Από τη woke ατζέντα στην υποκριτική επιστροφή στις θρησκευτικές ρίζες

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Η συστηματική επιμονή της κυβέρνησης Μητσοτάκη να διεισδύει στον βαθύ πυρήνα των εκκλησιαστικών μας παραδόσεων, με αποκορύφωμα την πρόσφατη πρωθυπουργική ανάρτηση για την Ανάσταση, αποκαλύπτει μια βαθιά πολιτική παθογένεια που αγγίζει τα όρια μιας επικίνδυνης κοινωνικής ψύχωσης.

Αυτή η ανάγκη για τον απόλυτο έλεγχο κάθε συμβολικού και συναισθηματικού κεφαλαίου της χώρας προσομοιάζει με την εικόνα ενός ανθρώπου σε ένα γεμάτο βαγόνι του μετρό, ο οποίος, ενώ δείχνει απόλυτα λειτουργικός, στην πραγματικότητα κατατρέχεται από εσωτερικές φωνές και την ψευδαίσθηση μιας διαρκούς απειλής.

Η κυβέρνηση φαίνεται να βιώνει τη δική της «ψύχωση εξουσίας», όπου η αντικειμενική πραγματικότητα αντικαθίσταται από μια κατασκευασμένη εικόνα «αγίας» κανονικότητας, ακολουθώντας κατά πόδας το ιστορικό παράδειγμα σταλινικού τύπου καθεστώτων. Όπως ο Στάλιν πολέμησε λυσσαλέα τη θρησκεία για να την εργαλειοποιήσει κυνικά το 1943 όταν χρειάστηκε να συσπειρώσει τον λαό, έτσι και η κυβέρνηση Μητσοτάκη, αφού πρώτα επέβαλε την woke ατζέντα με το νομοσχέδιο για τα ομόφυλα ζευγάρια, την ουσιαστική κατάργηση των θρησκευτικών και την εισαγωγή όρων όπως «γονέας 1 και 2», τώρα θυμάται την ορθόδοξη πίστη για να διασωθεί πολιτικά.

Αυτή η απότομη μεταστροφή αναδεικνύει μια επικίνδυνη πλάνη, καθώς η Εκκλησία δεν είναι θέμα πλειοψηφίας, δημοψηφισμάτων ή δημοκρατικής σύνθεσης ποικίλων απόψεων για τη δημιουργία ενός κειμένου που θα ικανοποιεί τους πάντες. Η αλήθεια της Εκκλησίας δεν είναι προϊόν λαϊκισμού ή γνώμης, αλλά βιωματική ζωή και σχέση. Όταν η Πολιτεία προσπαθεί να την μετατρέψει σε εργαλείο ενημέρωσης πολιτών ή προεκλογικό φυλλάδιο, διαπράττει μια ύβρη απέναντι στο προσωποκεντρικό της πολίτευμα.

Η Εκκλησία δεν υφίσταται ως γνώμη και όταν υποβιβάζεται σε τέτοια, παύει να εκφράζει την πίστη και μετατρέπεται σε ένα στεγνό εξουσιαστικό σύστημα. Η προσπάθεια της κυβέρνησης να «καταπιεί» την εκκλησιαστική ταυτότητα και να την χωρέσει στα μέτρα των πολιτικών της ελιγμών είναι το πιο σκληρό δείγμα αυταρχισμού, καθώς η θρησκευτική εξουσία, όταν αλλοιώνεται και εργαλειοποιείται από την πολιτική σκοπιμότητα, γίνεται πιο απάνθρωπη από οποιαδήποτε άλλη.

Ο κίνδυνος για την πατρίδα είναι άμεσος, καθώς η «πολιτική ψύχωση» της κυβέρνησης διαβρώνει τη δημοκρατική λογική και αντικαθιστά τον δημόσιο διάλογο με μια επικοινωνιακή παράνοια. Όπως ο ψυχωσικός ασθενής στο μετρό κατακλύζεται από σκέψεις ότι απειλείται, έτσι και η κυβερνητική μηχανή, υπό το κράτος της ανασφάλειας, προσπαθεί να πείσει τους επιβάτες του εθνικού «βαγονιού» ότι είναι η μοναδική προστάτιδα των παραδόσεων, την ίδια στιγμή που με τις woke πολιτικές της τις αποδομεί συστηματικά.

Όταν η ηγεσία της χώρας αρχίζει να χρησιμοποιεί την ιερότητα ως ασπίδα προστασίας από την κριτική, τότε η κοινωνική συνοχή διαρρηγνύεται ανεπανόρθωτα. Η χώρα κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε μια διαδρομή χωρίς επιστροφή, όπου η πίστη υποτάσσεται στην υπηρεσία του εφήμερου συμφέροντος μιας εξουσίας που, πίσω από τα αναμμένα κεριά, κρύβει μια ολοκληρωτική νοοτροπία και μια απεγνωσμένη προσκόλληση στην καρέκλα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.