Νύχτες γεμάτες θάματα…

Γράφει η Άννα Παναγιωταρέα

Στα πρώτα χρόνια μας, τα Χριστούγεννα περνούσαν ωραία. Εκλεινε νωρίς το σχολείο. Μέγα ζήτημα η συγκρότηση της ομάδας για τα κάλαντα: Πόσα συγγενικά σπίτια συνεισέφερε ο καθένας, ώστε να υπάρχουν μεγάλες «αποδόσεις». Γιαγιά, παππούς υπολογίσιμα «θύματα».

Εγώ δεν είχα παππού, γιαγιά. Επειδή Χριστούγεννα είχα χάσει τον πατέρα μου, η παλιοπαρέα μού στεκόταν. Το δεύτερο ζήτημα ήταν να μη βρέχει. Οι μανάδες μας δεν θα μας άφηναν να βγούμε. Καταστροφή! Το τρίτο, ποια ομάδα θα ξυπνούσε πρώτη, να χτυπήσει πρώτη πόρτες στη γειτονιά και να έχει το ταμείο όφελος. Καλό το μελομακάρονο αλλά καλύτερο το διφραγκάκι… Το ταλιράκι πανηγύρι. Αγοράζαμε γυάλινες γκαζές, «κλασικά εικονογραφημένα», «Οι τρεις σωματοφύλακες» και «Μικρό ήρωα», τον Γιώργο Θαλάσση.

ΣΤΗΝ ΕΦΗΒΕΙΑ ΜΑΣ μας έπιασαν οι ντροπές. Είχαμε ψηλώσει κιόλας και ήταν περίεργο να «τα λέμε». Οπότε, από μεσημβρίας στήνονταν, από σπίτι σε σπίτι, οι «παίκτες» για… τριανταμία. Ολο και κάποιο χαρτζιλίκι έπεφτε, όλο και κάποιος θείος ήταν κιμπάρης. Γύρω από το τραπέζι λοφάκι οι πενταροδεκάρες αλλά και ποιος νοιαζόταν αν θα κερδίσει. Τόση χαρά! Εκεί ξεκινήσαμε τα πρώτα φλερτ, καθώς η απογευματινή «31» κατέληγε σε παρτάκι με «σιγκλάκια» -«Τhere is a house in New Orleans / they call the rising sun», Τζόνι Κας και κανένα φιλί, και νωρίς στο σπίτι…

ΦΟΙΤΗΤΕΣ, τα πράγματα σοβάρεψαν. Χούντα και παραμονές γιορτών ξεδίναμε στο «Κύτταρο». Πώς μας φαινόταν ότι εκεί μέσα «ζυμωνόμαστε» για επανάσταση… Τα τραγούδια, ρεμπέτικα της φυλακής, έπαιρναν μυθικές διαστάσεις!

«Μια μέρα σαν και σήμερα ξυπνώ και βλέπω σίδερα

βρέθηκα φυλακισμένος, πονεμένος, δακρυσμένος,

άτι με Καπετανάκη να σου χέσω το μουστάκι,

τα μελιτζανιά μην τα φορέσεις πια».

ΕΚΕΙ ΑΚΟΥΣΑΜΕ, πρώτη φορά, το «Φορτηγό» του Νιόνιου. Χαθήκαμε μετά. Εκείνα τα παιδιά δεν τα ξέχασα ποτέ. Ηρθαν άλλες εποχές. Μεγαλώσαμε. Ας χρησιμοποιήσουμε το ρήμα «αποκατασταθήκαμε». Τα Χριστούγεννα έγιναν πιο επίσημα. Δώρα. Καλέσματα. Προσεγμένα ρούχα. Χοροί. Λευκά λινά τραπεζομάντιλα. Σερβίτσια. Κρύσταλλα. Υπήρχαν Χριστούγεννα που γιορτάζονταν κάτω από το μεγάλο φωτισμένο δένδρο της πλατείας, σε ελβετικά χωριά, με ζεστό κρασί. Είχες την αίσθηση ότι ήξερες καλύτερα «το εξωτερικό» απ’ ό,τι την Ελλάδα και θύμωνες…

ΚΑΠΟΤΕ ΤΑ ΧΟΡΤΑΙΝΕΙΣ και αυτά. Ωριμάζεις, με τα δικά σου παιδιά που μεγαλώνουν, τόσο γρήγορα. Και νιώθεις ότι όλα όσα έζησες, μικρά και μεγάλα, ήταν σαν ταινία, πασπαλισμένα με καλές και κακές αναμνήσεις. Αλλά πάντως τα έζησες και ευτυχώς έχεις καιρό μπροστά σου ακόμη να χαρείς. Τα Χριστούγεννα είναι η αφορμή να ξαναβρεθείς, να ζεστάνεις συντροφιές και φιλίες «γιατί χαθήκαμε, βρε παιδί μου», και πάλι χανόμαστε έως τα άλλα Χριστούγεννα. Και εν τω μεταξύ, τα παιδιά μεγάλωσαν, έκαναν τα δικά τους παιδιά και ήρθαν εκείνα τα Χριστούγεννα που άκουσες να σε φωνάζουν «γιαγιά», «παππού»…

ΕΧΟΥΝ ΜΙΑ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ, γλυκιά μελαγχολία, τα Χριστούγεννα. Χαζεύεις το δένδρο με τις πολύχρωμες μπάλες. Γεμίζεις το σπίτι με χρυσόσκονη, στεφάνια και στολίδια που μάζευες από κάθε ταξίδι Χριστουγέννων. Παρούσες οι αναμνήσεις. Με τα παιδιά σου και τα εγγόνια σου περνάς τα Χριστούγεννα, γύρω στο τραπέζι. Την επόμενη, φεύγουν ταξίδι -σίγουρα, σε αγαπούν- με τα δικά τους παιδιά. Και χαίρεσαι που έχεις φίλους. Θυμάστε άλλους φίλους που έφυγαν. Μιλάτε για τις ημέρες που θα ‘ρθουν. Λες «όλα καλά». Γράφεις, δουλεύεις, αγαπάς, σ’ αγαπούν. Είσαι ευγνώμων. Είμαστε καλά. Πάει καλά ο τόπος. Τι άλλο να θέλεις;

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ και ευλογημένα!

Ελεύθερος Τύπος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.