Το σύγχρονο αίτημα για Ψωμί Παιδεία Ελευθερία μέσα από μια συνολική θεσμική και πολιτική επανεκκίνηση
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η συμπλήρωση μισού αιώνα από την αποκατάσταση του κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα φέρνει τη χώρα μπροστά σε μια βαθιά υπαρξιακή πρόκληση, καθώς το οικοδόμημα που θεμελιώθηκε το 1974 δείχνει πλέον σημάδια έντονης κόπωσης. Η παρατεταμένη θεσμική ομαλότητα που γνωρίσαμε δεν μπορεί πλέον να κρύψει ένα διάχυτο έλλειμμα εμπιστοσύνης και μια σοβαρή κρίση πολιτικής ταυτότητας.
Η σημερινή αυτή περιδίνηση τροφοδοτείται από μια αθόρυβη, αλλά απόλυτα υπαρκτή κοινωνική αντίδραση ομάδων που αισθάνονται περιθωριοποιημένες και αποκομμένες από τα κέντρα των αποφάσεων, ως συνέπεια ριζικών ανακατατάξεων σε παγκόσμιο επίπεδο. Μέσα σε αυτή την ανασφάλεια, το ιστορικό τρίπτυχο που σημάδεψε την εκκίνηση της τρίτης ελληνικής δημοκρατίας, ζητώντας αξιοπρέπεια, μόρφωση και κυριαρχία, απαιτεί μια ριζική επαναξιολόγηση, καθώς οι προκλήσεις του σύγχρονου κόσμου έχουν αλλάξει εκ βάθρων το περιεχόμενο των εννοιών αυτών.
Η σύγχρονη πραγματικότητα χαρακτηρίζεται από μια γενικευμένη αμφισβήτηση κάθε μορφής αυθεντίας και μια προϊούσα αποσύνθεση των κοινωνικών δεσμών, η οποία παραπέμπει σε μια κοινωνία χωρίς στέρεες δομές. Μέσα στην καθημερινή αβεβαιότητα, η παγκοσμιοποίηση αποδυναμώνει τις εθνικές κυβερνήσεις, ενώ η υποχώρηση των ιδεολογιών παρασύρει παραδοσιακούς πυλώνες σταθερότητας, όπως η Εκκλησία και το Κράτος, που κάποτε προσέφεραν κοινό προσανατολισμό. Σε αυτό το κατακερματισμένο τοπίο, η κυριαρχία των ψηφιακών μέσων εντείνει την περιχαράκωση και τον δογματισμό, αναδιαμορφώνοντας πλήρως τις πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Το πιο ανησυχητικό φαινόμενο αυτής της εξέλιξης είναι η ανάδυση και η επικράτηση εξωθεσμικών κέντρων εξουσίας που υπαγορεύουν την πολιτική ατζέντα χωρίς καμία δημοκρατική νομιμοποίηση. Σήμερα, μια πληθώρα μη δημοκρατικά εκλεγμένων παραγόντων, από ΜΚΟ και πολυεθνικές μέχρι σελέμπριτις και τεχνοκράτες, επηρεάζει άμεσα τη λήψη αποφάσεων, διαχειρίζεται δημόσιους πόρους και συνδιαμορφώνει νόμους. Χωρίς να υπόκεινται σε συνταγματικές δεσμεύσεις ή διαδικασίες λογοδοσίας, οι δρώντες αυτοί παρακάμπτουν τη λαϊκή ετυμηγορία, πλήττοντας καίρια τον πυρήνα της δημοκρατίας και το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι.
Αυτή η μετατόπιση ισχύος προς μη δημοκρατικά εκλεγμένους φορείς διογκώθηκε επειδή οι παραδοσιακοί κρατικοί θεσμοί αδυνατούν να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στις σύνθετες διεθνείς κρίσεις. Καθώς όμως οι επίσημοι δημοκρατικοί μηχανισμοί υποχωρούν και χάνουν τη λαϊκή τους βάση, οι πολίτες αποστασιοποιούνται από την οργανωμένη πολιτική δράση και αναζητούν διέξοδο σε μια εφήμερη, συναισθηματική και άναρχη ψηφιακή διαμαρτυρία. Η ισοπεδωτική απόρριψη της πολιτικής και των εκπροσώπων της, ωστόσο, αποτελεί ιστορικά το πρώτο βήμα για τη διολίσθηση προς αυταρχικές λύσεις, παραγνωρίζοντας ότι ο κοινοβουλευτισμός παραμένει το σπουδαιότερο επίτευγμα προστασίας των αδυνάτων απέναντι στην επικράτηση του δικαίου του ισχυρού, αφού στηρίζεται στη δύναμη της πειθούς και του νόμου.
Στο σύγχρονο αυτό περιβάλλον, το διαχρονικό αίτημα για «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία» αποκτά μια νέα, επίκαιρη πνοή, όπου το «Ψωμί» μεταφράζεται πλέον στη διασφάλιση των θεμελιωδών όρων της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως η πρόσβαση σε καθαρό αέρα, νερό και τροφή. Σημαίνει τη διατήρηση του δικαιώματος να διαχειρίζεται και να εκμεταλλεύεται η χώρα αυτόνομα τον φυσικό της πλούτο και τους πόρους της.
Παράλληλα, η «Παιδεία» σημαίνει την ανάπτυξη μιας βαθιάς κοινωνικής και εθνικής αυτογνωσίας, που επιτρέπει στους πολίτες να θωρακίζονται απέναντι στις σύγχρονες απειλές. Μεταφράζεται στην ικανότητα να αντιλαμβάνεσαι την πραγματικότητα και να μην επιτρέπεις να σου επιβάλλονται απόψεις ή τεχνητές πολώσεις μέσα από διαβρωτικές εκστρατείες επηρεασμού της κοινής γνώμης και ψηφιακής χειραγώγησης.
Ενώ, η «Ελευθερία» πραγματώνεται ως εθνική και ατομική αυτοδιάθεση, επιτρέποντας στο κράτος να χαράζει τη στρατηγική του με αποκλειστικό γνώμονα το εθνικό συμφέρον και να χτίζει μια ισχυρή αποτρεπτική ισχύ που απομακρύνει τον φόβο ενός θερμού επεισοδίου, επιστρέφοντας τελικά στους πολίτες την ουσιαστική συμμετοχή και τη φωνή στα πραγματικά κέντρα λήψης των αποφάσεων, αντί για την απομάκρυνση και την αποξένωση από αυτά.
Δεδομένου ότι οι κοινωνίες δεν μπορούν να λειτουργήσουν σε καθεστώς αυτοδιαχείρισης και η δημοκρατία προϋποθέτει δομές, ιεραρχία και υπεύθυνες πολιτικές ηγεσίες, γίνεται επιτακτική η ανάγκη για μια βαθιά θεσμική και πολιτική επανεκκίνηση. Σε αυτή την κρίσιμη καμπή, ο Αντώνης Σαμαράς εκφράζει με τον πιο καθαρό τρόπο την ανάγκη για μια νέα πολιτική περίοδο, καθώς διαθέτει το αναγκαίο ειδικό βάρος και την ιδεολογική σταθερότητα να αντισταθεί στην αποδόμηση των θεσμών.
Η πολιτική διαδρομή του Αντώνη Σαμαρά επιβεβαιώνει μια σταθερή προσήλωση σε συγκεκριμένες αρχές και μια ξεκάθαρη ιδεολογική ταυτότητα. Σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από ρευστότητα και συνεχείς μεταβολές, ο ίδιος επιλέγει να λειτουργεί ως εκφραστής των διαχρονικών αξιών της πατρίδας, του έθνους και της παράδοσης, αρνούμενος να ακολουθήσει τις εφήμερες τάσεις της συγκυρίας.
Η στάση του απέναντι στα φαινόμενα διάβρωσης της εθνικής κυριαρχίας είναι κατηγορηματική. Στέκεται με συνέπεια απέναντι στην τάση μεταβίβασης εξουσιών και αρμοδιοτήτων σε ανεύθυνες ΜΚΟ, υπερεθνικά δίκτυα και κάθε είδους εξωθεσμικά κέντρα λήψης αποφάσεων που στερούνται λαϊκής νομιμοποίησης.
Παράλληλα, η μακρά του εμπειρία και το θεσμικό του εκτόπισμα του επιτρέπουν να προτάσσει την ανάγκη αποκατάστασης της πολιτικής ιεραρχίας και της σοβαρής διακυβέρνησης έναντι των επιταγών του μεταμοντέρνου δικαιωματισμού. Με αυτόν τον τρόπο, η πολιτική του πρόταση διαμορφώνεται ως ένα αναγκαίο θεσμικό ανάχωμα, το οποίο στοχεύει στην ανάκτηση του κύρους των δημοκρατικών θεσμών και στην επιστροφή της πραγματικής κυριαρχίας στον ίδιο τον πολίτη.

