Ενεργειακή διπλωματία
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, σύμβουλος επιχειρήσεων – συγγραφέας
Οι ενεργειακές συμφωνίες πάντοτε διαθέτουν μια ιδιαίτερη διπλωματική δυναμική, πέρα από τα όποια οικονομικά οφέλη. Βέβαια, καμία χώρα δεν απέκτησε κυρίαρχη γεωπολιτική θέση αποκλειστικά για αυτόν και μόνο το λόγο.
Δεν είναι άλλωστε λίγες οι χώρες με πλούσιες ενεργειακές δεξαμενές που βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα όταν δεν έχει εξυπηρέτησαν τα ευρύτερα γεωστρατηγικά παιχνίδια μιας συγκεκριμένης εποχής. Σίγουρα όμως, μια ενεργειακή αναβάθμιση μπορεί να αποτελέσει, υπό προϋποθέσεις, χρήσιμο εργαλείο και για τη διπλωματική αναβάθμιση.
Σε αυτή τη θέση βρίσκεται αυτή τη στιγμή η Ελλάδα κι ας υπήρξαν αδικαιολόγητες καθυστερήσεις στην προώθηση του θέματος την τελευταία δεκαετία, κι ας υπήρξαν άσκοπες “πράσινες” πελαγοδρομίσεις που δαιμονοποοιούσαν τη χρήση φυσικού αερίου και θεωρούσαν σχεδόν άχρηστα τα κοιτάσματα του ελληνικού υποθαλάσσιου χώρου. Αν υπάρξουν οι σωστές επόμενες κινήσεις, το συνολικό όφελος από τα όσα συμβαίνουν τώρα στη χώρα είναι πολύ πιθανό να είναι καθοριστικά για το μέλλον της.
Οι απόφασεις για τις έρευνες και τις γεωτρήσεις στο Αιγαίο είναι αναμφίβολα μια θετική εξέλιξη. Αν αυτές θα αποτελέσουν και το πρώτο βήμα για αντίστοιχες κινήσεις και στο Αιγαίο, μένει να το δούμε. Γιατί όση σημασία κι αν όντως έχουν τα τεκταινόμενα στο Ιόνιο, αυτή η κατάληξη αποτελούσε κάτι σχεδόν νομοτελειακό. Στο Αιγαίο όμως κάθε κίνηση διαθέτει επιπρόσθετο βάρος και ευθύνη και γεννά εθνικά τετελεσμένα απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις.
Αν λοιπόν οι ΗΠΑ έχουν αποφασίσει να στηρίξουν ποπ ένθερμα το Διεθνές δίκαιο που θέλει να τηρήσει πλήρως η Ελλάδα στην περιοχή, τότε όσα συμβαίνουν στο Ιόνιο θα αποτελούν την πρόγευση μιας ιστορικής εθνικής επιτυχίας. Αν όμως οι Αμερικανοί απλώς λειτουργούν αποκλειστικά σε συνέπεια με το δόγμα της εκμετάλλευσης κάθε ευκαιρίας κέρδους και της λογικής ενίσχυσης της παρουσίας του δικού τους LNG στην ευρωπαϊκή αγορά, τότε κανείς δεν μπορεί να μας διαβεβαίωση ότι την κρίσιμη στιγμή για το Αιγαίο δεν θα χρησιμοποιήσουν την προοπτική αξιοποίησης των εκεί ενεργειακών πόρων με τη διαμεσολάβηση τους ως εκ βιαστικό μηχανισμό συμβιβαστικής τακτοποίησης τών διαφορών μας με τους γείτονες.
Και φυσικά αυτό που πρέπει να προσεχθεί από τις ελληνικές αρχές είναι οι αμφιταλαντεύσεις της Ε.Ε., και πρωτίστως των Γερμανών, σε σχέση με τη χρήση ρωσικού φυσικού αερίου. Αν στην προσπάθεια στήριξης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και τη μείωση του συνολικού ενεργειακού κόστους προκύψει απρόσμενη νέα στροφή προς τη ρωσική τροφοδοσία, τότε θα βρεθούμε εγκλωβισμένοι περισσότερο από όλους στο αυξημένου κόστους αμερικανικό LNG. Κι αυτό θα μπορούσε να είναι ανεκτό αν τουλάχιστον προκύπτει μια ουσιαστική συμπαράταξη των ΗΠΑ στην απρόσκοπτη άσκηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων στο Αιγαίο. Αλλιώς…

