Η φορολογική συμμόρφωση δεν χτίζεται με εφόδους αλλά με ισονομία και παραδειγματισμό
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η δημιουργία της νέας ΔΕΟΣ παρουσιάζεται ως μια εντυπωσιακή αναβάθμιση του ελεγκτικού μηχανισμού. Ένοπλοι ελεγκτές, drones, επιχειρησιακές αίθουσες, τεχνητή νοημοσύνη, σκάφη, ειδικές μονάδες, 30.000 έλεγχοι τον χρόνο. Ένα ολόκληρο οπλοστάσιο που υπόσχεται να πατάξει τη βαριά φοροδιαφυγή και το οργανωμένο οικονομικό έγκλημα. Όμως όσο πιο θεαματικό γίνεται το επιχειρησιακό περιτύλιγμα, τόσο πιο έντονα αναδεικνύεται η αντίφαση, αφού όταν δεν υπάρχει πραγματική βούληση να αγγιχτούν τα μεγάλα ψάρια, όλο αυτό το σκηνικό λειτουργεί ως καλοστημένο θέατρο. Και μάλιστα θέατρο του παραλόγου.
Γιατί ο πολίτης δεν πείθεται από στολές, κάμερες και drones. Πείθεται από το αν βλέπει τον νόμο να εφαρμόζεται εκεί όπου πραγματικά πονάει. Αν δεν δει ότι ο ισχυρός οικονομικός παράγοντας, ο μεγαλοεπιχειρηματίας, ο δικτυωμένος παράγοντας της αγοράς μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με τις συνέπειες, τότε δεν υπάρχει κανένα μήνυμα ισονομίας. Και χωρίς ισονομία, ο ελεγκτικός μηχανισμός δεν λειτουργεί ως εργαλείο δικαιοσύνης αλλά ως εργαλείο εντυπώσεων.
Αυτό δεν είναι θεωρητικό. Είναι η βασική αρχή πάνω στην οποία λειτουργεί το IRS στις ΗΠΑ, δηλαδή ο παραδειγματισμός. Το IRS δεν προσπαθεί να ελέγξει κάθε πολίτη, άλλωστε αυτό θα ήταν οικονομικά αδύνατο και επιχειρησιακά παράλογο. Αντίθετα, επιλέγει στοχευμένα υποθέσεις υψηλού προφίλ, ακριβώς για να στείλει το μήνυμα ότι κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου. Ότι η ισχύς δεν αποτελεί ασπίδα. Ότι η συμμόρφωση ξεκινά από την κορυφή.
Στην Ελλάδα, όμως, ειδικά τα τελευταία χρόνια, το μήνυμα που λαμβάνει ο πολίτης είναι το ακριβώς αντίθετο. Επί διακυβέρνησης Μητσοτάκη έχουν δει το φως της δημοσιότητας όχι μόνο πολλά, αλλά και από τα πιο ηχηρά κυβερνητικά σκάνδαλα της μεταπολίτευσης, και, όπως αναφέρουν τα ίδια δημοσιεύματα, έρχονται κι άλλα. Όταν η δημόσια συζήτηση κατακλύζεται από υποθέσεις που αγγίζουν κυβερνητικά στελέχη ή πρόσωπα που συνδέονται με την κυβερνητική εξουσία, όταν η κοινωνία βλέπει ότι οι υποθέσεις αυτές σέρνονται, θάβονται ή εξαφανίζονται, τότε κανένα νέο σώμα, όσο εξοπλισμένο κι αν είναι, δεν μπορεί να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Δεν μπορείς να πείσεις τον πολίτη ότι θα πατάξεις τη μεγάλη φοροδιαφυγή όταν ο ίδιος βλέπει ότι οι ισχυροί παραμένουν στο απυρόβλητο. Δεν μπορείς να του ζητάς να συμμορφωθεί όταν η ίδια η πολιτεία δείχνει ότι η συμμόρφωση είναι επιλεκτική. Δεν μπορείς να του λες ότι θα χτυπήσεις το οργανωμένο οικονομικό έγκλημα όταν τα πιο τρανταχτά κυβερνητικά σκάνδαλα της περιόδου παραμένουν χωρίς κάθαρση.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν συνδυάζεται με το οικονομικό αδιέξοδο του μαζικού ελέγχου. Για να ελέγχεις κάθε πολίτη, χρειάζεσαι έναν στρατό εφοριακών και ένα κόστος που τελικά πληρώνει ο ίδιος ο φορολογούμενος. Ακόμη κι αν είχες άπειρους πόρους, πάλι δεν θα έπιανες το 100% της φοροδιαφυγής, αυτό συμβαίνει μόνο σε ιδανικές κοινωνίες που υπάρχουν στη σφαίρα του φανταστικού. Ο ρεαλιστικός στόχος είναι να περιορίσεις τη φοροδιαφυγή σε επίπεδα που δεν πνίγουν την οικονομία και δεν εξοντώνουν τον πολίτη. Και αυτό γίνεται μόνο με στοχευμένη δράση, όχι με τυφλές εφόδους.
Όταν λοιπόν η ΔΕΟΣ υπόσχεται 30.000 ελέγχους, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσους θα ελέγξει, αλλά ποιους. Αν το βάρος πέσει ξανά στους μικρομεσαίους, στους επαγγελματίες της διπλανής πόρτας, στους εύκολους στόχους, τότε το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο που βλέπουμε εδώ και δεκαετίες, όπου οι μικροί θα πιέζονται μέχρι ασφυξίας, ενώ οι μεγάλοι θα συνεχίζουν να λειτουργούν στο απυρόβλητο και η κοινωνία θα βυθίζεται ακόμη περισσότερο στην πεποίθηση ότι το κράτος λειτουργεί επιλεκτικά.
Και όταν αυτή η πεποίθηση παγιωθεί, κανένα drone, καμία κάμερα, κανένα επιχειρησιακό κέντρο δεν μπορεί να την ανατρέψει. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό. Είναι πολιτικό. Είναι θέμα βούλησης. Είναι θέμα προτεραιοτήτων. Είναι θέμα του αν θέλεις πραγματικά να αγγίξεις εκείνους που βρίσκονται ψηλά ή αν απλώς θέλεις να δείχνεις ότι κάνεις κάτι, ενώ στην πραγματικότητα αφήνεις ανέγγιχτο τον πυρήνα του προβλήματος.
Γι’ αυτό και η συζήτηση για τη ΔΕΟΣ δεν μπορεί να γίνει αποκομμένη από το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργείται. Όταν η δημόσια σφαίρα βοά για κυβερνητικά σκάνδαλα που αφορούν ισχυρούς παράγοντες, όταν η κοινωνία βλέπει ότι οι υποθέσεις αυτές δεν φτάνουν ποτέ στο τέλος τους, τότε ο νέος ελεγκτικός μηχανισμός μοιάζει περισσότερο με επικοινωνιακή άσκηση παρά με πραγματική μεταρρύθμιση. Μοιάζει με μια προσπάθεια να ενισχυθεί η εικόνα της αποφασιστικότητας, χωρίς να αλλάξει η ουσία της ατιμωρησίας.
Και όσο αυτή η ουσία παραμένει, το θέατρο συνεχίζεται. Με περισσότερα φώτα, περισσότερα εφέ, περισσότερη τεχνολογία, αλλά με την ίδια παλιά πλοκή. Γιατί χωρίς ισονομία, χωρίς παραδειγματισμό από την κορυφή προς τα κάτω, χωρίς την πολιτική βούληση να αγγίξεις τους πραγματικά ισχυρούς, ο ελεγκτικός μηχανισμός δεν είναι εργαλείο δικαιοσύνης. Είναι εργαλείο εντυπώσεων. Και όσο η κοινωνία το αντιλαμβάνεται αυτό, τόσο πιο έντονα θα βιώνει ότι ζει μέσα σε ένα θέατρο του παραλόγου.

