Η φύση καλύπτει πάντα τα κενά

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, Οικονομολόγος – Σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Η πανδημία αναδείχτηκε μια ιστορική καμπή για τον ψηφιακό μετασχηματισμό ενός κράτους. Ο COVID-19 εξώθησε το κράτος να μεταβεί άμεσα στο επόμενο στάδιο της ψηφιοποίησης. Από την τηλε-υγεία έως την τηλεργασία, τα εικονικά δικαστήρια έως την εικονική εκπαίδευση, σπάνια στη σύγχρονη ιστορία έχουμε δει τόσα πολλά πειράματα μεγάλης κλίμακας στο κράτος να ξεκινούν τόσο γρήγορα και σε τόσο μεγάλη κλίμακα.

Όμως, η πανδημία έδειξε επίσης πόσα πολλά πράγματα πρέπει ακόμα να κάνουμε για να μπορέσουν να γίνουν τα κράτη πραγματικοί ψηφιακοί οργανισμοί. Η αύξηση στη ζήτηση για παροχές που συχνά δεν μπορούσαν να καλυφθούν ή συνεχίζουν να καλύπτονται με μεγάλες καθυστερήσεις. Οι ιστότοποι παρουσίασαν σφάλματα. Τα τηλεφωνικά κέντρα ήταν υπερβολικά φορτωμένα. Η τηλε-υγεία και η εικονική μάθηση παρουσίαζαν προβλήματα στην εφαρμογή τους.

Και όλα αυτά όταν οι κρατικοί προϋπολογισμοί, εξαιτίας της πανδημίας, ήταν ανεξέλεγκτοι – το ελληνικό δημόσιο χρέος έχει ξεπεράσει τα € 370 δις. Το ιδιωτικό χρέος ακολουθεί την ίδια ανοδική πορεία. Ο προβληματισμός είναι πολύ έντονος για τη βιωσιμότητα της χώρας από το 2023 και μετά, όταν επανέλθει το σύμφωνο σταθερότητας και η Ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα σταματήσει να στηρίζει τόσο ενεργά τα κρατικά ομόλογα.

Τα κράτη σίγουρα πρέπει να επωφεληθούν από την τρέχουσα δυναμική και τα διδάγματα που αντλήθηκαν τον τελευταίο ενάμιση χρόνο για να προωθήσουν δράσεις που θα τα βοηθήσουν να μεταβούν σε μια πραγματικά ψηφιακή οργάνωση και διοίκηση, μια πιο ικανή να ευδοκιμήσει σε έναν ταχέως μεταβαλλόμενο και αβέβαιο κόσμο.

Αυτό δεν δύναται να καταστεί ικανό, όμως, αν η προσπάθεια για εκσυγχρονισμό δεν συνδυαστεί με τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Παρά τις προσπάθειες της σημερινής κυβέρνησης για μετάβαση στην επόμενη εποχή, η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι οι παθογένειες της χώρας, δυστυχώς, δεν μπορούν να ξεπεραστούν με επικοινωνιακούς ελιγμούς, μόνο με την ψηφιοποίηση των υπηρεσιών μετωπιαίου άκρου (front-end) και πολιτικά χαϊδέματα.

Είναι χαρακτηριστικό το προσωπικό παράδειγμα του Γολγοθά που ανεβαίνω, καθώς αναμένω 3,5 περίπου μήνες να κάνω μια μεταβίβαση ακινήτου, τη στιγμή που όντως όλα γίνονται πλέον ψηφιακά. Αν εξαιρέσουμε την διαδικασία εμβολιασμού, η οποία στήθηκε σε μια καινούρια δομή και οργάνωση και μόνο για το σκοπό της πανδημίας – κατά τα πρότυπα της δομής και οργάνωσης που στήθηκε μόνο για την διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων και που με το πέρας τους δεν είχε καμία απολύτως χρήση και εφαρμογή -, αλλά και στηρίζεται, εξαιτίας της πανδημίας, στην διάθεση απεριόριστου προϋπολογισμού από τα διαθέσιμα δημοσιονομικά πακέτα και στην συμβολή του ελληνικού στρατού, την ίδια καθυστέρηση βιώνει κανείς σε όλες τις άλλες ψηφιακές υπηρεσίες του δημοσίου.

Αποδεικνύεται, λοιπόν αυτό το οποίο γράφω εδώ και τόσο καιρό. Ότι, ο σχεδιασμός του Υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης, κ Πιερρακάκη, επικεντρώθηκε μόνο στην ψηφιοποίηση των υπηρεσιών μετωπιαίου άκρου (front-end), και αδυνατεί να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις ή και αναβάλλει τα πιο καυτά ζητήματα του ουσιαστικού ανασχεδιασμού των υποκείμενων κρατικών λειτουργιών, διαδικασιών, οργάνωσης και συστημάτων. Επίσης, υποτίθεται ότι η ψηφιοποίηση, πέραν της απλοποίησης, θα μείωνε και το κόστος των υπηρεσιών του δημοσίου για τον πολίτη, αλλά, λυπάμαι που το λέω, ούτε και αυτό έχει συμβεί.

Υπάρχει δε μια γενικότερη αλλοίωση της κυβέρνησης, σε σχέση πάντα με το δεξιό και φιλελεύθερο προεκλογικό πρόγραμμα της, τόσο σε επίπεδο πολιτικής όσο και σε επίπεδο προσώπων. Αδυνατεί να προσδιορίσει κανείς με ακρίβεια μαζί με το ιδεολογικό της πρόσημο και τον γενικότερο της σχεδιασμό, αφού αυτά τα δυο είναι αλληλένδετα. Από την αναδιοργάνωση του κράτους, την οικονομία μέχρι και την ασφάλεια και διεθνείς σχέσεις της χώρας, εμφανίζεται ασύντακτη, χωρίς σχεδιασμό και στρατηγική και όποτε αποφασίζει να εφαρμόσει δεξιές προεκλογικές της δεσμεύσεις γίνεται φοβική και κάνει πίσω. Και εάν αυτό μπορεί να το δικαιολογήσει μερικώς η αναπάντεχη εμφάνιση της πανδημίας, δεν μπορεί να συνεχιστεί τώρα που αρχίζει σταδιακά, με την αύξηση των εμβολιασμών, να παρέρχεται.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Υπουργού Εξωτερικών ο οποίος βρίσκεται συνέχεια μέσα σε ένα αεροπλάνο, άγεται και φέρεται από τη μια χώρα στην άλλη, αλλά αδυνατεί να διακρίνει κανείς έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό και μια συγκροτημένη στρατηγική σε ότι κάνει. Παρά τις όποιες φιλότιμες επαφές ή και ενέργειες που γίνονται δεν υπάρχει καμία συνέχεια, κυρίως στα καυτά ζητήματα της χώρας. Τη μια ημέρα κατσαδιάζει δημόσια τον Υπουργό Εξωτερικών της γείτονας χώρας και την άλλη δηλώνει ότι «Η Ελλάδα δεν θα γίνει χώρα παραγωγής υδρογονανθράκων – Δεν θα αρχίσει να σκάβει το βυθό της Μεσογείου».

Αυτό παρατηρείται και στην εσωτερική ασφάλεια της χώρας, όμως. Τη μια μέρα η κυβέρνηση εφαρμόζει το νόμο για τις δημόσιες διαδηλώσεις, τον οποίο η ίδια ψήφισε, και την επόμενη εκπρόσωπος της τον ακυρώνει. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα ότι εν μέσω πανδημίας και μέσα σε ένα μήνα πραγματοποιήθηκαν πάνω από 90 διαδηλώσεις, για τις οποίες δεν υπήρξε σχεδόν καμία παρέμβαση της αστυνομίας. Και όπου υπήρξε ήταν για περιορισμένες περιπτώσεις όπου μετά σιώπησε από την αδυναμία της ή και φοβία της να διαχειριστεί τις όποιες αντιδράσεις. Παρά την σημαντική μείωση των μεταναστευτικών ροών, η πρόθεση της για μόνιμη εγκατάσταση των μεταναστών σε παραμεθόριες περιοχές, και η διστακτική επαναπροώθηση στις χώρες καταγωγής τους ή χώρες υποδοχής τους δείχνει ότι δεν έχει καταλάβει το μέγεθος του προβλήματος.

Στις δυο παραπάνω περιπτώσεις βιώνουμε άλλοτε την φιλελεύθερη και άλλοτε την μαρξιστική λογική της απλοποίησης από το εθνικό φαινόμενο, στον αιώνα ακριβώς των εθνοτήτων. Συνεχίζουμε να πιστεύουμε ουτοπικά ότι με το εμπόριο και την ανταλλαγή, με την ίδια την προλεταριοποίηση, τα φράγματα θα σπάσουν. Αποδεικνύεται, όμως, για μια ακόμη φορά ότι τα εθνικά φράγματα φέρνουν την κατάρρευση του προλεταριακού και φιλελεύθερου ιδανικού. Η πάλη των εθνοτήτων αποκαλύπτεται για μια ακόμη φορά τουλάχιστον το ίδιο σημαντική με την πάλη των τάξεων ή του ελεύθερου εμπορίου για την ερμηνεία της ιστορίας. Το έθνος όμως δεν μπορεί να ερμηνευτεί στο σύνολο του με την οικονομία. Ένα μέρος της κυβέρνησης – μικρό μεν αλλά αυτό που επηρεάζει περισσότερο το κυβερνητικό έργο – μαζί με την αντιπολίτευση , λοιπόν, δείχνει να το αγνοεί.

Ο αναπτυξιακός της σχεδιασμός δεν προχωράει, ακριβώς επειδή αδυνατεί να διακρίνει κανείς κάποιον σχεδιασμό. Τα κονδύλια από το Ταμείο Ανάκαμψης και νέο ΕΣΠΑ δεν χαράσσουν μια ξεκάθαρη αναπτυξιακή πολιτική παρά προβάλουν τις οικολογικές και ψηφιακές μας ευαισθησίες. Ακόμα και έτσι να είναι κανείς δεν απαξιώνει την χρησιμότητα τους, τον απαραίτητο εκσυγχρονισμό που θα προσφέρουν. Ο σχεδιασμός, όμως, αυτός δεν έγινε με βάση τις μελλοντικές ενεργειακές και παραγωγικές ανάγκες της χώρας, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει σχεδιασμός.

Για να μην πλατειάσω και με άλλες χαρακτηριστικές περιπτώσεις και παραδείγματα, την παραπάνω εικόνα την βλέπει κανείς σε όλο το κυβερνητικό φάσμα ενεργειών, αλλού έντονα και αλλού ήπια. Η κυβέρνηση, αδυνατώντας να καταλάβει ότι είναι δυο αχώριστες έννοιες, θυμίζει βηματισμό ενός μεθυσμένου που ταλαντεύεται μεταξύ δικαιοσύνης και ελευθερίας. Η δε υγειονομική κρίση είναι λογικό να το έχει κάνει ακόμα πιο έντονο. Το παράδοξο, όμως, είναι ότι όλο αυτό το θεωρεί επανάσταση. Στις προσδοκίες ενός μεθυσμένου, και μόνο, για επανάσταση, καθυστερούν ή και αναβάλλονται πολύ σοβαρές τόσο μεταρρυθμίσεις όσο και εθνικές αποφάσεις.

Ο Αλμπέρ Καμύ στο “Ο επαναστατημένος άνθρωπος” γράφει για την δικαιοσύνη και την ελευθερία ότι, «… Η ιστορία των επαναστάσεων δείχνει, εντούτοις, ότι έρχονται σχεδόν πάντα σε σύγκρουση, θαρρείς και οι αμοιβαίες επιδιώξεις τους είναι ασυμβίβαστες. Η απόλυτη ελευθερία είναι το δικαίωμα του ισχυρότερου να επικρατεί. Έτσι, λοιπόν, αυτή εμμένει στις διαμάχες που ωφελούν την αδικία. Η απόλυτη δικαιοσύνη περνά από την κατάργηση κάθε αντίφασης: καταστρέφει την ελευθερία. Η επανάσταση για τη δικαιοσύνη, μέσω της ελευθερίας, καταφέρνει να φέρνει τη μια αντιμέτωπη της άλλης…». Και αυτό ακριβώς βιώνουμε σήμερα.

Συνεχίζοντας ο Καμύ αναφέρει πάλι για την δικαιοσύνη και την ελευθερία: «…Για να καταστούν αποδοτικές, οι δυο έννοιες πρέπει να βρουν, η μια στην άλλη, τα όρια τους. Κανείς δεν θεωρείται ελεύθερος αν δεν είναι συγχρόνως και δίκαιος, ούτε δίκαιος αν δεν είναι ελεύθερος. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, δεν μπορούμε να συλλάβουμε την έννοια της ελευθερίας χωρίς τη δυνατότητα να λέμε καθαρά τι είναι δίκαιο και τι άδικο, στο όνομα ενός μορίου της υπόστασης που αρνείται να πεθάνει». Μέσα σε αυτή την συνεχή κυβερνητική ταλάντευση οι έννοιες αυτές δεν θα καταφέρουν να βρουν, η μια στην άλλη, τα όρια τους. Για το καλό της χώρας, να καταστούν αποδοτικές. Χωρίς μεταρρυθμίσεις και διαφύλαξη των εθνικών μας συμφερόντων δεν θα έρθει ποτέ η πολυπόθητη επανάσταση.

Τη δεδομένη στιγμή και όπως διαμορφώνεται το εγχώριο πολιτικό σκηνικό η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι όντως ότι καλύτερο μπορούσε να συμβεί. Αυτό, όμως, μετά από 2 σχεδόν έτη διακυβέρνησης θα πρέπει να πάψει να αποτελεί δικαιολογία. Η πανδημία ενέτεινε το ήδη διογκωμένο οικονομικό πρόβλημα της χώρας, κανείς δεν μπορεί με βεβαιότητα να πει για πόσο ακόμα θα διαρκέσει και τι επιπλέον επιπτώσεις θα έχει αυτό στην πολύπαθη ελληνική κοινωνία και οικονομία. Η δε Τουρκία, δείχνει περισσότερο από ποτέ, στις πρόσφατες μεταξύ μας σχέσεις, απειλητική.

Καλούμαστε να διαχειριστούμε σοβαρές προκλήσεις και κινδύνους και η συγκεκριμένη κυβέρνηση θα πρέπει να αποδείξει άμεσα ότι δεν είναι απλά η καλύτερη δυνατή τη δεδομένη στιγμή αλλά η καλύτερη δυνατή γενικά. Το δε γεγονός ότι δεν διαθέτει σοβαρή και αξιόπιστη αντιπολίτευση, προσωπικά το θεωρώ τεράστιο έλλειμμα τόσο για την ίδια όσο και για την χώρα. Καθώς, εχθρός του καλού είναι το καλύτερο, μπορεί αυτή τη στιγμή να μην υπάρχει κάτι καλύτερο, αλλά κανείς δεν μπορεί να ορίσει το πολιτικό σκηνικό του αύριο. Όσο κι αν προσπαθήσεις για το αντίθετο, η φύση καλύπτει πάντα τα κενά…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.