Όταν οι αριθμοί των εκλογών επιστρατεύονται για να κρύψουν τις υποκλίσεις

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Η πρόσφατη, επιθετική απάντηση του Μάκη Βορίδη στον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά δεν ήταν απλώς μια εσωκομματική αψιμαχία, αλλά το αποκαλυπτήριο μιας βαθιάς πολιτικής παθογένειας. Όταν απέναντι στην τεκμηριωμένη κριτική για την πολιτική του κατευνασμού στα εθνικά θέματα, η επίσημη κυβέρνηση επιστρατεύει ως μοναδικό επιχείρημα το «41%» και τις «15 μονάδες διαφοράς», τότε η πολιτική διολισθαίνει από τη σοβαρότητα στην καθαρή προπαγάνδα της αριθμολαγνείας.

Αυτή η εμμονή στους αριθμούς και η μετατροπή της εκλογικής συγκυρίας σε τεκμήριο αλάνθαστου φέρνει στο μυαλό τις πιο σκοτεινές σελίδες της ιστορικής μας διαδρομής, όπου η αλαζονεία της εξουσίας συμβάδιζε με την εθνική υποχώρηση.
Ιστορικά, η απώλεια της ελευθερίας και η σταδιακή υποδούλωση στους Ρωμαίους δημιούργησε τις προϋποθέσεις για να εκδηλωθεί ένας συγκεκριμένος, θλιβερός ανθρώπινος τύπος, αυτός του Graeculus esurientis.

Πρόκειται για τον τύπο του πειναλέου Γραικύλου, του κόλακα, του μηχανορράφου, του φλύαρου και του λεπτολόγου, που μπροστά στον ισχυρό ξένο προστάτη υποτάσσει κάθε εθνική αξιοπρέπεια. Όταν η σημερινή κυβερνητική ρητορική βαφτίζει την παθητικότητα ως «ενεργή πολιτική που στριμώχνει την Άγκυρα», στρεβλώνει πλήρως την πραγματικότητα και θυμίζει ακριβώς αυτή τη λεπτολογία και τη μηχανορραφία του Γραικύλου, ο οποίος επιστρατεύει επικοινωνιακά τεχνάσματα για να ωραιοποιήσει τον συμβιβασμό και την υποχωρητικότητα.

Στον αντίποδα αυτού του σύγχρονου «γραικυλισμού», που μετράει την πατρίδα με ποσοστά και δημοσκοπικές διαφορές, στέκεται διαχρονικά η διαδρομή του Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος ενσαρκώνει έναν πατριωτισμό δοκιμασμένο σε προσωπικό, θεσμικό και πολιτικό επίπεδο.

Σε προσωπικό επίπεδο, ο πρώην πρωθυπουργός έχει αποδείξει ιστορικά ότι βάζει τις αρχές και την πατρίδα του πάνω από τις καρέκλες και τα αξιώματα, ρισκάροντας ακόμη και την πολιτική του ανέλιξη για το Μακεδονικό. Θεσμικά, ως άνθρωπος που χειρίστηκε τις τύχες της χώρας από τα ύπατα αξιώματα, γνωρίζει άριστα το βάρος του Διεθνούς Δικαίου, γεγονός που καθιστά τις παρεμβάσεις του προϊόν εθνικής ευθύνης και όχι εσωκομματικού θορύβου. Πολιτικά, εκφράζει τη σταθερή, παραδοσιακή πατριωτική παράταξη, η οποία αντιλαμβάνεται ότι η εθνική κυριαρχία δεν τεμαχίζεται και δεν θυσιάζεται στον βωμό μιας πρόσκαιρης, επικοινωνιακής «ηρεμίας».

Αυτή ακριβώς η πατριωτική στάση ζωής έρχεται σε πλήρη ρήξη με τα δομικά ελαττώματα που εντόπιζαν κάποτε οι Ρωμαίοι στους υπόδουλους Έλληνες και γελούσαν εις βάρος τους. Η υπερφιλαυτία, το υπερεγώ, η προσωπική φιλοδοξία, ο φθόνος, η φιλοχρηματία και η δωροδοκία των Ελλήνων θεωρούνται διαχρονικά «εθνικά ελαττώματα» και «ελληνικά αμαρτήματα», με τη φιλοχρηματία μάλιστα να μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στην προδοσία.

Σήμερα, η υπερφιλαυτία και το διογκωμένο «υπερεγώ» της εξουσίας την κάνουν να αδυνατεί να δεχθεί κριτική, μετατρέποντας την πολιτική αντιπαράθεση σε προσωπική εμπάθεια απέναντι σε όποιον αρνείται να σιωπήσει. Παράλληλα, η προσωπική φιλοδοξία και η πολιτική φιλοχρηματία, με τη μορφή της διατήρησης των προνομίων της εξουσίας, τυφλώνουν τους κρατούντες, οδηγώντας τους στο να υποκλίνονται στους ξένους «συμμάχους» και να στρώνουν το χαλί για μια εθνική διολίσθηση.

Αυτή η διολίσθηση γίνεται πλέον ορατή στην καθημερινή πρακτική της εξωτερικής μας πολιτικής, εκεί όπου οι υποκλίσεις αξιωματούχων απέναντι στην τουρκική ηγεσία και τα αμφιλεγόμενα σύμφωνα φιλίας παρουσιάζονται ως δήθεν διπλωματικές επιτυχίες, την ώρα που οι Τούρκοι έχουν κυριολεκτικά ξεσαλώσει.

Η μετατροπή της «Γαλάζιας Πατρίδας» σε επίσημο κρατικό δόγμα έγινε επί των ημερών αυτής της κυβέρνησης, πέρασε μέσα στα σχολικά βιβλία της Τουρκίας και διεκδικεί πλέον απροκάλυπτα το μισό Αιγαίο. Με την υπογραφή της Διακήρυξης των Αθηνών, η Τουρκία εξασφάλισε «ήρεμα νερά» στο πεδίο χωρίς να υποχωρήσει ούτε στο ελάχιστο από το αναθεωρητικό της δόγμα, διατηρώντας ακέραιες όλες τις διεκδικήσεις της.

Την ίδια στιγμή, η Άγκυρα βελτίωσε τη διεθνή της εικόνα, ξεκλείδωσε την κρίσιμη αγορά και αναβάθμιση των μαχητικών F-16, ενώ παράλληλα εμπόδισε την πόντιση του ηλεκτρικού καλωδίου αμφισβητώντας στην πράξη τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Ακόμη και τα θαλάσσια πάρκα περιορίστηκαν τελικά στα 6 ναυτικά μίλια και πάλι τελούν υπό τουρκική αμφισβήτηση, αποδεικνύοντας ότι μόνο οφέλη είχε η Τουρκία από αυτή την παθητική στάση.

Όταν, λοιπόν, ο κ. Βορίδης αναρωτιέται ρητορικά γιατί προηγούμενες κυβερνήσεις δεν ασκούσαν τη σημερινή πολιτική, η απάντηση είναι εξαιρετικά απλή και αφοπλιστική. Δεν την ασκούσαν διότι ο Αντώνης Σαμαράς και οι όμοιοι του είχαν το εθνικό ανάστημα να πουν «όχι» εκεί που οι σημερινοί διαχειριστές λένε «ναι» με χαμόγελο, αρνούμενοι να μοιράσουν το Αιγαίο χωρίς καμία λαϊκή εντολή. Οι αριθμοί των δημοσκοπήσεων και οι εκλογικοί θρίαμβοι είναι εφήμεροι και σβήνουν με τον χρόνο, όμως αυτό που μένει ανεξίτηλο στην Ιστορία είναι η στάση απέναντι στα εθνικά δίκαια.

Σε αυτή την Ιστορία θα καταγραφεί τελικά η σημερινή ηγεσία για τη διαρκή στάση κατευνασμού και υποχωρητικότητας, μια στάση που επισφραγίζεται από τις επαναλαμβανόμενες υποκλίσεις, τα σύμφωνα φιλίας και τις κυνικές δηλώσεις περί «μειοδοσίας». Και όσο η εξουσία απαντά στις ανησυχίες των Ελλήνων πατριωτών με την αλαζονεία του «41%», τόσο θα επιβεβαιώνει την προδοτική της φύση, δείχνοντας ότι προτιμά να είναι αρεστή και βολική στους γείτονες, παρά πιστή στην ίδια της την Πατρίδα, εισπράττοντας έτσι το μαύρο δαγκωτό της ιστορικής απαξίωσης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.