Πράσινη, πληγωμένη μάνα

Ένα διήγημα της Μαρίας Παρζιάλη

Στην γεμάτη καυσαέρια άβυσσο, στην άβυσσο με τους λιωμένους «αιώνιους» πάγους και τα δηλητηριώδη χημικά, κείτεται μία πράσινη, πληγωμένη μητέρα. Βρίσκεται στο δικό της παραλήρημα και μέρα με τη μέρα οι δυνάμεις της την εγκαταλείπουν, νιώθει πως ξεψυχάει, πώς δεν θ ’αντέξει για πολύ…..**

Είναι η μητέρα γη.

Δεν μπορεί να κρατήσει κακία στο παιδί της, αναρωτιέται, όμως, τι έφταιξε στην ανατροφή του, τι λάθος έκανε η ίδια ώστε να της συμπεριφέρεται έτσι; Οι εικόνες είναι θολές, αλλά ακόμα θυμάται πόσο ευτυχισμένη ένιωσε όταν το παιδί της, ο άνθρωπος, ήρθε στον κόσμο. Στιγμή δεν τον άφησε μόνο του. Έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε. Οι ηλιαχτίδες της τον ζέσταιναν, οι καρποί της τον έτρεφαν, το απαλό της αεράκι τον αναζωογονούσε και το κελάρυσμα των γάργαρων ποταμών της τον νανούριζε. Ήταν ευτυχισμένη που τον κρατούσε στην αγκαλιά της. Η χαρά της έγινε μεγαλύτερη όταν εκείνος έκανε τα πρώτα του βήματα, αισθάνθηκε περήφανη για το παιδί της. Μέρα με τη μέρα η χαρά της αυξανόταν, καθώς ο άνθρωπος μεγάλωνε, προόδευε, έτρεχε, γελούσε, χοροπηδούσε στην μητρική αγκαλιά της.

Όμως, δεν θυμάται πότε ακριβώς, το παιδί της άρχισε να αλλάζει… Άρχισε να την τσαλαπατάει, να την χτυπάει, να την προσφωνεί «ανίκανη», «αχρείαστη». Θα ήταν ευτυχισμένο λέει με τα πλούτη, με τα μεγάλα κτίρια, τους δρόμους, τις επιχειρήσεις. Δεν καταλάβαινε η μητέρα γη τι εννοούσε , τι σήμαιναν αυτές οι λέξεις.

Σύντομα, όμως, έμαθε… Δεν αναγνώριζε πλέον το παιδί της… Είχε αλλάξει όψη, δεν έτρεχε πλέον στην αγκαλιά της, ήταν τόσο μακριά της. Κι όταν εκείνη ρωτούσε με στοργή και δίχως ίχνος κακίας μέσα της «Τι σου έκανα, λατρεμένο μου παιδί;», ο άνθρωπος της απαντούσε: «Είσαι ανίκανη, δεν παράγεις όσα θέλω, θέλω χρήμα, δώσε μου χρήμα!».

Η μητέρα γη στεναχωριόταν με αυτή την κατάσταση. Το παιδί της άρχισε να την χτυπάει βίαια, να την κόβει και οι δυνάμεις της λιγόστευαν, αλλά εκείνο δεν φαινόταν να νοιάζεται και πολύ. Ισχυριζόταν πως έτσι , κόβοντάς την, θα δημιουργήσει πολιτισμό και θα επινοήσει κατασκευές που θα της άρεσαν, μα πάνω από όλα, θα του άρεσαν.

Κι ενώ τα χρόνια περνούσαν, ο άνθρωπος συνέχιζε να την ταλαιπωρεί. Όντως είχε προχωρήσει σε όμορφα δημιουργήματα, εκείνη όμως δεν μπορούσε να τα χαρεί.

Άρχισε να αρρωσταίνει. Χιλιάδες καυσαέρια την έπνιγαν, οι ηλιαχτίδες της ήταν πλέον δυσβάσταχτες και ανυπόφορες, οι καρποί της έχασαν τη νοστιμιά τους, τα άλλα της παιδιά, τα φυτά και τα ζώα, άρχισαν να πεθαίνουν ή να αλλάζουν σε κάτι που ο άνθρωπος ονόμαζε «γεννητικά τροποποιημένα προϊόντα».

Κι εκείνη, προσπαθούσε με τις δυνάμεις της να κρατηθεί, να κάνει ευτυχισμένα όλα τα παιδιά της, αλλά δυστυχώς, το μόνο της παιδί που ήταν «ευτυχισμένο» ήταν ο άνθρωπος. Κάποτε, καταλάβαινε πως η μητέρα του είχε αρρωστήσει, γυρνούσε προς το μέρος της, έκλαιγε, ζητούσε συγγνώμη, της υποσχόταν πως θα τη βοηθήσει να γίνει καλά… Κι έπειτα… Έπειτα τι; Άρχιζε πάλι τα ίδια, ξεχνώντας την υπόσχεσή του.

Και πλέον, η μητέρα γη είναι σε αυτή την κατάσταση. Ο άνθρωπος δεν ξέρει εάν την αγαπάει πραγματικά ή όχι. Είναι διατεθειμένος άραγε να τα αφήσει όλα και να κάνει μια καινούργια αρχή μαζί της, προσπαθώντας να την θεραπεύσει; Ή θα αφήσει την πράσινη μητέρα του να πεθάνει για να χαρεί τα πλούτη του; Κι εκείνα πόσο θα κρατήσουν άραγε εάν η πράσινη μητέρα φύγει για πάντα από κοντά του;

Ενώ μέσα της ακούει κραυγές θανάτου να γίνονται όλο και πιο έντονες, ένα χέρι, αποστεωμένο από τη μια, παχουλό από την άλλη, απλώνεται προς το μέρος της, αλλά τρέμει, δεν ξέρει αν θέλει όντως να αισθανθεί το μητρικό της χάδι.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.