Μια εθνική συμμαχία δέσμια της προσωπικής προβολής δύο «ηγετών» που αποχωρούν
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος,, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η στρατηγική της βιτρίνας, όπως εκδηλώθηκε σήμερα στο Μέγαρο Μαξίμου, ντύθηκε με την αίγλη εννέα «ιστορικών» συμφωνιών που επιχείρησαν να φιλοτεχνήσουν το προφίλ μιας νέας εποχής για την ελληνογαλλική συμμαχία.
Καθώς οι Κυριάκος Μητσοτάκης και Εμανουέλ Μακρόν υπέγραφαν κείμενα για την αμυντική θωράκιση, την πυρηνική τεχνολογία και την ψηφιακή καινοτομία, η εικόνα τους δεν θύμιζε αρχιτέκτονες του μέλλοντος, αλλά μάλλον τραγικές φιγούρες ενός πολιτικού τέλους που αρνούνται να δουν.
Η σπουδή με την οποία παρουσιάστηκαν οι συμφωνίες, από την υποστήριξη των πυραύλων MICA μέχρι τον οδικό χάρτη για την παιδεία, φέρνει αναπόφευκτα στο νου την ιστορική μορφή του Βαλτάζαρ, του τελευταίου βασιλιά της Βαβυλώνας, ο οποίος διοργάνωνε μεγαλοπρεπή συμπόσια στο παλάτι του την ίδια ώρα που οι Πέρσες βρίσκονταν προ των πυλών, αγνοώντας τη μοίρα που είχε ήδη σφραγιστεί.
Στην παρούσα γεωπολιτική συγκυρία, οι δύο ηγέτες μοιάζουν να γιορτάζουν μια στρατηγική σύμπλευση την ώρα που το πολιτικό τους κεφάλαιο φθίνει, μετατρέποντας κρίσιμους ενεργειακούς και αμυντικούς κλάδους σε χρυσό κάλυμμα ενός οικοδομήματος που ήδη τρίζει. Αυτή η προσπάθεια τοποθέτησης ως εγγυητών της σταθερότητας σκοντάφτει στην οδυνηρή κριτική του Ονόρε ντε Μπαλζάκ, ο οποίος στους Χωριάτες περιγράφει μια πολιτική τάξη που φορά τις πεποιθήσεις της σαν ρούχο, επιλέγοντας θέσεις γεμάτες πλεονεκτήματα για όσους η συνείδηση στερείται βάθους. Η στρατηγική τους σχέση, όσο «ισχυρή» κι αν περιγράφεται στα επίσημα ανακοινωθέντα, αποκαλύπτει μια έλλειψη ηθικού έρματος, θυμίζοντας πως, όπως σημειώνεται και στον Μπαρμπά Γκόριο, «η αρετή δεν τεμαχίζεται· υπάρχει ή δεν υπάρχει».
Αυτή η κατάτμηση της πολιτικής αρετής οδηγεί στον πειρασμό που περιέγραψε ο Ρουσό και υπενθύμισε ο Μπαλζάκ: το δίλημμα του Μανδαρίνου, όπου κάποιος πλουτίζει σκοτώνοντας έναν γέροντα στην Κίνα με μόνη τη δύναμη της θέλησης του. Στο Μέγαρο Μαξίμου, οι δύο ηγέτες μοιάζουν έτοιμοι να «φάνε» τον δικό τους τριακοστό τρίτο μανδαρίνο, θυσιάζοντας την ουσία της διπλωματίας στον βωμό της επικοινωνιακής κυριαρχίας και του προσωπικού γοήτρου. Οι εννέα συμφωνίες μετατρέπονται έτσι σε εργαλεία μιας εφήμερης δόξας, δικαιώνοντας τον Ανδρέα Καρκαβίτσα που στο Έθνος υπό σκιάν προειδοποιούσε πως τέτοιες μορφές «δεν είναι εθνικοί ευεργέτες, αλλά απλοί πλειοδότες της δόξης τους».
Εν τέλει, το σχέδιο δράσης 2026-2030 και οι αμυντικές συμβάσεις, αν και εθνικά αναγκαίες, κινδυνεύουν να καταγραφούν στην ιστορία ως η τελευταία πράξη δύο ηγετών που απαξίωσαν το βάθος της συνεργασίας μετατρέποντας τη σε προσωπικό σκηνικό. Η στρατηγική σύμπλευση Αθήνας και Παρισιού είναι επιβεβλημένη από τη γεωγραφία, όμως όταν η υπογραφή της γίνεται από πρόσωπα που η πολιτική τους δράση εξαντλείται στην πλειοδοσία εντυπώσεων, το αποτέλεσμα δεν είναι η απαρχή μιας νέας συμμαχίας, αλλά η απλή παράταση μιας δύσης που έχει ήδη ξεκινήσει.
Πιστεύετε ότι οι συμφωνίες αυτές θα επιβιώσουν της πολιτικής φθοράς των δύο ηγετών που τις υπέγραψαν;

