Όταν η πατρίδα γίνεται αμηχανία
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Έτυχε χθες να συναντηθώ με μια από τις πιο πολυτραγουδισμένες σύγχρονες στιχουργούς. Γνωριζόμαστε εδώ και χρόνια και κατά καιρούς περνώ από το μικρό μπαρ που διατηρεί για να μοιραστούμε ένα ποτήρι κρασί και μια κουβέντα. Δεν θα αναφέρω το όνομα της. Σέβομαι την ιδιωτικότητα της συζήτησης μας. Θα αναφερθώ όμως στο περιεχόμενο της, γιατί φωτίζει μια αλήθεια που αφορά όχι μόνο τον χώρο της τέχνης, αλλά συνολικά τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία.
Η κουβέντα ξεκίνησε με αφορμή τη μεγάλη συναυλία της Άννας Βίσση στο ΟΑΚΑ. Τίποτα ιδιαίτερα πολιτικό ή εθνικό. Απλώς αναρωτηθήκαμε αν είχαμε παρακολουθήσει όσα έγιναν εκεί, τη μαζικότητα, τη συγκίνηση, την αποδοχή ενός καλλιτέχνη που εδώ και δεκαετίες παραμένει στην κορυφή.
Κάπως έτσι, συνειρμικά, η συζήτηση πέρασε στην Κύπρο.
Μου διηγήθηκε ότι πριν από κάποια χρόνια, λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων, έζησε για δύο συνεχόμενα έτη στο νησί. Μιλούσε με θαυμασμό για τους Κυπρίους, τους οποίους αποκάλεσε χωρίς δεύτερη σκέψη «αδελφούς μας». Και έπειτα μου περιέγραψε μια στιγμή που, όπως φάνηκε καθαρά, την είχε σημαδέψει.
Βρέθηκε στην Πράσινη Γραμμή. Από τη μία πλευρά κυμάτιζε η γαλανόλευκη. Απέναντι, η κόκκινη σημαία με τη λευκή ημισέληνο και το αστέρι. Στάθηκε εκεί για λίγα λεπτά. Και δάκρυσε.
«Δεν άντεξα», μου είπε.
Με άφησε πραγματικά άφωνο. Όχι επειδή δυσκολεύομαι να καταλάβω τη συγκίνηση που μπορεί να προκαλέσει αυτό το σημείο της ιστορίας του Ελληνισμού. Αλλά επειδή συνειδητοποίησα πόσο σπάνια πια ακούμε τέτοιες εξομολογήσεις στον δημόσιο χώρο.
Τη ρώτησα κάτι απλό: «Γιατί δεν το έχεις μοιραστεί ποτέ δημόσια;»
Ζούμε σε μια εποχή όπου δημοσιοποιούμε σχεδόν τα πάντα. Τι φάγαμε, πού βρεθήκαμε, τι αγοράσαμε, τι μας στενοχώρησε για λίγες ώρες ή τι μας χάρισε μερικά πρόσκαιρα likes. Ιδιαίτερα τα δημόσια πρόσωπα εκθέτουν καθημερινά την προσωπική τους ζωή, τις σκέψεις και τις ευαισθησίες τους.
Κι όμως, όταν η συζήτηση αγγίζει την πατρίδα, το έθνος, την ιστορική μνήμη ή τη συλλογική ταυτότητα, ξαφνικά πέφτει μια σιωπή.
Φοβόμαστε. Φοβόμαστε μήπως χαρακτηριστούμε. Μήπως παρεξηγηθούμε. Μήπως κατηγορηθούμε ότι εκφράζουμε κάτι παρωχημένο ή μη αποδεκτό. Μια μικρή αλλά ιδιαίτερα θορυβώδης μειοψηφία έχει καταφέρει εδώ και χρόνια να παρουσιάζει κάθε πατριωτική αναφορά ως κάτι ύποπτο, σχεδόν απολογητικό. Και πολλοί επιλέγουν την ασφάλεια της σιωπής.
Η φίλη μου δεν είχε κάποια απάντηση. Είδα την αμηχανία της. Δεν επέμεινα.
Αλλά η σκέψη έμεινε.
Θυμήθηκα άλλες εποχές. Συναυλίες για την Κύπρο. Αφιερώματα στον Ελληνισμό. Μεγάλους συνθέτες, ποιητές και ερμηνευτές που δεν δίσταζαν να μιλήσουν για εθνικές πληγές, για ιστορικές μνήμες, για τόπους που πονούσαν. Καλλιτέχνες που φωτογραφίζονταν στην Πράσινη Γραμμή και κατέθεταν δημόσια την ψυχή τους για όσα συνέβησαν εκεί.
Σήμερα όλα αυτά δεν έχουν απλώς ατονήσει.
Έχουν σχεδόν εξαφανιστεί.
Και η ίδια σκέψη με οδήγησε ξανά στη συναυλία της Άννας Βίσση.
Μιλάμε για μία από τις σπουδαιότερες Ελληνίδες ερμηνεύτριες. Μια καλλιτέχνιδα που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κύπρο, που πολλές φορές στο παρελθόν έχει συμμετάσχει σε εκδηλώσεις μνήμης και αφιερώματα για το 1974, δίνοντας το δικό της καλλιτεχνικό παρών σε ζητήματα που αφορούν την πατρίδα της.
Δεν αναφέρομαι λοιπόν στην Άννα Βίσση ως πρόσωπο. Αναφέρομαι στη συμβολική δύναμη της στιγμής.
Ένα κατάμεστο ΟΑΚΑ. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι. Μια βραδιά που έγραψε ιστορία. Μια Ελληνοκύπρια καλλιτέχνιδα στο απόγειο της αποθέωσης.
Και σκέφτομαι πόσο ισχυρό θα ήταν το μήνυμα αν σε εκείνη τη σκηνή υψωνόταν η κυπριακή σημαία. Όχι ως κομματική πράξη. Όχι ως πολιτική δήλωση. Αλλά ως μια απλή υπενθύμιση μνήμης, καταγωγής και ιστορίας.
Για να είμαστε δίκαιοι, η Άννα Βίσση το έχει κάνει. Το έπραξε το 2024 σε συναυλία της στο Λονδίνο, τραγουδώντας τα «Ριάλια» με την κυπριακή σημαία ψηλά στα χέρια της. Η φωτογραφία εκείνης της στιγμής έκανε τον γύρο του διαδικτύου και συγκίνησε χιλιάδες Κυπρίους και Έλληνες. Ήταν μια εικόνα αυθόρμητη, ανθρώπινη και βαθιά συμβολική.
Ίσως γι’ αυτό η απουσία της από τη χθεσινή βραδιά μου φάνηκε ακόμη πιο έντονη.
Θα μπορούσε να το κάνει και χθες. Θα μπορούσε, μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, να σηκώσει για λίγα δευτερόλεπτα τη σημαία της πατρίδας της. Όχι για να διχάσει, αλλά για να θυμίσει. Όχι για να στείλει κάποιο πολιτικό μήνυμα, αλλά για να ενώσει μέσα από τη μνήμη.
Δυστυχώς, για εμένα, δεν το έκανε. Και ίσως ακριβώς εκεί να βρίσκεται η ουσία της κουβέντας που είχα με τη φίλη στιχουργό. Όχι στο αν αγαπάμε λιγότερο την πατρίδα μας. Ούτε στο αν συγκινούμαστε λιγότερο όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με τις ανοιχτές πληγές του Ελληνισμού.
Το πρόβλημα είναι ότι πλέον σπάνια το εκφράζουμε δημόσια. Η συγκίνηση υπάρχει. Η μνήμη υπάρχει. Η αγάπη υπάρχει. Αλλά μένει μέσα μας.
Και έτσι, χρόνο με τον χρόνο, έχουμε καταφέρει να μικρύνουμε την παρουσία της πατρίδας στον δημόσιο χώρο. Όχι επειδή έπαψε να έχει αξία για τους ανθρώπους. Αλλά επειδή αρχίσαμε να πιστεύουμε ότι η αγάπη προς αυτήν πρέπει να ψιθυρίζεται και όχι να λέγεται δυνατά.
Ο Σωκράτης διαμόρφωσε την παράδοση του φιλοσοφικού βίου. Από αυτόν και μετά, οι ιδέες δεν αρκεί να διδάσκονται. Οφείλουν να επιβεβαιώνονται από το παράδειγμα της ζωής. Ίσως το ίδιο να ισχύει και για την πατρίδα. Δεν αρκεί να την κρατάμε βαθιά μέσα μας. Χρειάζεται, κάποιες φορές, να βρίσκουμε το θάρρος να την εκφράζουμε και δημόσια. Γιατί όταν η μνήμη σωπαίνει, δεν χάνεται η αγάπη. Χάνεται η παρουσία της. Και τότε μια κοινωνία αρχίζει σιγά σιγά να ξεχνά πόσο βαθιά την κουβαλά ακόμη στην ψυχή της.

