενόμενα σφάλματα, νέους αναπτυξιακούς δρόμους και θέτοντας καινούρια πολιτικά ζητούμενα, η Ελλάδα έμενε αλυσοδεμένη στα μεταπολεμικά απωθημένα και την αναζήτηση των σοσιαλιστικών παραδείσων.

Με όπλο τον άκρατο δανεισμό οικοδομήθηκε μια επίπλαστη ευμάρεια που στήριζε τον αλόγιστο συντεχνιασμό και γαλουγήθηκε μια πολιτική γενιά που προσκύνησε τον λαϊκισμό ως το απόλυτο εργαλείο κατάκτησης της εξουσίας και ένα κοινωνικό σύνολο που έκλεινε το μάτι στην παρανομία, την ευνοιοκρατία, το νεποτισμό. Το αποτέλεσμα γνωστό. Η πρόωρη είσοδος στο ευρώ, με ένα κράτος κι ένα οικονομικό περιβάλλον που δεν άντεχε στις νέες συνθήκες και τον σκληρό ανταγωνισμό, η δημοσιονομική κατάρρευση και η μνημονιακή δαγκάνα.

Πάνω από μια δεκαετία μετά, δεν μπορούμε με σιγουριά να ισχυριστούμε ότι διδαχθήκαμε πολλά από αυτή την επίπονη πορεία. Ακόμη και σήμερα κάθε μεταρρυθμιστική προσπάθεια συναντά τις ίδιες λυσσαλέες αντιδράσεις, με τα ίδια παρωχημένα, όπως τις προηγούμενες μεταπολιτευτικές δεκαετίες.

Από τα Πανεπιστήμια που… πρέπει να μένουν ανυπεράσπιστα απέναντι στην εγκληματικότητα στο όνομα της… ελευθερίας της έκφρασης. Η οικονομία… πρέπει να περιμένει κρατικοδίαιτη και ελεγχόμενη από συντεχνιακά συμφέροντα γιατί νόμος είναι το δίκιο του εργάτη. Τι κι αν ο εργαζόμενος οδηγείτε έτσι νομοτελειακά στην ανεργία. Το κράτος,.. πρέπει να είναι τεράστιο και να μην αξιολογείται κανείς για την αποδοτικότητα του. Η εξουσία ξέρει καλύτερα!

Για όλα αυτά ρίχνουμε μεγάλο μερίδιο ευθύνης στις “προοδευτικές” ιδεοληψίες, κατάλοιπα της 1ης βιομηχανικής επανάστασης που ελάχιστη αξία έχουν σε έναν κόσμο που μετασχηματίζεται εκ βάθρων στα πλαίσια της 4ης. Όμως αυτό το δεδομένο δεν περιορίστηκε στους πολιτικούς χώρους που το γέννησαν. Έριξε βαθιές ρίζες παντού και πλέον η αντίσταση σε κάθε αλλαγή, φυσιολογική ανθρώπινη αντίδραση για τη διατήρηση της ασφάλειας κι ενίοτε χρήσιμος ψυχολογικός αμυντικός μηχανισμός, κατάντησε διανοητική τυραννία που μας αποτρέπει από την αποδοχή και της πιο αυταπόδεικτης αλήθειας.

Και πώς ξεπερνιέται αυτή η κοινωνική φάση; Κάποτε θα λέγαμε με… επαναστάσεις και λαϊκές εξεγέρσεις. Όμως μεταρρυθμιστική εξέγερση απαιτεί ολοκληρωτική, μαζική αλλαγή νοοτροπίας κι αυτή δεν επιτυγχάνεται με ευχολόγια και θεωρίες. Είναι μια μακρά, δύσκολη, βιωματική διαδικασία. Άλλωστε η μεγάλη οικονομική κρίση χαρακτηρίστηκε από την “εξέγερση” της συνωμοσιολογίας κι όχι τόσο από την ανάδειξη της επιχειρηματολογίας.

Ο δεύτερος δρόμος είναι αυτός των εμπνευσμένων ηγετών. Σε πιο ώριμες κοινωνίες, με βαθύτερη αντίληψη των προβλημάτων και σύνεση, το ηγετικό υπόδειγμα λειτούργησε ως καθοδηγητικός φάρος, Όμως, στην Ελλάδα, ακόμη κι όταν εμφανίστηκαν τέτοιοι στην Ελλάδα βιαστήκαμε να τους αποκαθηλώσουμε και να επανέλθουμε στην λαϊκίστικη πεπατημένη. Είναι χαρακτηριστικά τα παραδείγματα του Κωνσταντίνου Καραμανλή και το Αντώνη Σαμαρά, που “απομακρύνθηκαν” πρόωρα από την εξουσία για να “αντικατασταθούν” από την αντιευρωπαϊκή, κρατικιστική λαίλαπα του Ανδρέα Παπανδρέου και του Αλέξη Τσίπρα, αντίστοιχα.

Βρισκόμαστε λοιπόν σε αδιέξοδο; Αδιέξοδα στις δημοκρατίες δεν υπάρχουν. Μόνο διαφορετικά σχέδια για την επίτευξη του στόχου. Σε αυτή τη συγκυρία το μεταρρυθμιστικό όραμα που σέβεται την εθνική ιδιαιτερότητα αποτελεί μόνο τη βάση μιας νέας πορείας. Αν δεν συνοδευτεί από θεσμικές παρεμβάσεις που να συνεισφέρουν στην ανάκτηση της εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα, από ουσιαστική αξιοκρατία που επιβραβεύει το αποτέλεσμα και υπομονή ώστε όλο αυτό να φέρει την απαιτούμενη αλλαγή νοοτροπίας, τότε θα παραμείνει ένα ακόμη μεγαλόπνοο όραμα που θα αναμασά μέρος της αντίστοιχης αμερικανικής και βρετανικής προσπάθειας 30-40 χρόνια πριν, με περιορισμένες πιθανότητες επιτυχίας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.