Η Επιτάχυνση της απονομής Δικαιοσύνης

Γράφει ο Άρης Γεωργιάδης

Η πρωθυπουργική εξαγγελία είναι καλοδεχούμενη. Αλλά ο νομικός κόσμος έχει κάθε λόγο να δυσπιστεί. Διότι, όπως η θεραπεία κάθε νοσήματος προϋποθέτει σωστή διάγνωση, έτσι και η επίλυση ενός προβλήματος προϋποθέτει σε βάθος κατανόηση των αιτίων που προκαλούν το πρόβλημα. Όταν λοιπόν μιλάμε για καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης, κυρίως της πολιτικής δικαιοσύνης, θα πρέπει να προσδιορίσουμε εάν και σε ποια έκταση η μομφή απευθύνεται στο νομοθέτη ή στο δικαστικό σώμα ή και στα δύο. Προς το παρόν, ωστόσο, ας αφήσουμε το δικαστικό σώμα να πασχίζει να κάνει τη δουλειά του όσο καλύτερα μπορεί και ας στραφούμε στο σοφό Έλληνα νομοθέτη. Διότι, πριν στραφούμε στους δικαστές θα πρέπει πρώτα να είμαστε βέβαιοι ότι ο νομοθέτης τους έχει δώσει τα κατάλληλα μέσα.

Αυτός λοιπόν ο σοφός Έλληνας νομοθέτης, καθώς φαίνεται δεν είναι και τόσο σοφός. Και μόνο το ότι από τότε που ορκίστηκα δικηγόρος, δηλαδή πριν καμιά τριανταπενταριά χρόνια, ως προς την διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης, έχει αλλάξει γνώμη καμιά δεκαριά φορές, καθιστά αυτόν πρωτεργάτη της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης. Ο Έλληνας δικαστής, για να απονείμει δικαιοσύνη σε μία δικάσιμο μπορεί να χρειαστεί να εφαρμόσει τρεις διαφορετικούς Κώδικες Πολιτικής δικονομίας. Σε απλά ελληνικά αυτό σημαίνει ότι ενδέχεται να εφαρμόσει τρεις διαφορετικές διαδικασίες για παρόμοιες υποθέσεις. Παράλληλα, ο Έλληνας δικηγόρος της πράξης πρέπει να κάθεται στα θρανία κάθε δύο χρόνια για να μελετά και να μαθαίνει τις καινοτομίες που σκαρφίστηκε αυτός ο «σοφός» νομοθέτης. Δεν συζητάμε για τον φοιτητή της νομικής. Αυτός συνήθως διδάσκεται μία διαδικασία δικαστηρίων η οποία το πιθανότερο είναι ότι δεν θα ισχύει όταν θα αποφοιτήσει.

Χωρίς υπερβολή, πρόκειται για μία νομική «Βαβέλ», τροποποιήσεων που ποτέ δεν πετυχαίνουν το σκοπούμενο αποτέλεσμα. Αποκορύφωμα είναι οι τροποποιήσεις στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης που υιοθετήθηκαν εν μέσω της κρίσης. Δεν γνωρίζω αν επιβλήθηκε από την τρόικα η ισχύουσα νέα διαδικασία που προβλέπει την προκατάθεση προτάσεων εντός 100 ημερών, (που ήδη μετά τροποποίηση έγιναν 90) από την κατάθεση της αγωγής, και εν συνεχεία μετά από αρκετό καιρό, τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, χωρίς υποχρεωτική παρουσία δικηγόρων, ενδεχομένως κατ’ απομίμηση  κάποιου αλλοδαπού, ενδεχομένως αγγλοσαξωνικού, προτύπου. Αυτό που γνωρίζω είναι ότι, πέρα από την αμεσότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η θυσία της οποίας, εύλογα κατά τη γνώμη μου, σχολιάστηκε δυσμενώς από την «πράξη», με τη νέα διαδικασία σε ορισμένα δικαστήρια, όπως λ.χ. στην Αθήνα, η πρωτόδικη απόφαση εκδίδεται περισσότερα από 5 χρόνια μετά την κατάθεση της αγωγής ενώ υπό το προϊσχύσαν καθεστώς, έστω και με τις δαιμονοποιημένες αναβολές σε 2-3 χρόνια είχαμε πρωτόδικη απόφαση.

Υπάρχουν πολλοί, περισσότερο αρμόδιοι από εμένα που θα μπορούσαν να προτείνουν στον κ. πρωθυπουργό και στον κ. υπουργό δικαιοσύνης πολλές μεταρρυθμίσεις που θα βοηθήσουν όχι μόνο στην επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης, αλλά και στην ποιότητα της απονεμόμενης δικαιοσύνης. Εγώ, προ το παρόν, δύο μόνο προτάσεις έχω: 1ον αφού καθήσουν οι σοφοί και διαβουλευθούν, να συμφωνήσουν ότι τροποποιήσεις στις διαδικασίες δεν θα γίνονται σε συντομότερα χρονικά διαστήματα της πενταετίας εκτός αν συμφωνεί μία ευρύτατη πλειοψηφία του κοινοβουλίου, και 2ον δεν βλάπτει, καμία φορά, στις επιτροπές τους, να συμμετέχουν και να ακούγονται και οι απόψεις κάποιων έστω μη σοφών εκ των δικηγόρων της πράξης. Κάποιων, δηλαδή, που χάνουν τη μέρα τους σε μία γραμματεία δικαστηρίου ή σε ένα ακροατήριο περιμένοντας να εκφωνηθεί η υπόθεσή τους και οι οποίοι, καθώς θα έλεγε και ο Jhering, με το θάνατό τους θα προτιμούσαν να βρεθούν στον παράδεισο των πρακτικών

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.