Όταν ρωτάς επίμονα, το ψέμα αποκαλύπτεται

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Σαράντα πέντε ημέρες οι αγρότες βρίσκονται στους δρόμους. Όχι από ιδεολογική εμμονή ούτε από συντεχνιακή διάθεση, τουλάχιστον αυτή τη φορά, αλλά από ανάγκη. Από αγωνία για την επιβίωση τους. Κι όμως, όσο οι κινητοποιήσεις συνεχίζονται, τόσο γίνεται πιο καθαρό ότι η κυβέρνηση δεν έχει ουσιαστικές απαντήσεις. Όχι επειδή δεν βρίσκει τις σωστές λέξεις, αλλά επειδή δεν υπάρχει σχέδιο.

Ή, για να είμαστε πιο ειλικρινείς, υπάρχει σχέδιο, απλώς δεν αφορά την ενίσχυση της αγροτικής παραγωγής. Αφορά τη σταδιακή της εγκατάλειψη και τελικά την ερημοποίηση της.

Κάθε φορά που η κυβέρνηση καλεί τους αγρότες «σε διάλογο», η διαδικασία εκφυλίζεται σε άσκηση ρητορικής. Αντί για συγκεκριμένες δεσμεύσεις, επιστρατεύονται σοφιστείες. Η λογική είναι γνωστή και παλιά: «Έχετε ό,τι δεν χάσατε. Κέρατα δεν χάσατε, άρα κέρατα έχετε». Ένας σοφιστικός συλλογισμός που μοιάζει λογικός, αλλά δεν απαντά σε κανένα πραγματικό αίτημα.

Όταν οι αγρότες μιλούν για το εκρηκτικό κόστος παραγωγής, η απάντηση είναι ότι «υπάρχουν ήδη μέτρα». Όταν μιλούν για κατάρρευση εισοδήματος, τους υπενθυμίζεται τι δεν τους αφαιρέθηκε. Όταν μιλούν για αδιέξοδο, η κυβέρνηση απαντά ότι «σε άλλες χώρες είναι χειρότερα». Έτσι, όμως, δεν ασκείται πολιτική, παρά μετατίθεται απλώς η ευθύνη.

Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται ο ρόλος των προπαγανδιστών της εξουσίας. Όχι για να εξηγήσουν την πραγματικότητα, αλλά για να τη διαχειριστούν. Ο Harold Lasswell, στο κλασικό έργο του Προπαγάνδα, περιγράφει με εντυπωσιακή ακρίβεια αυτή τη λογική. Μας αναφέρει δηλαδή ότι, ο σύγχρονος προπαγανδιστής δεν βασίζεται στη δημοκρατική πεποίθηση ότι οι άνθρωποι είναι πάντα οι καλύτεροι κριτές των συμφερόντων τους. Αντιθέτως, θεωρεί δεδομένο ότι συχνά σφάλλουν, ταλαντεύονται, προσκολλώνται σε ξεπερασμένες βεβαιότητες ή μετακινούνται άκριτα από τη μία επιλογή στην άλλη.

Γι’ αυτό και η προπαγάνδα δεν επιδιώκει πειθώ μέσω αλήθειας, αλλά κατεύθυνση μέσω συμβόλων. Όχι επιβολή, αλλά «μαντεία», τη διαμόρφωση, δηλαδή, ενός πλαισίου μέσα στο οποίο οι πολίτες οδηγούνται να αποδεχθούν μια πραγματικότητα ως αναπόφευκτη. Όπως σημειώνει ο Lasswell, το διαχειριστικό ιδεώδες δεν είναι ο έλεγχος με καταναγκασμό, αλλά ο έλεγχος μέσω της προσαρμογής αντιλήψεων και συνηθειών.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα γενικότερα με την κυβερνητική προπαγάνδα και τώρα και με τους αγρότες. Οι αγρότες, όπως και κάθε άλλος πολίτης, δεν αντιμετωπίζονται ως υποκείμενα πολιτικής, αλλά ως μάζα που πρέπει να «κατανοήσει» γιατί δεν υπάρχει εναλλακτική. Η απουσία αγροτικής πολιτικής βαφτίζεται ρεαλισμός. Η εγκατάλειψη της παραγωγής παρουσιάζεται ως ευρωπαϊκή αναγκαιότητα. Η συμφωνία MERCOSUR δεν συζητείται ως στρατηγικός κίνδυνος για το ελληνικό προϊόν, αλλά ως τεχνική λεπτομέρεια της παγκοσμιοποίησης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα σκάνδαλα στον ΟΠΕΚΕΠΕ και η «λύση» μέσω της ΑΑΔΕ δεν είναι απλές διοικητικές αστοχίες. Είναι δομικό στοιχείο ενός συστήματος που δεν θεωρεί τον αγρότη στρατηγικό πυλώνα της χώρας, αλλά αριθμό σε πίνακα επιδοτήσεων. Όταν οι ενισχύσεις γίνονται πεδίο αδιαφάνειας, διαλύεται όχι μόνο το εισόδημα, αλλά και η εμπιστοσύνη.

Οι αγρότες δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν απαντήσεις. Ζητούν κανόνες, σχέδιο και προοπτική. Ζητούν να γνωρίζουν αν έχουν μέλλον στον τόπο τους ή αν το μήνυμα της πολιτείας είναι πως η εγκατάλειψη της γης αποτελεί σιωπηρή εθνική στρατηγική.

Όσο οι ερωτήσεις πληθαίνουν και οι απαντήσεις αλλάζουν, τόσο αποκαλύπτεται η αλήθεια. Γιατί όποιος λέει την αλήθεια δεν χρειάζεται σοφιστείες, σύμβολα και επικοινωνιακή μαντεία.

Η απουσία αγροτικής πολιτικής δεν είναι ατύχημα. Είναι επιλογή. Και κάθε επιλογή έχει συνέπειες, κοινωνικές, οικονομικές και εθνικές. Η ερημοποίηση δεν ξεκινά από τα χωράφια. Ξεκινά από την πολιτική.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.