Όταν η προπαγάνδα παριστάνει την ανάλυση και η κοινωνία κουράζεται
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Δημοσιεύθηκε σήμερα ένα άρθρο σε μια εφημερίδα που λειτουργεί ως πρόθυμος κονδυλοφόρος της κυβέρνησης, με τον βαρύγδουπο τίτλο «Η κυβέρνηση θα κερδίσει τις εκλογές του 2027 με ποσοστό μεγαλύτερο του 41%». Το κείμενο αυτό επιχειρεί να παρουσιάσει μια πολιτική φαντασίωση ως αναπόφευκτη πραγματικότητα, ντύνοντας την προπαγάνδα με τον μανδύα της «ανάλυσης». Στην ουσία, όμως, πρόκειται για μια κατασκευή που ξεπερνά ακόμη και τα όρια της «δημιουργικής ασάφειας» που κάποτε διεκδίκησαν οι κάτοχοι του περιβόητου «ηθικού πλεονεκτήματος». Εδώ δεν έχουμε απλώς ωραιοποίηση της πραγματικότητας, αλλά μια προσπάθεια να επιβληθεί μια εικονική βεβαιότητα, λες και η κοινωνία είναι υποχρεωμένη να αποδεχθεί ως δεδομένο κάτι που δεν προκύπτει από πουθενά.
Η κεντρική αυταπάτη του άρθρου είναι η επίκληση της «σταθερότητας» ως μαγικού επιχειρήματος που δήθεν εξασφαλίζει εκλογικά ποσοστά. Η σταθερότητα παρουσιάζεται σαν πολιτικό υπνωτικό, δηλαδή μια κατάσταση όπου ο πολίτης παύει να σκέφτεται, να κρίνει, να συγκρίνει και απλώς επιβραβεύει αυτόν που ήδη κυβερνά. Όμως η σταθερότητα δεν είναι θεωρητική έννοια, αλλά εμπειρία. Και η σημερινή εμπειρία των πολιτών δεν είναι ούτε σταθερή ούτε καθησυχαστική. Η ακρίβεια, το στεγαστικό, η εργασιακή ανασφάλεια, η πίεση στη μεσαία τάξη, η κατάσταση στην υγεία και την παιδεία δεν συνθέτουν εικόνα σταθερότητας, αλλά εικόνα κόπωσης. Και η κόπωση δεν παράγει αυτοδυναμίες.
Παρά ταύτα, το άρθρο επιμένει να παρουσιάζει την κοινωνία ως παγωμένη στο σοκ του 2010, λες και οι ψηφοφόροι του 2027 θα ψηφίσουν με τα κριτήρια του 2015. Οι νέοι ψηφοφόροι δεν έχουν ζήσει μνημόνια, έχουν ζήσει όμως ενοίκια στα ύψη, μισθούς που δεν φτάνουν, και μια καθημερινότητα που δεν βελτιώνεται. Αυτά δεν παράγουν συντηρητικό ένστικτο, αλλά απαίτηση αλλαγής. Η κοινωνία δεν ψηφίζει με βάση το παρελθόν, αλλά με βάση το παρόν της.
Στη συνέχεια, το άρθρο επιχειρεί να παρουσιάσει την αντιπολίτευση ως στατική, αδύναμη και καταδικασμένη να παραμείνει έτσι. Λες και η πολιτική είναι φωτογραφία και όχι συνεχής κίνηση. Λες και τα κόμματα δεν αλλάζουν ηγεσίες, στρατηγικές, προτάσεις. Λες και δεν εμφανίζονται νέοι κομματικοί σχηματισμοί. Λες και η κοινωνική πίεση δεν αναγκάζει τα πάντα να μετακινηθούν. Η ιδέα ότι η αντιπολίτευση θα μείνει ακίνητη ενώ η κυβέρνηση θα συνεχίσει αλώβητη είναι περισσότερο ευχή παρά ανάλυση. Η φθορά δεν είναι θεωρητική έννοια, αλλά καθημερινή εμπειρία.
Και όμως, το άρθρο προσπαθεί να την εξαφανίσει. Προσπαθεί να πείσει ότι τα σκάνδαλα δεν αγγίζουν την κυβέρνηση, ότι η ευθύνη βρίσκεται πάντα αλλού, ότι η κοινωνία δεν βλέπει, δεν ακούει, δεν κρίνει. Λες και οι πολίτες ζουν στο 1990 και όχι στο 2026. Η κοινή γνώμη δεν λειτουργεί με κομματικά στερεότυπα δεκαετιών. Η ευθύνη αποδίδεται σε αυτόν που κυβερνά, όχι σε αυτόν που κυβέρνησε πριν από είκοσι χρόνια. Η διαχείριση κρίσεων και η διαφάνεια κρίνονται στο παρόν, όχι με ιστορικές αναδρομές.
Ακόμη και η επίκληση των έργων και των μεταρρυθμίσεων δεν αρκεί για να στηρίξει το αφήγημα της «δεδομένης αυτοδυναμίας». Τα έργα δεν ψηφίζουν. Η ψηφιοποίηση δεν υποκαθιστά την καθημερινότητα. Η πραγματική ζωή κρίνει τις κυβερνήσεις, όχι οι τεχνικές ανακοινώσεις. Όταν η υγεία, η παιδεία, η ασφάλεια και το κόστος ζωής παραμένουν προβληματικά, κανένα έργο υποδομής δεν μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτικό αλεξικέραυνο. Η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν εξουδετερώνεται με τεχνοκρατικά επιτεύγματα, όσο κι αν αυτά παρουσιάζονται ως ιστορικά. Ο δε ψηφοφόρος της κεντροδεξιάς δεν ζητά απλώς έναν «διαχειριστή» ψηφιακών εκκρεμοτήτων. Ζητά προστασία των συνόρων, υπεράσπιση της εθνικής ταυτότητας και σεβασμό στις αξίες που συγκροτούν αυτή την παράταξη. Ειδικά, η διολίσθηση σε μια πολιτική κατευνασμού έναντι της τουρκικής προκλητικότητας και η απομάκρυνση από την προάσπιση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων στο όνομα μιας αμφίβολης σταθερότητας, δημιουργούν ένα χάσμα με τη βάση της παράταξης που καμία ψηφιοποίηση δεν μπορεί να καλύψει.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το άρθρο επιχειρεί να παρουσιάσει την πολιτική ως διαγωνισμό βιογραφικών. Λες και οι πολίτες ψηφίζουν με βάση το πού σπούδασε κάποιος ή πόσες ξένες γλώσσες μιλάει. Η πολιτική νομιμοποίηση δεν είναι ακαδημαϊκός τίτλος, αλλά κοινωνική εμπιστοσύνη. Και αυτή δεν προεξοφλείται. Δεν αγοράζεται. Δεν επιβάλλεται με άρθρα που προσπαθούν να μετατρέψουν την προπαγάνδα σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Η παράταξη οφείλει να επιστρέψει στις αρχές της, να ακούσει την κοινωνία που υποφέρει και να σταματήσει να αυτοθαυμάζεται στον καθρέφτη των δημοσκοπήσεων. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται έναν διαχειριστή που φοβάται το πολιτικό κόστος, αλλά έναν ηγέτη που δεν φοβάται την αλήθεια.
Τελικά, το κυβερνητικό αφήγημα περί «βέβαιης αυτοδυναμίας» και ενός νέου «41%» το 2027 δεν αποτελεί πολιτική εκτίμηση, αλλά μια συστηματική επιχείρηση προπαγάνδας που αγνοεί επιδεικτικά τη λαϊκή βούληση και την ίδια τη φύση της Δημοκρατίας. Η μη εναλλαγή στην εξουσία διαβρώνει το ηθικό υπόβαθρο της πολιτικής ζωής, καθώς όταν εκλείπει ο φόβος της λογοδοσίας, οι αστοχίες βαφτίζονται αυθαίρετα «μεταρρυθμίσεις», τα σκάνδαλα κουκουλώνονται πίσω από επικοινωνιακές «συγγνώμες» και οι εθνικές υποχωρήσεις στην εξωτερική πολιτική επενδύονται με το μανδύα των «ήρεμων νερών». Μια υγιής Δημοκρατία απαιτεί κυβερνήτες που αντιλαμβάνονται ότι είναι προσωρινοί ένοικοι και όχι ιδιοκτήτες της χώρας. Έτσι, το αφήγημα της δεδομένης νίκης στηρίζεται σε μια ψυχρή μαθηματική ανάγνωση που υποτιμά την αναπόφευκτη πολιτική φθορά, την κοινωνική πίεση και την αλαζονεία που γεννά η αίσθηση του αναντικατάστατου. Η πολιτική παραμένει ένας ζωντανός οργανισμός και όχι μια εξίσωση σε χαρτί. Το 41% του 2023 ήταν μια εντολή ευθύνης και όχι μια λευκή επιταγή, και όσοι βιάζονται να προεξοφλήσουν το μέλλον περιφρονώντας τις βαθιές κοινωνικές διεργασίες, θα βρεθούν σύντομα αντιμέτωποι με μια πραγματικότητα που η αλαζονεία τους δεν τους επιτρέπει να δουν.

