Ο Μίκης, ο Μητσοτάκης, ο Φλωράκης και η εθνική συμφιλίωση

1973, Ιανουάριος. Ο Μίκης Θεοδωράκης βρίσκεται στη Χάβρη και ετοιμάζεται να ταξιδέψει Λονδίνο για μια συναυλία στο Αλμπερτ Χολ, όπου θα παρουσίαζε σε πρώτη εκτέλεση τα Λιανοτράγουδα.

Γράφει η Δέσποινα Κονταράκη

Νωρίτερα θα έδινε μια μεγάλη συνέντευξη Τύπου παρουσία δημοσιογράφων και πρακτορείων ειδήσεων από όλο τον κόσμο. Πριν επιβιβαστεί στο αεροπλάνο τηλεφωνεί στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη -με τον οποίο συναντιόντουσαν από τις αρχές του ’70 στο Παρίσι, όπου ήταν εξόριστος- και του μιλάει για τη μοναδική ευκαιρία να προβάλουν παγκόσμια τη λύση Καραμανλή. Ακολουθεί ο διάλογος όπως τον κατέγραψε ο ίδιος ο μουσικοσυνθέτης.

– Νομίζω ότι τώρα είναι η στιγμή. Πρέπει εσύ, σαν πρόεδρος του Πατριωτικού Μετώπου, να μιλήσεις για τη «λύση Καραμανλή». Θα είναι ένα μήνυμα που θα ληφθεί υπόψη από όλους: τον ελληνικό λαό, τους συνταγματάρχες και τον ίδιο τον Καραμανλή.

– Εντάξει, του λέω. Θα το κάνω. Από κει και πέρα η συνεργασία μας με τον Μητσοτάκη ήταν σχεδόν καθημερινή.

Το απόσπασμα είναι από τον εκτενή πρόλογο που είχε γράψει ο μουσικοσυνθέτης στην πολιτική βιογραφία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (Δ. Δημητράκος, εκδόσεις Παπαζήση). Και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή εξηγεί τους λόγους που οδήγησαν έναν βαθιά αριστερό αγωνιστή, έναν κομμουνιστή που πέρασε «τα πιο δυνατά και ώριμα χρόνια του κάτω από τη σημαία του ΚΚΕ», να συμπορευθεί σε κρίσιμες φάσεις του τόπου με τον Μητσοτάκη. Επειδή τους ένωνε ο ίδιος πόθος: Η εθνική συμφιλίωση. Αντιγράφουμε από το ίδιο κείμενο:

«.[…] Αντίθετα, ο Κώστας Μητσοτάκης όχι μόνο συνεργάστηκε με τους αντιστασιακούς κομμουνιστές στην Κατοχή, με αποτέλεσμα να μη χυθεί αίμα αδελφικό στην Κρήτη, όπως δυστυχώς έγινε στην ηπειρωτική Ελλάδα, αλλά και σε όλη την περίοδο που ακολούθησε τον Εμφύλιο ήταν ο μόνος που μέσα και έξω από τη Βουλή τολμούσε να ζητάει τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι, σαν ηγέτης πλέον της Νέας Δημοκρατίας, όχι μόνο δέχθηκε, αλλά πρωτοστάτησε στο να συναντηθεί με τον αρχηγό του ΚΚΕ Χαρίλαο Φλωράκη. Και άλλοτε χαρακτήρισα το γεγονός αυτό ιστορική πράξη με διαχρονική σημασία, δεδομένου ότι τα φαντάσματα του Εμφυλίου -και όχι μόνο τα φαντάσματα- δεν έχουν τελείως εξαλειφθεί από τη ζωή της χώρας».

Να λοιπόν η ιστορική παρακαταθήκη του Μίκη Θεοδωράκη, ισάξια του τεράστιου καλλιτεχνικού του έργου. Επί σχεδόν έναν αιώνα πάλεψε για την ενότητα αυτού του τόπου, την τραγούδησε, τη μελοποίησε, την υπηρέτησε με όλες του τις δυνάμεις, ξεπερνώντας στερεότυπα, πρόσωπα ακόμα και τον εαυτό του. Αξιος εστί.

 

*Η Δέσποινα Κονταράκη είναι αρχισυντάκτρια του Ελεύθερου Τύπου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.