Τραμπ… ο Πλανητάρχης που μάχεται τον πλανήτη

Γράφει η Αναστασία – Μαρία Δημοπούλου, Νομικός

Ανησυχία παρατηρείται τα τελευταία χρόνια τόσο από κυβερνητικούς αξιωματούχους όσο και από επιστήμονες αλλά και ευαισθητοποιημένους πολίτες για τις παγκόσμιες επιπτώσεις που θα επιφέρουν οι κλιματικές αλλαγές. Η επιστήμη δεν μπορεί ακόμα να προσδιορίσει με βεβαιότητα το ακριβές μέγεθος των αλλαγών αυτών, το ρυθμό που θα ακολουθήσουν, τον γεωγραφικό τους αντίκτυπο καθώς και το χρονικό σημείο όπου πια αυτές θα επηρεάζουν αναπόφευκτα τη διαβίωσή μας π.χ. με τη μείωση της καλλιεργήσιμης γης λόγω ερημοποίησης, τη λειψυδρία, την απώλεια παράκτιων εδαφών λόγω ανόδου της στάθμης των υδάτων και την εκτεταμένη μετανάστευση λόγω περιβαλλοντικών αλλαγών. Επίσης, το γνωστό σε όλους μας φαινόμενο του θερμοκηπίου έχει ως αποτέλεσμα την υπερθέρμανση του πλανήτη μας αφού η ανθρώπινη δραστηριότητα συμβάλει στην αύξηση της συγκέντρωσης των αερίων του θερμοκηπίου και κυρίως του διοξειδίου του άνθρακα  Στην περίπτωση έντονης κλιματικής αλλαγής (μέση άνοδος στην παγκόσμια θερμοκρασία της τάξεως των 2,6 βαθμών Κελσίου ως το 2040), μαζικά φαινόμενα στο παγκόσμιο περιβάλλον θα προκαλέσουν μαζικά κοινωνικά φαινόμενα τα οποία θα πλήξουν κυρίως τις ευπαθείς περιοχές. Η διάδραση αυτή μεταξύ πιθανών προβλημάτων μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις με απρόβλεπτες συνέπειες ικανές να θέσουν σε κίνδυνο την ανθρώπινη επιβίωση.

Στις μέρες μας ήδη μπορούμε να αντιληφθούμε τις συνέπειες που έχει η ανθρώπινη παρέμβαση στο περιβάλλον αφού γινόμαστε μάρτυρες αρκετών ακραίων κλιματικών φαινομένων. Όλα αυτά έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου στους ιθύνοντες με αποτέλεσμα να επιτευχθεί στις 12 Δεκεμβρίου 2015 μια παγκόσμια συμφωνία για την κλιματική αλλαγή υπογεγραμμένη από 195 χώρες και η οποία τέθηκε σε εφαρμογή στις 4 Νοεμβρίου του 2016. Η συμφωνία αυτή έβαλε τέλος στις ατέρμονες διαβουλεύσεις –επί 20 συναπτά έτη- των κρατών αυτών. Η συμφωνία αποτελεί ένα σχέδιο δράσης για τη συγκράτηση της αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη «αρκετά κάτω» από τους 2ο C και καλύπτει την περίοδο από το 2020.

Τα κύρια στοιχεία της Συμφωνίας των Παρισίων είναι:

  • Μακροπρόθεσμος στόχος: οι κυβερνήσεις συμφώνησαν να συγκρατήσουν την αύξηση της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη αρκετά κάτω από τους 2°C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα και να συνεχίσουν τις προσπάθειες να την περιορίσουν στον 1,5°C
  • Συνεισφορές: πριν και κατά τη διάσκεψη των Παρισίων, οι χώρες υπέβαλαν ολοκληρωμένα εθνικά σχέδια δράσης για το κλίμα με στόχο τη μείωση των εκπομπών τους
  • Φιλοδοξία: οι κυβερνήσεις συμφώνησαν να γνωστοποιούν ανά 5ετία τις συνεισφορές τους με σκοπό τον καθορισμό πιο φιλόδοξων στόχων
  • Διαφάνεια: δέχθηκαν επίσης να γνωστοποιούν μεταξύ τους και στο κοινό την πρόοδό τους προς την επίτευξη των στόχων τους, με σκοπό την εξασφάλιση διαφάνειας και εποπτείας αλληλεγγύη: η ΕΕ και άλλες ανεπτυγμένες χώρες θα εξακολουθήσουν να παρέχουν χρηματοδότηση για το κλίμα, προκειμένου να βοηθήσουν τις αναπτυσσόμενες χώρες τόσο να μειώσουν τις εκπομπές όσο και να θωρακιστούν έναντι των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής.

Γίνεται απολύτως αντιληπτό ότι η δήλωση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντοναλντ Τραμπ, να αποχωρήσει η χώρα του από τη Συμφωνία των Παρισίων για την κλιματική αλλαγή προκάλεσε πλήθος αντιδράσεων. Οι ΗΠΑ είναι ένας από τους μεγαλύτερους ρυπαντές και μια παγκόσμια υπερδύναμη οι αποφάσεις της οποίας επηρεάζουν τους ίδιους στους στόχους της Συμφωνίας αλλά παράλληλα μπορεί να επηρεάσουν και τη στάση άλλων χωρών στο εγγύς μέλλον θέτοντας σε κίνδυνο μια συμφωνία που επιτεύχθηκε μετά από μακράς διάρκειας διαβουλεύσεις, εντάσεις, πιέσεις, συμβιβασμούς και εν τέλει αμοιβαίες υποχωρήσεις. Παρόλα αυτά ο πρόεδρος των ΗΠΑ εμμένει στην άποψή του ότι επρόκειτο για «κινέζικο κατασκεύασμα» και τερματίζει τη συνδρομή στο Πράσινο Ταμείο.

Η κίνηση αυτή των ΗΠΑ εγείρει πολλά ερωτήματα και κατά πολλούς επιβεβαιώνει διάφορες φωνές οι οποίες υποστήριζαν ότι στο όνομα των «πράσινων χααρτοφυλακίων» εφηύραν την «πράσινη οικονομία» πίσω από την οποία κρύβονται μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα. Προς αυτή την κατεύθυνση κινείται και η ΓΕΝΟΠ –ΔΕΗ η οποία φαίνεται να κατανοεί και να δικαιολογεί τη στάση του Τραμπ αφού τάχθηκε υπέρ του κλεισίματος λειτουργίας των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ. Η στάση της αυτή είναι σαν μια άρνηση της πραγματικότητας, σαν να μην θέλει να δεις ότι ολόκληρος ο πλανήτης – ακόμη και οι ΗΠΑ του Tραμπ, παρά τα λεγόμενα του- κινείται σε μια κατεύθυνση απανθρακοποίησης. Τόσοι πολλοί άραγε έχουν στήσει μαζί μια καλοδουλεμένη μηχανή σε βάρος των αδυνάτων, όπως διατείνεται η ΓΕΝΟΠ ;

Η πλειοψηφία τόσο των κυβερνώντων όσο και της επιστημονικής κοινότητας καταδικάζουν την απόφαση του Τραμπ καθώς πέρα από οικονομικά και επιχειρηματικά συμφέροντα, στόχος κάθε προοδευτικής χώρας πρέπει να είναι η αποτροπή της υποβάθμισης του πλανήτη. Ταυτόχρονα όμως η εφαρμογή της Συμφωνίας Των Παρισίων μπορεί να αποτελέσει μια μεγάλη νέα πηγή για τη δημιουργία θέσεων εργασίας στο πλαίσιο της Κυκλικής Οικονομίας.

Όποιο σενάριο κι αν ισχύει, σημασία έχει ότι ο ρόλος των ΗΠΑ για την εφαρμογή της Συμφωνίας των Παρισίων για την κλιματική αλλαγή είναι καθοριστικός και σίγουρα η αποχώρηση θα δημιουργήσει ποικίλα προβλήματα. Αυτό όμως που πρέπει να έχουν στο μυαλό τους οι κυβερνώντες -οι οποίοι πολλές φορές παίρνουν αποφάσεις ελαφρά τη καρδία –είναι ότι έχουν την υποχρέωση να προστατέψουν το περιβάλλον εξασφαλίζοντας όχι μόνο ένα βιώσιμο παρόν αλλά κυρίως ένα βιώσιμο κι αξιοπρεπές μέλλον.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *