ΝΔ: Η πορεία και τα διλήμματα, 52 χρόνια μετά
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας σύμβουλος επιχειρήσεων – συγγραφέας
Αποτιμήσεις για την πορεία της Μεταπολίτευσης και την καίρια συμβολή της ΝΔ στην πορεία της έχω κάνει κι άλλες φορές. Αξίζει όμως μια σύντομη περιήγηση στις κυβερνητικές περιόδους του κόμματος για να καταλήξουμε στα σημερινά διλήμματα γύρω από την εξέλιξη της πολιτικής του ταυτότητας.
Ο θεσμικός ρόλος του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην εμπέδωση του δημοκρατικού κεκτημένου και την ψήφιση ενός σύγχρονου Συντάγματος δεν αμφισβητείται από κανέναν. Όπως ελάχιστοι πλέον, ακόμη και οι τότε πολέμιοι, δεν μπορούν παρά να πιστώσουν στην παράταξη και τον ιδρυτή της την έγκαιρη συμμετοχή στο πυρήνα της Ε.Ε.
Βέβαια αυτή η διαδρομή σταθερότητας και δημιουργίας συνθηκών ανάπτυξης διακόπηκε από την πίεση των οικονομικών συνεπειών της τότε πετρελαϊκής κρίσης και ανάγκη ενός μέρους της κοινωνίας που ένιωθε διαχρονικά αποκλεισμένο από την εξουσία να αποκτήσει συντεταγμένα πρόσβαση σε αυτή.
Ακόμη όμως κι όσοι τότε χρέωναν στη ΝΔ υπερβολική στροφή προς τη Δύση, ελλιπή φιλελεύθερη πολιτική ή αδυναμία χαλιναγώγησης του πληθωρισμού, δεν άργησαν να αποδεχτούν το συνολικά θετικό αποτύπωμα εκείνης της περιόδου. Ο Καραμανλής ίδρυσε μια παράταξη που κατόρθωσε να αντικατοπτρίζει τις ανάγκες μιας σύγχρονης Κεντροδεξιάς, με σαφές εθνικό και κοινωνικό σε στίγμα.
Η πρωθυπουργία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ήρθε σε μια εποχή με κληρονομιά τη δημοσιονομική αστάθεια, το υψηλό χρέος και τις περίφημες προβληματικές εταιρείες του δημοσίου που είχαν μετατραπεί σε άνδρα διαφθοράς. Οι μεταρρυθμίσεις ξεκίνησαν για να δώσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην οικονομία και να καταστήσουν πιο αποδοτικό το δημόσιο, αλλά κάποιες είτε δεν προχώρησαν όσο έπρεπε, είτε ξεπερνούσαν τις αντοχές της ελληνικής κοινωνίας και συνδυάστηκαν με δημοσιονομικές αλχημείες τύπου «0+0=14».
Το κυριότερο που χρεώνεται εκείνη η θητεία είναι η προσέγγιση στο ζήτημα των Σκοπίων, όπου ένα ζήτημα αλυτρωτισμού και προσπάθειας «πιστοποίησης» μιας ανύπαρκτης εθνικής ταυτότητας αντιμετωπίστηκε ως ένα απλό θέμα λεκτικού προσδιορισμού χωρίς παράπλευρες επιπτώσεις.
Η τρίτη κυβερνητική περίοδος του Κώστα Καραμανλή ήρθε τη στιγμή των Ολυμπιακών Αγώνων και της προσδοκίας για εκτίναξη της οικονομίας. Η, προ λίγων ετών, πρόωρη και με τη χώρα εντελώς απροετοίμαστη μετάβαση στο ευρώ άφησε πίσω της μια μεγάλη ευκαιρία αλλά και μια μεγάλη παγίδα.
Η αναπτυξιακή ευκαιρία απαιτούσε βαθύτερες μεταρρυθμίσεις, φορολογικές και άλλες παρεμβάσεις. Η δημοσιονομική παγίδα απαιτούσε ουσιαστική προσαρμογή κι όπως είπε αργότερα ο τότε υπουργός οικονομικών Αλογοσκούφης για την κυβερνητική χρήση του όρου ήπια προσαρμογή, «προχωρήσαμε στο ήπια, ας ολοκληρώσουμε και την προσαρμογή». Βέβαια το ότι κάποιοι χρεώνουν τη μετέπειτα χρεοκοπία στην τότε διακυβέρνηση, όταν οι ίδιοι όλη εκείνη την περίοδο αντιδρούσαν σε κάθε τομή και πρότειναν ακόμη περισσότερες παροχές, κρύβει μια τεράστια υποκρισία. Και εθνικά εκείνα τα χρόνια υπήρξε σταθερή γραμμή αταλάντευτης προάσπισης των συμφερόντων της χώρας, με διεθνές κόστος και πολλές πιέσεις για συμβιβασμούς στους οποίους δεν υπέκυψε.
Ακολούθησε μια φάση κατάρρευσης του πολιτικού σκηνικού από την οποία η ΝΔ επέζησε και τελικά συγκρότησε κυβέρνηση συνεργασίας. Την επιτυχία εκείνου του σχήματος υπό τον Αντώνη Σαμαρά ελάχιστοι αμφισβητούν σήμερα. Ανέδειξε τα δομικά σφάλματα του αρχικού μνημονίου που υποτιμούσε το ύψος της ύφεσης και υπερεκτιμούσε την ταχύτητα εκτέλεσης και θετικής επίδρασης των μεταρρυθμίσεων. Βελτίωσε ταχύτατα τη δημοσιονομική εικόνα, πέτυχε την απομείωση του χρέους και διεκδίκησε μια πορεία μείωσης της φορολογίας.
Και μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η Ελλάδα θεωρούνταν διπλωματικά αδύναμη και ανίσχυρη απέναντι στις προκλήσεις λόγω της οικονομικής κατάστασης, κράτησε ψηλά το εθνικό φρόνημα, προχώρησε σε στρατηγικές συνεργασίες κι αντιμετώπισε τις ανεξέλεγκτες μεταναστευτικές ροές πιο αποτελεσματικά από ποτέ.
Και φθάνουμε στην σημερινή επτάχρονη πλέον διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Οι φιλοδοξίες του σχήματος βρέθηκε μπροστά στη μεγαλύτερη υγειονομική καταιγίδα των τελευταίων πολλών δεκαετιών αλλά στάθηκε απέναντι της με ψυχραιμία και διαχειριστική επάρκεια. Ολοκλήρωσε τη δημοσιονομική νοικοκυροσύνη και έθεσε το χρέος, ελέω και των πληθωριστικών επιπτώσεων, σε τροχιά που θέτει την Ελλάδα σε προνομιακή θέση απέναντι στις αγορές.
Ταυτόχρονα όμως αναδείχτηκαν ζητήματα που για αρκετούς παραδοσιακούς ψηφοφόρους έθεσαν σε αμφισβήτηση τη διαχρονική ταυτότητα της παράταξης κι αφορούν θέματα πολύ πιο πέρα από την όποια υπερβολική διεύρυνση και την αίσθηση ότι μετακινείται προς της σοσιαλδημοκρατία, όπως ευθέως δήλωσε ο Χρυσοχοΐδης.
Από τη θολότητα γύρω από το βαθμό αποδοχής της woke ατζέντας και τα «ήρεμα νερά» στο Αιγαίο, που κατά καιρούς και η ίδια η κυβέρνηση συνειδητοποιεί ότι αφήνουν περιθώρια για μεγαλύτερες τουρκικές προκλήσεις ενώ την ίδια ώρα η εικόνα δήθεν συνεννόησής την «ξεπλένει» στη διεθνή κοινότητα, έως τη σκανδαλολογία και τα δείγματα διαφθοράς και τη μετατροπή του φιλελεύθερου οικονομικού πυρήνα του προγράμματός της σε μια ατέρμονη επένδυση στην επιδοματική πολιτική.
52 χρόνια είναι μια τεράστια χρονική περίοδος. Οι κοινωνίες αλλάζουν, τα προβλήματα γίνονται πιο σύνθετα, οι απαντήσεις λιγότερο εύκολες, το διεθνές σκηνικό και η στενότερη αλληλεξάρτηση των οικονομιών μετατρέπουν τη χθεσινή σιγουριά σε μελλοντική αμφισβήτηση. Τα διλήμματα του μέλλοντος μας είναι πολλαπλά και πολύπλοκα. Μια σύγχρονη Κεντροδεξιά παράταξη οφείλει να παραμείνει παράγοντας σταθερότητας, ευημερίας και δικαιοσύνης, να ηγηθεί μιας βαθιάς θεσμικής αναδόμησης που θα αντανακλά το σύγχρονο κοινωνικό τοπίο και θα ανακτά την εμπιστοσύνη των πολιτών στο σύστημα. Με περισσότερη λογοδοσία κι αξιολόγηση. Με περισσότερη δημοκρατία και ακόμη πιο ανοικτές διαδικασίες για όλους. Με οικονομικό ορθολογισμό αλλά και αντίληψη των προσκλήσεων που έρχονται να διαμορφώσουν από την αρχή την παραγωγική διαδικασία.

