Πώς η οργανωτική δυσλειτουργία και η χαμηλή παραγωγικότητα μετατρέπουν το Ταμείο Ανάκαμψης σε χαμένη ευκαιρία

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Η αντίστροφη μέτρηση για την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) πλησιάζει στο τέλος της, φέρνοντας την ελληνική οικονομία αντιμέτωπη με τη σκληρή πραγματικότητα ενός προδιαγεγραμμένου διοικητικού και επενδυτικού αδιεξόδου. Πίσω από τις θριαμβευτικές κυβερνητικές διακηρύξεις και τους μεγαλεπήβολους τίτλους, αποκαλύπτεται μια εικόνα βαθιάς οργανωτικής δυσλειτουργίας, διοικητικού χάους και στρατηγικής αποτυχίας, η οποία απειλεί να τινάξει στον αέρα τη μεγαλύτερη ευκαιρία οικονομικού εκσυγχρονισμού της σύγχρονης Ελλάδας. Αυτό το διοικητικό Βατερλό γίνεται άμεσα ορατό στον ασφυκτικό αγώνα δρόμου στον οποίο έχει επιδοθεί το οικονομικό επιτελείο μαζί με τις τράπεζες, προκειμένου να προλάβουν την αυστηρή προθεσμία της 29ης Μαΐου 2026 για τη σύναψη νέων δανειακών συμβάσεων.

Η πίεση του χρόνου αναδεικνύει την αδράνεια και την έλλειψη συντονισμού του κρατικού μηχανισμού, καθώς, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, από τον συνολικό φάκελο των 17,7 δισ. ευρώ του δανειακού σκέλους, έως τα μέσα Απριλίου του 2026 είχαν συμβασιοποιηθεί μόλις 9,6 δισ. ευρώ. Η κάλυψη της τεράστιας διαφοράς των 8,1 δισ. ευρώ μέσα σε ελάχιστες εβδομάδες αποτελεί έναν στόχο πρακτικά ανέφικτο για τα δεδομένα της αγοράς και του διοικητικού μηχανισμού. Αυτή η αδυναμία απορρόφησης επιβεβαιώνει τις προειδοποιήσεις κορυφαίων τραπεζικών στελεχών, όπως του κ. Καραβία, ότι επενδύσεις ύψους 6 έως 8 δισ. ευρώ θα μείνουν οριστικά εκτός Ταμείου, αποδεικνύοντας ότι ο συντονισμός μεταξύ πολιτείας, τραπεζών και επιχειρηματιών υπήρξε κατώτερος των περιστάσεων.

Το χάος αυτό, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στις καθυστερήσεις, αλλά επεκτείνεται και στην ποιότητα του ίδιου του επενδυτικού ενδιαφέροντος, το οποίο χαρακτηρίζεται από μια ακραία και επικίνδυνη μονομέρεια. Αντί το ΤΑΑ να αποτελέσει τον μοχλό για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, η συντριπτική πλειοψηφία των αιτημάτων που εξετάζονται αφορά αποκλειστικά την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών πάρκων και την δημιουργία ή και εκσυγχρονισμό ξενοδοχειακών μονάδων. Αυτή η υπερσυγκέντρωση σε δύο μόνο κλάδους στερεί από την οικονομία την αναγκαία παραγωγική πολυφωνία, ένα πρόβλημα που γίνεται ακόμη εντονότερο αν αναλογιστεί κανείς ότι οι πόροι αυτοί κατευθύνονται σε ένα κλειστό κλαμπ ισχυρών. Οι πραγματικοί δικαιούχοι είναι μεγάλες επιχειρήσεις ή εταιρείες-οχήματα και παρακλάδια μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, γεγονός που αποκλείει την υγιή, αυτόνομη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα από τους πολύτιμους αυτούς πόρους.

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική αν ληφθεί υπόψη ότι η διογκωμένη ζήτηση που παρουσιάζεται στα χαρτιά είναι σε μεγάλο βαθμό εικονική και τεχνητή. Αν και μέχρι τον Μάρτιο του 2026 οι υπογεγραμμένες δανειακές συμβάσεις μέσω εμπορικών τραπεζών αφορούσαν επενδυτικά σχέδια συνολικού προϋπολογισμού 21,6 δισ. ευρώ – μέσα από ένα σχήμα μόχλευσης με 9,8 δισ. από το ΤΑΑ, 6,9 δισ. από τράπεζες και 4,9 δισ. από ίδια συμμετοχή – αυτό που κατατίθεται στην πραγματικότητα είναι συχνά απλώς προσωρινά αιτήματα. Κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί πόσα από τα εγκεκριμένα σχέδια θα προχωρήσουν σε πραγματική υλοποίηση, δημιουργώντας έναν σοβαρό κίνδυνο επενδυτικής «φούσκας» και εγκλωβισμού κεφαλαίων που δεν θα απορροφηθούν ποτέ.

Ανάλογη απογοητευτική εικόνα καθυστερήσεων και εγγενών αδυναμιών επικρατεί και στο μέτωπο των επιχορηγήσεων ύψους 18,2 δισ. ευρώ, καθώς μέχρι τον Δεκέμβριο του 2025 είχε διοχετευθεί στην πραγματική οικονομία μόλις το ποσό των 8,9 δισ. ευρώ. Πέρα όμως από την εμφανή καθυστέρηση και τον άμεσο κίνδυνο οριστικής απώλειας των υπόλοιπων πόρων, αναδεικνύεται ένα βαθύτερο δομικό πρόβλημα που αφορά την ποιότητα των επενδύσεων αυτών, οι οποίες ελάχιστα συμβάλλουν στην αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας της χώρας. Αν και οι πόροι αυτοί χρηματοδοτούν ένα ευρύ φάσμα αναγκαίων παρεμβάσεων, από ενεργειακές αναβαθμίσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ηλεκτρικές διασυνδέσεις νησιών και ψηφιακό μετασχηματισμό των ΜμΕ, μέχρι ανακαινίσεις νοσοκομείων, τον αυτοκινητόδρομο Κεντρικής Ελλάδας και κοινωνικές πολιτικές όπως το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ», στην πλειονότητά τους δεν δημιουργούν νέες, βιώσιμες και υψηλής προστιθέμενης αξίας παραγωγικές δομές.

Αυτές οι επιχορηγήσεις, παρά τη χρησιμότητα τους ως μεμονωμένα έργα, συχνά αναλώνονται σε προγράμματα χαμηλής οικονομικής πολλαπλασιαστικής ισχύος που εξαντλούνται στην επιδότηση της κατανάλωσης εισαγόμενων προϊόντων και τεχνολογίας, αντί να κατευθυνθούν στην εγχώρια βιομηχανική παραγωγή και την καινοτομία που θα θωράκιζαν μακροπρόθεσμα την ανταγωνιστικότητα της χώρας.

Ως γενικό συμπέρασμα, καθίσταται σαφές ότι το ΤΑΑ, αντί να λειτουργήσει ως ο ιστορικός μοχλός για τον καθολικό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας, εξελίσσεται σε ένα κλειστό εργαλείο για λίγους και ισχυρούς. Η απουσία στρατηγικής διάχυσης των πόρων, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα της τελικής υλοποίησης των έργων και τη χαμηλή παραγωγική τους αξία, φανερώνει ότι δεν υπήρξε ποτέ κατάλληλος, σοβαρός και ώριμος σχεδιασμός των κριτηρίων, ώστε τα κονδύλια να κατευθυνθούν σε πραγματικές, καινοτόμες επενδύσεις με ουσιαστικό και μόνιμο αντίκρισμα για τη χώρα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.