Με την πεπατημένη των συμβιβασμών δεν θα δούμε ξαστεριά στην Κύπρο

Γράφει η Κρινιώ Καλογερίδου

Ας ξεκινήσω απ’ αυτό, γιατί έγινα δέκτης (σε διαδικτυακό επίπεδο) ενθουσιωδών εντυπώσεων περί αλλαγής πλεύσης της κυπριακής πολιτικής δια στόματος Χριστοδουλίδη, με οδοδείκτη τους έξι άξονες ομιλίας του στον ΟΗΕ υπό τις ευλογίες του Ελπιδοφόρου.

Του Αρχιεπισκόπου Αμερικής, που υποδέχθηκε τον Κύπριο Πρόεδρο και τη συνοδεια του κατά την επίσκεψή του στην Αρχιεπισκοπή επαναλαμβάνοντας τα συνήθη λόγια υποδοχής Κυπρίων ηγετών με συνοδά ευχολόγια για το Κυπριακό τα οποία ακούμε σε ανάλογες περιπτώσεις:

”Ο πόνος της Κύπρου είναι πόνος ολόκληρου του Ελληνισμού. […] Ο Κύριος θα σας ευλογήσει για να φέρετε ωραίες μέρες στην μαρτυρική Μεγαλόνησο”.

Λόγια, λόγια, λόγια, ισοδύναμα με παραμυθίες ίσης αποτελεσματικότητας με τις ”κυρώσεις” της Ε.Ε για την επιβολή τετελεσμένων από την Τουρκία σε βάρος των συμφερόντων της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Της Ε.Ε στην οποία προσβλέπει ο Νίκος Χριστοδουλίδης για να παίξει ρόλο μεσάζοντα στο Κυπριακό επαναφέροντας στο Τραπέζι των διαπραγματεύσεων τα δίκαια της Κύπρου. Προθέσεις θετικές που στοχεύουν στον επηρεασμό της Διεθνούς Κοινής Γνώμης για αναθέρμανση του ενδιαφέροντός της προς επούλωση του 49ετούς τραύματος τουρκικής κατοχής στην Κύπρο και ένωση της διηρημένης νήσου στο όλον της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Πλην όμως, όλα αυτά τα αξιακά θετικά και πανίερα δεν λογαριάζονται στον ”σκληροπυρηνικά” συμφεροντολογικό κόσμο της Εξωτερικής πολιτικής, όπως απέδειξε η σύγχρονη γεωπολιτική ιστορία. Δεν λογαριάζονται οι καλές προθέσεις, παρά μόνο οι δυναμικές παρεμβάσεις που είναι ικανές να ταρακουνήσουν το δέντρο της διεθνούς αμεριμνησίας ή αβελτηρίας για ένα θέμα σαν το Κυπριακό…

Ιστορικό δείγμα άλλωστε γι’ αυτό το συμπέρασμα υπάρχει καταγεγραμμένο στην έδρα των Ηνωμένων Εθνών. Μας το θύμισε ο δημοσιογράφος Άριστος Μιχαηλίδης αναφερόμενος στην ομιλία του Φιντέλ Κάστρο στον ΟΗΕ το 1979, όταν ο απελευθερωτής κομμουνιστής ηγέτης της Κούβας είπε με βροντώδη φωνή από βήματος του ΟΗΕ ”Τέρμα τα λόγια, ώρα για πράξεις, περισσότερες πράξεις”.

Και πράξεις χρειαζόμαστε τώρα για το Κυπριακό, όχι λόγια. Μπουχτήσαμε απ’ τα τελευταία, άλλωστε, τόσα χρόνια. Χρόνια που πέρασαν ανεκμετάλλευτα δίνοντας την εντύπωση ότι οι Ελλαδίτες και οι Ελληνοκύπριοι ηγέτες ετύρβαζαν περί άλλων, χωρίς να προτάξουν ως κύριο μέλημά τους την ένωση του νησιού.

Χωρίς να αφυπνιστούν και να αφυπνίσουν τον κόσμο σε Ελλάδα και Κύπρο για την αναγκαιότητα προβολής του ”εμείς” έναντι του ”εγώ”, προκειμένου να απελευθερωθεί το τουρκοκρατούμενο 37% της Μεγαλονήσου.

Έτσι έδρεψε δάφνες η ατομικιστική νοοτροπία. Το ανίερο, εγωπαθές και προσβλητικό για την ένδοξη ιστορία μας στοιχείο, που μας έκανε να καμαρώνουμε για την ατομική και κοινωνική ευδοκίμηση, αδιάφοροι για το γεγονός ότι ένα πολύτιμο κομμάτι του Ελληνισμού — η κατεχόμενη Κύπρος — βρίσκεται (μισό αιώνα κοντά) σε χέρια κατακτητή και ζητά την απελευθέρωσή της.

Ζητά, αλλά εμείς (Ελλαδίτες και Ελληνοκύπριοι) κωφεύουμε επιδεικτικά. Επηρμένοι και αμνήμονες ξεχάσαμε προ πολλού το ”ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ” μας και πέσαμε στην παγίδα των Τούρκων, των Βρετανών και των Αμερικανών, η οποία έχει το χρώμα των ξένων συμφερόντων τα οποία προϋποθέτουν στην ουσία τους αποδοχή των τετελεσμένων από την Κύπρο.

Έτσι έφτασε ο πρώην Αναπληρωτής Πρόεδρος του ΔΗΣΥ Χάρης Γεωργιάδης να πει το εθνικά απαράδεκτο: ”Η διχοτόμηση προκύπτει εκ των πραγμάτων στην Κύπρο” (Ιανουάριος 2021), το οποίο παραπέμπει ευθέως στο ”Περιμένοντας τους βαρβάρους” του Καβάφη, με ελλαδική συνέργεια μάλιστα.

Ελλαδική συνέργεια γιατί οι Έλληνες ηγέτες επί 49 χρόνια δεν τόλμησαν ποτέ να διαγράψουν το ενδεχόμενο της διχοτόμησης του νησιού λέγοντας καθαρά και ξάστερα στα διεθνή forum το ”Διεκδικούμε, ως εγγυητές της εδαφικής ακεραιότητας και κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, την απελευθέρωση της κατεχόμενης βόρειας Κύπρου και την ένωσή της με το ελεύθερο νότιο τμήμα της”.

Αντ’ αυτού, πιπιλίζουν διακομματικά και διακυβερνητικά την καραμέλα του ”Δεν διεκδικούμε τίποτα” από την Τουρκία φτάνοντας στο σημείο να την ξεπλένουν πανηγυρικά και να την αποδίδουν ”αθώα περιστερά” στη διεθνή κοινωνία αποδεχόμενοι (με πρόφαση την ”ελληνοτουρκική φιλία”) να συνομιλήσουν μαζί της, σαν να μη μας χωρίζει από αυτήν η κυπριακή τραγωδία και οι θρασείες διεκδικήσεις της επί της ελληνικής και κυπριακής κυριαρχίας…

Με άλλα λόγια, για να επανέλθω στις προθέσεις Χριστοδουλίδη όπως διαφάνηκαν κατά την ομιλία του στον ΟΗΕ, δεν αρκεί και δεν συγκινεί πλέον το ξένο ακροατήριο η χιλιοειπωμένη δήλωση πίστης του ”στην ειρηνική συνύπαρξη” Ελληνοκυπρίων-Τουρκοκυπρίων τους οποίους ονειρευεται να δει ”να ζουν μαζί ειρηνικά, ενωμένοι από τη γη που μοιράζονται”.

Δεν συγκινεί τον πανούργο Ταγίπ Ερντογάν ο κλάδος ελαίας της Κύπρου και το ”προσωπικό μήνυμα” Χριστοδουλίδη, που έγινε ως ένα βαθμό για εσωτερική κατανάλωση προς ικανοποίηση των κομμάτων της Κύπρου, αλλά κυρίως με την ελπίδα να κινητοποιήσει τους ‘Μεγάλους” ώστε να προωθήσουν νέο γύρο διαβουλεύσεων για το Κυπριακό.

Νέων διαβουλεύσεων που θα πιάσουν το νήμα των διμερών επαφών Κύπρου-Τουρκίας (υπό την αιγίδα του ΟΗΕ) από εκεί που το άφησαν Αναστασιάδης-Κοτζιάς στο Κραν Μοντανά (Γενεύη, Ιανουάριος 2017). Από εκεί που το άφησαν ως ναυάγιο λόγω αδιαλλαξίας της Τουρκίας μετά το ”όχι” του Μεβλούτ Τσαβούσογλου στον Γκουτέρες για την αποχώρηση του τουρκικού στρατού κατοχής από την Κύπρο.

Εκείνη η θρασύτητα του πρώην υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας — που είπε στον ΓΓ του ΟΗΕ το ’17: ”Για την Τουρκία η άποψη μηδέν στρατεύματα, μηδέν εγγυήσεις δεν ήταν ποτέ θέση εκκίνησης (was a non-starter)” — ξεχάστηκε ίσως από τους περισσότερους σε Ελλάδα και Κύπρο, για να επιζητούν αμφότερες οι αδελφές χώρες διμερείς επαφές με τον αφερέγγυο Πρόεδρο της γείτονος εξ Ανατολών.

Μας την θύμισε όμως η εξίσου θρασεία πρόκληση του ίδιου, όταν — μια μέρα πριν την ομιλία του Κύπριου ομολόγου του Ν. Χριστοδουλίδη — ζήτησε από το βήμα της 78ης Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών την αναγνώριση του ψευδοκράτους από την διεθνή κοινότητα επιβεβαιώνοντας στους δικούς μας (αφελείς κατ’ επιλογή, που βιάζονται να υποδεχθούν τον Ταγίπ στη Θεσσαλονίκη) ότι έχει ανοίξει η ατζέντα όχι μόνο για το Κυπριακό, αλλά και για τη ”συνδιαχείριση” στο Αιγαίο (19/9/’23).

Στην πρόκληση βέβαια του Τούρκου Προέδρου απάντησε αποστομωτικά την επομένη ο Κύπριος Πρόεδρος (”Κύριε Ερντογάν, δεν υπάρχει ούτε θα υπάρξει ποτέ άλλη βάση διαπραγμάτευσης για το Κυπριακό, πέρα από αυτή που έχει υιοθετηθεί στα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.. Η παραβατικότητα που προέρχεται από την εισβολή, την επιθετικότητα και τη χρήση βίας, δεν μπορεί να αναγνωριστεί”).

Απάντηση που δεν προκάλεσε όμως τον σεισμό που αναμενόταν εκτός των τειχών της Κύπρου, με βάση τα ελπιδοφόρα μηνύματα του κυπριακού Τύπου των προηγούμενων ημερών για την επικείμενη ομιλία Χριστοδουλίδη στην 78η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών.

Παρ’ όλα αυτά, έκανε αίσθηση η άμεση ανταπόκριση του Κύπριου ηγέτη στην έκκληση Τουρκοκύπριων (”συμπατριωτών”, όπως τους αποκάλεσε) για ειρήνη. Κίνηση θετική, με την επιφύλαξη να μην εκληφθεί ως κλείσιμο του ματιού για είσοδο από το παράθυρο νέου Σχεδίου Ανάν με προπομπό την ΔΔΟ (Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία), πρόταση Ελλάδας και Κύπρου για λύση του Κυπριακού.

Το λέω αυτό γιατί, γυρνώντας στο παρελθόν, αντιλαμβάνομαι πλέον ξεκάθαρα την αξία του ”Όχι” του κυπριακού λαού στο Σχέδιο Ανάν το 2004 (δια δημοψηφίσματος) μετά την ιστορική ομιλία του τότε Προέδρου Τάσσου ΄Παπαδόπουλου, ο οποίος έκλεισε το διάγγελμά του με την καταληκτική φράση του ”Παρέλαβα κράτος, δεν θα παραδώσω κοινότητα”.

Αντιλαμβάνομαι ξεκάθαρα την οδυνηρή προοπτική που επεφύλασσε το Σχέδιο Ανάν για την Κύπρο. Την κατάλυση, δηλαδή, της Κυπριακής Δημοκρατίας και την ομηρία της στα αγγλοτουρκικά συμφέροντα. Και αυτό πέρα απ’ τη στέρηση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων (στο πλαίσιο των αξιών της Ε.Ε) Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων και την πλήρη απενοχοποίηση της Τουρκίας για την εισβολή του Αττίλα 1&2 το ’74.

Τα ως άνω δεδομένα αποδεικνύουν με τον πιο εμφατικό τρόπο πως ο δρόμος για λύση του Κυπριακού, με βάση τα συμφέροντα αποκλειστικά της Κύπρου, είναι μονόδρομος για την αποφυγή της τουρκοποίησής της.

Τουρκοποίησης που έρχεται πιο κοντά ως ενδεχόμενο αν επιλεγεί εθνικά ασύμφορη λύση για το Κυπριακό, όσο απομακρυνόμαστε από τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας το ’74, με τους Διεθνείς Οργανισμούς (ΟΗΕ-ΝΑΤΟ-ΕΟΚ/Ε.Ε) να έχουν καταστεί έρμαια των συμφερόντων των ισχυρών, καθώς δεν τολμούν να βάλουν τέλος στη διάπραξη εγκλημάτων πολέμου (εθνοκάθαρση, εκτοπισμοί, εποικισμός) από την Τουρκία.

Όλα αυτά, προφανώς, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με ευχολόγια περί ειρήνης και συμβιβαστικές υποχωρήσεις από πλευράς των εκπροσώπων του Ελληνισμού (βλ. απενεργοποίηση ΔΕΑΧ, υιοθέτηση μέσω ΟΗΕ της βρετανικής πρότασης για ΔΔΟ και ομιλία Χριστοδουλίδη που παραπέμπει στο δονκιχωτικό ”συνεχίζουμε την πορεία στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα”).

Ως εκ τούτου, πρέπει να πάψουμε να περιοριζόμαστε στο άνευ αντικρύσματος ”ηχηρό μήνυμα ειρήνης” που κατάντησε να ταυτίζεται για μας με εθνικές υποχωρήσεις. Υποχωρήσεις, που δεν απέδωσαν καρπούς μισό αιώνα σχεδόν και κρατούν σταθερά αδύναμη την Κύπρο έναντι της ισχυρής Τουρκίας.

Πώς όμως θα επιτευχθεί ο άθλος αντίστασης και διεκδίκησης της λευτεριάς για την κατεχόμενη Κύπρο, που δείχνει να είναι ουτοπικός όσο κυριαρχεί το status quo του κατευνασμού στην Εξωτερική πολιτική των εκπροσώπων του Ελληνισμού;

Αν μέχρι πρότινος πίστευα πως οι ρηξικέλευθες ηγεσίες σε Ελλάδα και Κύπρο αρκούσαν για να ανακινήσουν τα λιμνάζοντα ύδατα του Κυπριακού και να δρομολογήσουν εξελίξεις υπέρ των εθνικών συμφερόντων της, τώρα πιστεύω ότι χρειάζεται να ριχτούν στην όζουσα λίμνη (όπου σήπονται τα αιτήματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ’74 για δίκαιη και βιώσιμη λύση του) εκατοντάδες και χιλιάδες βότσαλα.

Βότσαλα ”επανάστασης” από Ελλαδίτες, Ελληνοκύπριους, ομογενείς του Εξωτερικού και φιλέλληνες αποφασισμένους να συμμετάσχουν από κοινού σε διεθνή διπλωματική εκστρατεία αποκατάστασης των δικαίων της Κύπρου.

Εννοείται ότι, για να γίνει αυτό, θα πρέπει να διασφαλιστούν προηγουμένως η εξοπλιστική επάρκεια της Μεγαλονήσου, η αμυντική διασύνδεσή της με την Ελλάδα μέσω ΔΕΑΧ και η πρόταξη της απομάκρυνσης του τουρκικού στρατού κατοχής από το 37% της βόρειας Κύπρου ως κύριου αιτήματος για λύση του Κυπριακού, στη θέση της εθνικά ασύμφορης πρότασης-λύσης Ελλάδας-Κύπρου για Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία με πολιτική ισότητα (Τ/κ-Ε/κ).

Αν δεν γίνει τίποτα από τα ως άνω και η ελληνοκυπριακή πλευρά επιλέξει τον δρόμο του συμβιβασμού με μονόπλευρες, ταπεινωτικές υποχωρήσεις που επιτρέπουν στον Τούρκο να κόβει ναι να ράβει στα Κατεχόμενα αλωνίζοντας παράλληλα στην ΑΟΖ–υφαλοκρηπίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν θα δει ξαστεριά η Κύπρος. Αντίθετα, θα δώσει ώθηση στην τουρκική πρόταση λύσης του Κυπριακού για οριστική διχοτόμησή της…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.