Έξι χρόνια μετά: Η χώρα χρειάζεται Πολιτική, όχι διαχείριση

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Η επέτειος των έξι χρόνων από την ανάληψη της εξουσίας από τον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν είναι αφορμή για πολιτική αυταρέσκεια, αλλά για εθνικό αναστοχασμό. Πράγματι, η κυβέρνηση άντεξε σε πολλαπλές προκλήσεις. Αλλά το ερώτημα είναι άλλο: πού πάμε; Και, κυρίως, ποιος οδηγεί;

Γιατί όταν ένα κράτος επεκτείνεται, η κοινωνία συρρικνώνεται. Και όταν η διακυβέρνηση περιορίζεται στη διαχείριση, η πολιτική απουσιάζει. Κι αυτό το κενό το βλέπουμε παντού: στην οικονομία, στην παιδεία, στους θεσμούς, στην εθνική στρατηγική.

Η αλαζονεία της εξουσίας δεν αντικαθιστά τη στρατηγική. Και η αυτάρκεια του μονόλογου δεν χτίζει μέλλον.

Συγκεκριμένα, στην Οικονομία αυτό που βλέπουμε είναι χαμηλή πτήση πίσω από αριθμούς. Μιλάμε για ανάπτυξη, αλλά δεν παράγουμε. Μιλάμε για επενδύσεις, αλλά οι περισσότερες είναι μη παραγωγικές και εισαγόμενες. Το εμπορικό έλλειμμα φουσκώνει, ενώ οι νέες θέσεις απασχόλησης δημιουργούνται κυρίως στον μη παραγωγικό τομέα. Η φορολογία στραγγίζει τη μεσαία τάξη και συντηρεί ένα διογκούμενο κράτος, χωρίς μεταρρυθμίσεις.

Και όλα αυτά, με φόντο την πράσινη μετάβαση που εφαρμόζεται βίαια, αυξάνοντας το ενεργειακό κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, χωρίς σχέδιο αυτάρκειας ή συνδεσιμότητας με τη βιομηχανία.

Το Ταμείο Ανάκαμψης και νέο ΕΣΠΑ έχει γίνει μια ευκαιρία που σπαταλιέται. Τα δισεκατομμύρια του Ταμείου Ανάκαμψης και ΕΣΠΑ αξιοποιούνται χωρίς εθνικό αναπτυξιακό σχέδιο. Οι παραγωγικοί φορείς δυσκολεύονται να έχουν πρόσβαση, η γραφειοκρατία θριαμβεύει και η επιλεξιμότητα αποκόπτεται από τις ανάγκες της ελληνικής περιφέρειας, της καινοτομίας και της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας. Το αποτέλεσμα; Η ευκαιρία του αιώνα διολισθαίνει σε επιδοτούμενη εργολαβία και ψηφιακές αναβαθμίσεις βιτρίνας.

Η κοινωνία εξαρτάται, δεν στηρίζεται. Η κοινωνική πολιτική υποκαταστάθηκε από επιδόματα και pass. Η πολιτεία αντιμετωπίζει τους πολίτες όχι ως ελεύθερους και δημιουργικούς, αλλά ως δυνητικούς πελάτες της ψηφιακής επιδοματικής πλατφόρμας. Εκτός από εξαρτημένη και μια κοινωνία διχασμένη. Η κυβέρνηση δεν επιχείρησε να ενώσει. Αντιθέτως, συχνά επένδυσε στον διχασμό, στον διαχωρισμό, στον τεχνητό διπολισμό, στην απαξίωση κάθε διαφορετικής φωνής.

Το μεταναστευτικό αντιμετωπίζεται με προχειρότητα, χωρίς στρατηγική ένταξης για όσους ήδη βρίσκονται στη χώρα, ούτε σοβαρό σχέδιο αναχαίτισης για όσους επιχειρούν να εισέλθουν παράνομα.

Η ασφάλεια του πολίτη υπονομεύεται διαρκώς, καθώς το κράτος αποτυγχάνει να εγγυηθεί το αυτονόητο, να νιώθει ο άνθρωπος ασφαλής στο σπίτι, στη γειτονιά, στο σχολείο.

Και την ίδια στιγμή, η ελληνική οικογένεια εγκαταλείπεται, χωρίς ουσιαστική προστασία, χωρίς στήριξη, χωρίς πολιτική για την αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας, χωρίς ελπίδα.

Στην Παιδεία και Υγεία ακούμε μεγάλες κουβέντες, και βλέπουμε μικρά έργα. Η Παιδεία συνεχίζει να λειτουργεί χωρίς όραμα, χωρίς σύνδεση με την παραγωγή, χωρίς εθνική στρατηγική για τη νέα γενιά. Μιλάμε για «μη κρατικά πανεπιστήμια» χωρίς να έχουμε θεραπεύσει ούτε το λύκειο ούτε το κρατικό πανεπιστήμιο.

Και η Υγεία, παρά την πανδημία που ανέδειξε τις αδυναμίες της, παραμένει εξαρτημένη από τις αντοχές των εργαζομένων της, όχι από ενίσχυση του ΕΣΥ με μόνιμο προσωπικό, υποδομές και θεσμικές τομές.

Οι θεσμοί, το κράτος και η εξωτερική πολιτική παρουσιάζουν την εικόνα διοίκησης χωρίς κράτος και εξωτερικής πολιτικής χωρίς εθνική στρατηγική. Το κράτος διογκώνεται, αλλά δεν εκσυγχρονίζεται ουσιαστικά. Η δημόσια διοίκηση παραμένει αργή, γραφειοκρατική, με κομματικό DNA. Η ψηφιοποίηση λειτούργησε περισσότερο ως βιτρίνα, παρά ως μεταρρυθμιστική επανάσταση.

Στην εξωτερική πολιτική, υπήρξε υπερκινητικότητα, αλλά όχι συνοχή. Από τη Συμφωνία των Πρεσπών, που συνεχίζεται σιωπηλά, μέχρι το Σύμφωνο Φιλίας με την Τουρκία, που δημιουργεί ερωτήματα για τις στρατηγικές μας προτεραιότητες, η Ελλάδα εμφανίζεται περισσότερο πρόθυμη να ευθυγραμμίζεται, παρά να διαμορφώνει πλαίσιο επιρροής. Αντί να οικοδομεί στρατηγικές συμμαχίες με βάθος, συνέπεια και εθνικό συμφέρον, η ελληνική διπλωματία ευθυγραμμίζεται παθητικά, χωρίς να χαράζει εθνικό γεωπολιτικό δόγμα. Η Ελλάδα κινδυνεύει να χάσει το πλεονέκτημα εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας που με κόπο είχε ανακτήσει κατά την διακυβέρνηση Σαμαρά. Γιατί χωρίς ξεκάθαρες στρατηγικές προτεραιότητες, καμία διεθνής συμμαχία δεν είναι σταθερή, και καμία εθνική πολιτική δεν είναι ασφαλής.

Στην περιφέρεια και στα σύνορα βλέπουμε μια άλλη Ελλάδα. Μια Ελλάδα ξεχασμένη. Η ελληνική περιφέρεια δεν ζητά χάρη, ζητά δίκαιη παρουσία και εθνική πολιτική. Οι συνοριακές περιοχές από τον Έβρο έως το Καστελλόριζο, και από την Πίνδο μέχρι τη Γαύδο, μένουν παραμελημένες, με ελλιπή υποδομή, μειωμένο πληθυσμό και εγκατάλειψη κρίσιμων υπηρεσιών. Εκεί κρίνεται η εθνική κυριαρχία. Εκεί πρέπει να χτιστεί παραγωγή, παιδεία, ασφάλεια και παρουσία κράτους, όχι να μείνουν στα χαρτιά τα «ολιστικά σχέδια ανάπτυξης».

Στην Εθνική Άμυνα, Ναυτιλία και Πολιτισμό παρατηρείται μια στρατηγικά αποσπασματική προσέγγιση. Στην Εθνική Άμυνα, έγιναν σημαντικές αγορές. Αλλά χωρίς ολοκληρωμένο αμυντικό δόγμα, χωρίς εγχώρια αμυντική βιομηχανία και χωρίς εθνική στρατηγική τεχνολογικής κυριαρχίας.

Στη Ναυτιλία, δεν αξιοποιήθηκε η παγκόσμια ελληνική πρωτοπορία, ούτε ενισχύθηκε η διασύνδεση με τη βιομηχανία, την εκπαίδευση και τις μεταφορές.

Ο Πολιτισμός αντιμετωπίστηκε ως πολιτιστικό ημερολόγιο, όχι ως εθνικό κεφάλαιο με βάθος, συνέχεια και στρατηγική διεθνούς προβολής.

Μεταρρυθμίσεις που έμειναν στα χαρτιά έχουν καταντήσει οι Υποδομές και Μεταφορές της χώρας. Το τραγικό έλλειμμα υποδομών αναδείχθηκε με τον πιο οδυνηρό τρόπο στα Τέμπη. Οι μεταφορές και τα συγκοινωνιακά δίκτυα παραμένουν γεωγραφικά άνισα, και οι αστικές μεταφορές των πόλεων λειτουργούν με όρους περασμένων δεκαετιών.

Η πολιτική προστασία, αν και εξοπλίστηκε τεχνολογικά, απέτυχε να εδραιώσει μια νοοτροπία πρόληψης. Οι πυρκαγιές κάθε καλοκαίρι το αποδεικνύουν. Οι πλημμύρες από την Καρδίτσα μέχρι τον Έβρο και τη Θεσσαλία επιβεβαιώνουν ότι δεν έχουμε σχέδιο υποδομών ούτε καν χάρτη κινδύνου.

Και δίπλα σ’ όλα αυτά, η λειψυδρία μετατρέπεται σε εθνικό κίνδυνο, καθώς καμία σοβαρή πολιτική υδάτινων πόρων δεν έχει εφαρμοστεί, ούτε για τα νησιά, ούτε για τη γεωργία, ούτε για τις πόλεις.

Η κοινωνία πληρώνει, όχι μόνο τους φόρους, αλλά και τις αστοχίες, τις παραλείψεις, τα σκάνδαλα. Από τις παράνομες επιδοτήσεις και την ανεπάρκεια ελέγχου στα ευρωπαϊκά κονδύλια, μέχρι την κατάρρευση της λογοδοσίας σε δημόσιους φορείς και οργανισμούς. Αντί για κάθαρση, επικοινωνιακή διαχείριση. Αντί για θεσμική εγρήγορση, πολιτική απάθεια.

Το 2027 θα είναι η ώρα της Αλήθειας! Όχι της Διαχείρισης. Και το ερώτημα δεν είναι αν θα ξαναπάρει την εξουσία η κυβέρνηση. Το ερώτημα είναι αν έχει σχέδιο για τη χώρα ή απλώς σχέδιο για την παραμονή της στην εξουσία. Αν θα μετουσιώσει τη σταθερότητα σε μεταρρύθμιση. Αν θα αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Αν θα επανεκκινήσει την Ελλάδα με εθνική αφήγηση και όχι με διαχειριστικά αντανακλαστικά.

Το 2027 θα συγκριθεί με το 1830, όχι με το 2019. Γιατί κρίνονται οι βάσεις του μέλλοντος, όχι τα λάθη του παρελθόντος.

Και για να μπει η Ελλάδα σε νέα τροχιά, δεν φτάνουν οι δεξιοτεχνίες.

Χρειάζονται Πολιτικοί.

Με αλήθεια, πυγμή και σχέδιο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.