Η σταθερότητα των προσωρινών μέτρων

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

«Προσωρινά και στοχευμένα μέτρα». Αυτή ήταν η απάντηση του Έλληνα πρωθυπουργού στην προοπτική μιας νέας οικονομικής κρίσης που γεννά η γεωπολιτική ένταση. Και αν ήταν η πρώτη φορά που η κυβέρνηση κατέφευγε σε αυτή τη ρητορική, ίσως να μην προκαλούσε εντύπωση. Το πρόβλημα είναι ότι η Ελλάδα κυβερνάται με «προσωρινά και στοχευμένα μέτρα» από την πρώτη μέρα αυτής της διακυβέρνησης. Όχι με σχέδιο. Όχι με εθνική στρατηγική. Με μπαλώματα. Και τώρα που τα γεωπολιτικά μέτωπα μεταφέρονται με ορμή στην καθημερινότητα των πολιτών, η αδυναμία αποκαλύπτεται σε όλο της το μεγαλείο.

Τα γεωπολιτικά μέτωπα μεταφέρονται με ταχύτητα στην καθημερινότητα, αποκαλύπτοντας την γύμνια της πολιτικής. Το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους στα καύσιμα και στα σούπερ μάρκετ παρουσιάζεται ως «λύση» στην ακρίβεια, ενώ στην πραγματικότητα είναι η κραυγαλέα ομολογία αποτυχίας. Όταν το κράτος καταφεύγει σε διοικητικό έλεγχο τιμών, σημαίνει ότι η αγορά έχει ξεφύγει εντελώς και ότι η οικονομική πολιτική δεν προστάτευσε ούτε ένα ευρώ από την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Η Ελλάδα δεν εφαρμόζει πρακτικά αντιμονοπωλιακή νομοθεσία. Άφησε καρτέλ να αλωνίζουν στην «κανονικότητα» και τώρα, στην κρίση, δεν μπορεί να τα μαζέψει. Οι πολίτες δεν θέλουν προσωρινά φρένα, αλλά πολιτική που μειώνει το ενεργειακό κόστος, κόβει τη φορολογική αρπαγή και αυξάνει τα πραγματικά εισοδήματα. Όχι παυσίπονα για μια οικονομία που αιμορραγεί χρόνια.

Η κυβέρνηση υπερηφανεύεται για τη «δημοσιονομική σοβαρότητα». Η ισορροπία είναι απαραίτητη, αλλά δεν μπορεί να γίνει άλλοθι για την πλήρη απουσία αναπτυξιακής στρατηγικής. Μια οικονομία δεν γίνεται ισχυρή επειδή ισορροπεί λογιστικά τον προϋπολογισμό της. Γίνεται ισχυρή όταν παράγει, επενδύει, ενισχύει τη βιομηχανία και δημιουργεί πλούτο που μένει στη χώρα. Στην Ελλάδα η βιομηχανία παραμένει στο περιθώριο του ΑΕΠ, χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ η οικονομία στηρίζεται στον τουρισμό και στις υπηρεσίες. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η ραχοκοκαλιά της χώρας, δυσκολεύονται να επενδύσουν ή να ενταχθούν σε αλυσίδες παραγωγής. Αυτό είναι στασιμότητα με λογιστική επίστρωση και όχι «σταθερότητα».

Το κυβερνητικό αφήγημα βαφτίζει «αλλαγή μοντέλου» τη μαζική διοχέτευση επιδοτήσεων σε παραδοσιακούς κλάδους (τουρισμός, χαμηλή μεταποίηση) και σε ενεργειακές/εξορυκτικές υποδομές. Όταν σχεδόν το ήμισυ της «επένδυσης» καλύπτεται από κράτος και ΕΕ, δεν πρόκειται για προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων που ρισκάρουν, αλλά απλή μεταφορά δημόσιου χρήματος σε ιδιώτες χωρίς να δημιουργείται αυτοσυντηρούμενη ανάπτυξη. Μια οικονομία που εξαρτάται τόσο πολύ από επιδοτήσεις, είναι καταδικασμένη στη στασιμότητα μόλις στερέψουν τα κονδύλια του Αναπτυξιακού Νόμου και του Ταμείου Ανάκαμψης.

Ακόμη και οι επενδύσεις που παρουσιάζονται ως «αιχμή του δόρατος», όπως τα AI Factories, αποκαλύπτουν την ίδια παθογένεια. Το να διαθέτεις έναν υπερυπολογιστή δεν σημαίνει ότι έχεις οικονομία βασισμένη στη γνώση. Χωρίς ένα οικοσύστημα εγχώριων εταιρειών λογισμικού που θα αξιοποιούν αυτές τις υποδομές για να παράγουν προϊόντα, οι υποδομές αυτές κινδυνεύουν να μετατραπούν σε «ψηφιακά κουφάρια» ή σε φθηνή υπολογιστική ισχύ για ξένες πολυεθνικές. Η ψηφιακή μετάβαση παραμένει εγκλωβισμένη στο επίπεδο των κτιρίων και των καλωδίων, όχι στο επίπεδο της καινοτομίας και της παραγωγής πατέντων.

Και τότε εμφανίζεται το OpenBusiness ως «μαγικό ραβδί». Το απόλυτο ψηφιακό βερνίκι πάνω σε σκουριασμένα γρανάζια. Είναι προκλητικά απλουστευτικό να ισχυρίζεσαι ότι η ελληνική επιχειρηματικότητα θα απογειωθεί επειδή μια αίτηση γίνεται ηλεκτρονικά, ενώ το πραγματικό περιβάλλον παραμένει εχθρικό. Το OpenBusiness είναι το γρήγορο «εισιτήριο» για ένα τρένο που είναι ακίνητο λόγω πολυνομίας και του οποίου τα καύσιμα είναι πανάκριβα λόγω νομικού-λογιστικού κόστους και κυρίως ακριβού δανεισμού, εφόσον εγκριθεί. Χωρίς κωδικοποίηση της νομοθεσίας και χωρίς τραπεζική στήριξη, απλώς αυξάνει τον αριθμό των επιχειρήσεων που ανοίγουν ψηφιακά για να κλείσουν παραδοσιακά και χρεωμένες μετά από λίγους μήνες. Η ψηφιοποίηση της γραφειοκρατίας δεν είναι μεταρρύθμιση, αλλά αυτοματοποίηση της ταλαιπωρίας.

Το ίδιο έλλειμμα στρατηγικής φαίνεται και στην ενέργεια. Η αύξηση των ΑΠΕ παρουσιάζεται ως θρίαμβος, ενώ η πρόωρη απολιγνιτοποίηση αύξησε την εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια και αποδυνάμωσε την αυτάρκεια. Η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί να καθορίζεται από ιδεολογικές εμμονές και βεβιασμένη «πράσινη μετάβαση». Χρειάζεται ισορροπημένο μείγμα και αξιοποίηση εθνικών πόρων. Οι δε συμφωνίες με Chevron και HELLENiQ Energy για υδρογονάνθρακες έρχονται με καθυστέρηση ετών, λόγω πολιτικών φοβιών και καθυστερήσεων. Σε έναν κόσμο όπου η ενέργεια γίνεται ξανά γεωπολιτικό όπλο, η ενεργειακή ανεξαρτησία είναι ζήτημα εθνικής κυριαρχίας.

Όλα αυτά συνθέτουν μια εικόνα οικονομίας που δεν χτίζει το μέλλον της, αλλά το αναβάλλει. Η πραγματική αλλαγή θα απαιτούσε επενδύσεις υψηλής έντασης γνώσης, μείωση της εξάρτησης από επιδοτήσεις, ενίσχυση της βιομηχανίας, δημιουργία θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης, φθηνή ενέργεια και δίκαιο ανταγωνισμό. Τίποτα από αυτά δεν επιτυγχάνεται με «προσωρινά μέτρα». Και σίγουρα δεν επιτυγχάνεται με την ψηφιοποίηση της γραφειοκρατίας ή με επιδοτήσεις που λειτουργούν ως αναπνευστήρας μιας οικονομίας που δεν παράγει. Η κυβέρνηση μπορεί να συνεχίσει να μιλά για «αρίστους» και «σταθερότητα», αλλά όσο η χώρα κυβερνάται με λογική μπαλώματος, η πραγματικότητα θα διαψεύδει το αφήγημα. Η οικονομία δεν χρειάζεται διαχειριστές κρίσεων, αλλά αρχιτέκτονες του μέλλοντος.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.