Με αφορμή τις αγροτικές κινητοποιήσεις
Γράφει ο Σταύρος Πεντέας
Ο μεταπολεμικός καπιταλισμός δεν ήταν «ανθρώπινος» από καλοσύνη.
Ήταν θεσμικά περιορισμένος.
Και ακριβώς γι’ αυτό λειτούργησε.
Οι λαοί είχαν χάσει τα πάντα και δεν ήταν εύκολα διαχειρίσιμοι.
Είχαν δώσει αίμα και είχαν απαιτήσεις.
Και είχαν αναδείξει ηγέτες που πολέμησαν ώμο με ώμο!
Υπήρχε και ο κομμουνιστικός κόσμος και η προπαγάνδα του «υπέρ αδυνάτων» που πρόβαλε ως απειλή.
Είναι ιστορικά τεκμηριωμένο ότι η λεγόμενη «Χρυσή Εποχή» (1945-1973) βασίστηκε σε κανόνες που σήμερα φαντάζουν αδιανόητοι.
Στις ΗΠΑ ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής ξεπερνούσε το 90%, τα συνδικάτα είχαν θεσμικό ρόλο και το σύστημα Bretton Woods περιόριζε την ανεξέλεγκτη κίνηση κεφαλαίων.
Αυτοί οι μηχανισμοί αναγκάζαν το κεφάλαιο να επιστρέφει στην παραγωγή, περιόριζαν τη συγκέντρωση πλούτου και ενίσχυαν την κοινωνική κινητικότητα.
Έτσι δημιουργήθηκε η μεσαία τάξη και έτσι νομιμοποιήθηκε η δημοκρατία δυτικού τύπου.
Η ευημερία διαχεόταν οργανικά και οι ακραίες ιδεολογίες δεν έβρισκαν έδαφος για να ριζώσουν.
Από τα τέλη του 20ού αιώνα, το μοντέλο αυτό αντικαταστάθηκε από την «χρηματοπιστωτικοποίηση»
(financialization).
Το κέντρο βάρους μετατοπίστηκε από την παραγωγή αγαθών στην απόδοση χρηματοοικονομικών προϊόντων, συχνά αποκομμένων από την πραγματική οικονομία.
Στην Ελλάδα, αυτή η στρέβλωση είναι εξόφθαλμη.
Η οικονομική ελίτ επενδύει σχεδόν αποκλειστικά σε δραστηριότητες χωρίς ουσιαστικό επιχειρηματικό ρίσκο: κρατικά δημόσια έργα, ενέργεια με εξασφαλισμένους πελάτες, τουρισμό, παραχωρήσεις υποδομών και δίκτυα.
Πρόκειται για την οικονομία της «προσόδου» (rent-seeking). Επενδύσεις σίγουρης απόδοσης που δεν αλλάζουν το παραγωγικό μοντέλο, δεν ενισχύουν την εγχώρια βιομηχανία και δεν διορθώνουν το εμπορικό έλλειμμα.
Ταυτόχρονα, αυτές οι δραστηριότητες απορροφούν τα τραπεζικά και ευρωπαϊκά κεφάλαια εις βάρος κάθε πραγματικά παραγωγικής προσπάθειας.
Οι πρόσφατες αγροτικές κινητοποιήσεις είναι η άμεση συνέπεια αυτής της ανισορροπίας.
Στην οικονομία της προσόδου, ο αγρότης γίνεται ο «αδύναμος κρίκος» μιας αλυσίδας που τον στραγγαλίζει.
Το κόστος παραγωγής εκτοξεύεται από τα ολιγοπώλια στην ενέργεια και τα εφόδια, ενώ η έλλειψη εγχώριας μεταποιητικής βιομηχανίας τον αναγκάζει να πουλά την πρώτη ύλη σε εξευτελιστικές τιμές.
Όταν το κεφάλαιο προτιμά να επενδύει σε εισαγωγές και real estate αντί για αγροτική τεχνολογία και δίκτυα διανομής, ο πρωτογενής τομέας οδηγείται σε δομική κατάρρευση, αδυνατώντας να επιβιώσει στον διεθνή ανταγωνισμό.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η σύγχρονη Αριστερά εμφανίζεται ιδεολογικά αμήχανη…
Αδυνατώντας να αρθρώσει ένα πειστικό σχέδιο πολιτικής οικονομίας, εγκαταλείπει το πεδίο της παραγωγής και του κεφαλαίου και καταφεύγει σε μια «μετα-υλιστική» ατζέντα (Woke) ταυτοτικών ζητημάτων αφήνοντας ανέπαφη τη δομική ισχύ του παρασιτικού κεφαλαίου.
Αλλά και όταν ασχολείται με οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα καταφεύγει στον μηδενισμό εφόσον αδυνατεί να εισηγηθεί λύσεις «βελτίωσης του καπιταλισμού» που θα σήμαινε ότι τον αποδέχεται.
Έτσι δεν μπορεί να αναδειχθεί ως απειλή του Συστήματος που συνεχίζει ανενόχλητο.
Η διόρθωση όμως αυτής της πορείας δεν είναι μόνο ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης· είναι ζήτημα συστημικής αυτοσυντήρησης.
Η ιστορία δείχνει ότι όταν η κοινωνική ανισορροπία παγιώνεται, οι εκρήξεις που ακολουθούν δεν κάνουν διακρίσεις και δεν απειλούν μόνο το οικονομικό status αλλά και την Δημοκρατία.
Ο περιορισμός της χρηματοπιστωτικής οικονομίας και η στροφή σε πραγματικά παραγωγικές επενδύσεις δεν είναι παραχώρηση — είναι επένδυση στη σταθερότητα πριν αυτή χαθεί οριστικά.

