Η Ελλάδα ανάμεσα στη Δημογραφική Κρίση και την Επιφάνεια της Επικοινωνίας

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια από τις πιο κρίσιμες προκλήσεις της σύγχρονης ιστορίας της… τη δημογραφική κατάρρευση. Ο πληθυσμός της έχει μειωθεί κατά περίπου 500.000 άτομα την τελευταία δεκαετία, οι θάνατοι (125.000 το 2024) ξεπερνούν κατά πολύ τις γεννήσεις (μόλις 62.600), ενώ ο δείκτης γονιμότητας παραμένει εξαιρετικά χαμηλός, γύρω στο 1,27 παιδιά ανά γυναίκα, από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη. Σχεδόν το ένα τέταρτο των Ελλήνων είναι άνω των 65 ετών, με μέση ηλικία τα 45 έτη, γεγονός που προοιωνίζει περαιτέρω γήρανση. Οι προβλέψεις είναι δραματικές. Έως το 2050 ο πληθυσμός μπορεί να πέσει κάτω από τα 8 εκατομμύρια, με το 1/3 των κατοίκων ηλικίας άνω των 65. Πρόκειται όχι απλώς για στατιστική τάση, αλλά για υπαρξιακή πρόκληση που απειλεί την κοινωνική συνοχή, την οικονομική βιωσιμότητα και το ίδιο το μέλλον του Έθνους.

Παρά αυτήν την κρισιμότητα, ο Πρωθυπουργός παρουσίασε στη ΔΕΘ ένα σχέδιο με μειώσεις φόρων που αδυνατεί να δει το πρόβλημα στη ρίζα του και στην ολότητα του. Σε μια Ελλάδα που παλεύει με σκάνδαλα, έλλειψη αξιοπιστίας, ανευθυνότητα και θεατρινισμούς, ο Έλληνας Πρωθυπουργός επέλεξε για μια ακόμη φορά να παρουσιάσει ένα PowerPoint αυτοθαυμασμού, γεμάτο bullet points και φτηνά συνθήματα τύπου «Βάζουμε την Ελλάδα ψηλά».

Στην Ευρώπη, η Ουγγαρία του Βίκτορ Όρμπαν αντιμετωπίζει τη δημογραφική κρίση με ολοκληρωμένη στρατηγική ενίσχυσης της παραδοσιακής οικογένειας. Η χώρα γεμίζει τις πόλεις με παιδικές χαρές, επενδύει σε παιδικούς σταθμούς και διαφημίζει τη σημασία της γονεϊκότητας. Η οικονομική στήριξη είναι γενναιόδωρη… οι οικογένειες με τρία ή περισσότερα παιδιά απαλλάσσονται από φόρους, λαμβάνουν επιδοτήσεις για κατοικίες, μεταφορικά μέσα, παιδικά έξοδα και εκπαίδευση. Η ουγγρική πολιτική έχει και ιδεολογική διάσταση. Οι ΛΟΑΤΚΙ+ οικογένειες αποκλείονται και στιγματίζονται, ενώ η αντι-μεταναστευτική ρητορική προβάλλει την ανάγκη δημογραφικής ανανέωσης αποκλειστικά μέσω των γηγενών Ούγγρων.

Η Ουγγαρία κατάφερε για μια δεκαετία να αντιστρέψει την πτωτική τάση των γάμων και να αυξήσει τις γεννήσεις εντός γάμου. Παρά τα γενναιόδωρα οικονομικά κίνητρα, μετά το 2021 παρατηρήθηκε απότομη πτώση στη δημιουργία νέων οικογενειών. Οι υποστηρικτές των πολιτικών Όρμπαν θεωρούν ότι η πραγματική αλλαγή είναι πολιτισμική και θα χρειαστούν δεκαετίες για να φανεί. Οι επικριτές, αντίθετα, βλέπουν τα όρια μιας πολιτικής που επενδύει σχεδόν αποκλειστικά σε οικονομικά κίνητρα, παραβλέποντας τις κοινωνικές μεταβολές και τις αξίες των νέων γενεών.

Η ελληνική κυβέρνηση, αντίθετα, ακολουθεί διαφορετική προσέγγιση. Αναγνωρίζει τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ ζευγαριών, επεκτείνει το σύμφωνο συμβίωσης και ανοίγει τον θεσμό της τεκνοθεσίας σε νέες μορφές οικογενειακής συμβίωσης. Παράλληλα, εφαρμόζει φορολογικές ελαφρύνσεις, μέτρα για την πρώτη κατοικία, οικονομική στήριξη σε νέους και εργαζόμενους και εξετάζει παρεμβάσεις στη στέγαση και στα ενοίκια. Υιοθετεί επίσης την πολιτική «Γονέας 1 / Γονέας 2», που προσφέρει δικαιώματα και άδειες και στους δύο γονείς για την ανατροφή των παιδιών, αναγνωρίζοντας τον κοινό τους ρόλο.

Ωστόσο, η πολιτική παραμένει αποσπασματική και οικονομικού χαρακτήρα. Δίνει, για παράδειγμα, επιδόματα ανεργίας ή στήριξη σε νέους, αλλά αυτό δεν τους «μετατρέπει» σε γονείς που μεγαλώνουν παιδιά με πλήρη υποστήριξη. Η νέα μητέρα δεν είναι εξ ορισμού εργαζόμενη για να μεγαλώσει τα παιδιά της μέχρι το νηπιαγωγείο με παράλληλη αμοιβή από το κράτος ή με την καλή θέληση του εργοδότη. Χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας δεκαετιών. Η Ελληνική Οικογένεια και η Ελληνίδα Μάνα και Πατέρας πρέπει να βρεθούν ξανά στο επίκεντρο της πολιτικής, με θεσμική, κοινωνική και πολιτισμική στήριξη, όχι μόνο οικονομικά κίνητρα.

Τα οικονομικά κίνητρα, όσο γενναιόδωρα κι αν είναι, δεν αρκούν από μόνα τους για να αλλάξουν δημογραφικές τάσεις. Το ζήτημα δεν είναι μόνο η φορολογία ή τα επιδόματα. Οι νέες γενιές ζουν σε έναν κόσμο με άλλες προτεραιότητες, αβεβαιότητα για το μέλλον, περιορισμένη κοινωνική στήριξη και αυξημένο κόστος ζωής. Το οικονομικό κίνητρο μπορεί να διευκολύνει, αλλά δεν μπορεί να επιβάλει μια κουλτούρα οικογένειας.

Παράλληλα, η πολιτική «Γονέας 1 / Γονέας 2», παρά τις καλές προθέσεις της, κινδυνεύει να αποδυναμώσει τον φυσικό ρόλο της οικογένειας. Η ανατροφή των παιδιών δεν είναι απλώς ένα δικαίωμα ή ένα διοικητικό καθήκον που μοιράζεται ισότιμα, αλλά μια αποστολή που βασίζεται στην Ελληνίδα Μάνα και στον Πατέρα. Με την τυποποίηση των γονεϊκών ρόλων, η πολιτική αυτή μπορεί να μετατρέψει τη γονεϊκότητα σε γραφειοκρατικό project.

Επιπλέον, η επικέντρωση σε δικαιώματα ΛΟΑΤΚΙ+ ζευγαριών και η ανεξέλεγκτη μεταναστευτική πολιτική, χωρίς σαφές σχέδιο ενσωμάτωσης, κοινωνική συνοχή και προστασία των παραδοσιακών δομών, απομακρύνουν την προσοχή από την ουσιαστική αναγέννηση της ελληνικής οικογένειας. Η κοινωνία βλέπει τους γονείς να αντιμετωπίζονται ως τυπικοί φορείς δικαιωμάτων, ενώ τα προβλήματα που απειλούν την επιβίωση και τη σταθερότητα της οικογένειας παραμένουν άλυτα. Ταυτόχρονα, η ένταση με την ανεξέλεγκτη μετανάστευση και η προτεραιότητα σε δικαιώματα μειονοτήτων χωρίς συνολική στρατηγική επιτείνουν το αίσθημα ανασφάλειας και δυσκολεύουν την αναζωογόνηση των παραδοσιακών κοινωνικών θεσμών, αφήνοντας την ελληνική οικογένεια να παρακολουθεί και να υποφέρει από τις συνέπειες πολιτικών που εστιάζουν σε επιμέρους δικαιώματα αντί στην εθνική προοπτική.

Η κοινωνική και πολιτισμική διάσταση είναι καθοριστική. Η οικογένεια χρειάζεται θεσμούς που την ενισχύουν. Προσβάσιμους παιδικούς σταθμούς, στήριξη γονέων, ασφάλεια, μη απαξίωση παραδοσιακών κοινωνικών θεσμών και εμπιστοσύνη στο κράτος. Χωρίς αυτά, ακόμα και με χρήματα στο πορτοφόλι, οι άνθρωποι διστάζουν να δεσμευτούν σε γάμο ή παιδιά.

Τέλος, οι εξωτερικοί παράγοντες, όπως οι οικονομικές κρίσεις, η ακρίβεια, οι φυσικές καταστροφές και οι γεωπολιτικές εντάσεις, μπορούν να αναστείλουν την τάση γεννήσεων ανεξαρτήτως των επιδοτήσεων. Με άλλα λόγια, η πτώση των οικογενειών είναι φυσικό αποτέλεσμα μιας πολιτικής που επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στην οικονομία και αγνοεί τη συνολική κοινωνική πραγματικότητα.

Το δημογραφικό δεν είναι απλώς ένα στατιστικό ζήτημα. Είναι το μέλλον του Έθνους. Η ελληνική οικογένεια αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες: χαμηλοί μισθοί, απλησίαστη στέγη, παιδικοί σταθμοί με λίστες αναμονής, υψηλή φορολογία, ακρίβεια και κοινωνική ανασφάλεια. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες, άλλοτε στήριγμα, σήμερα δυσκολεύονται λόγω μικροσυντάξεων και προβλημάτων υγείας. Η οικογένεια υποβαθμίζεται θεσμικά και πολιτισμικά, καθώς οι παραδοσιακοί κοινωνικοί θεσμοί – Εκκλησία, ενορία, γειτονιά – έχουν υποχωρήσει και τη θέση τους έχουν πάρει ΜΚΟ και ξένα πρότυπα. Παράλληλα, η καθημερινή ανασφάλεια από την εγκληματικότητα περιορίζει την προοπτική για περισσότερα παιδιά.

Η χώρα αντιμετωπίζει επίσης τεράστιες προκλήσεις. Την απειλή φτωχοποίησης μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων, την κρίση αξιοπιστίας των θεσμών, τις γεωπολιτικές εντάσεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, την αδυναμία διαχείρισης φυσικών καταστροφών – πλημμύρες, πυρκαγιές, λειψυδρία – και τα ενεργειακά και δημοσιονομικά προβλήματα που στραγγαλίζουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με την ενεργειακή ασφάλεια να παραμένει ζητούμενο.

Η Ελλάδα δεν αναπτύσσεται με σλόγκαν ούτε με χρωματιστά διαγράμματα. Ανυψώνεται με αλήθεια, πατριωτική στρατηγική και πολιτική μνήμη. Αυτό που ζούμε σήμερα δεν είναι η Ελλάδα που ανεβαίνει, αλλά η Ελλάδα που χάνεται μέσα στη λήθη της επικοινωνιακής διαχείρισης και των δημοσκοπήσεων. Ένα κράτος που κυβερνιέται σαν focus group αντικαθιστώντας την ηγεσία με την απλή διαχείριση εντυπώσεων. Εκεί ακριβώς βρίσκεται το αδιέξοδο… όταν η πολιτική μετριέται με δείκτες αποδοχής αντί με έργα και εθνική πυξίδα.

Η Ουγγαρία δείχνει ότι, παρά τα όρια και τις ιδεολογικές αποκλίσεις, μια πολιτική που βάζει στο επίκεντρο την οικογένεια μπορεί να έχει ορατά αποτελέσματα. Η Ελλάδα, αντίθετα, εγκλωβισμένη σε ιδεοληψίες και διαχείριση χωρίς όραμα, αφήνει την οικογένεια να μαραζώνει και το Έθνος να συρρικνώνεται. Αν δεν αναγνωριστεί η αλήθεια και δεν χαραχθεί μια εθνική στρατηγική αναγέννησης, το μέλλον δεν θα το οικοδομήσουμε εμείς… αλλά θα το χάσουμε για πάντα. Το βασικό είναι η επιστροφή στην Ελληνική Οικογένεια, στην Ελληνίδα Μάνα και στον Πατέρα, με ουσιαστική και θεσμική τους στήριξη χωρίς να μετατρέπεται η γονεϊκότητα σε τυποποιημένο, γραφειοκρατικό project, αλλά ως πραγματική αποστολή που θωρακίζει το μέλλον των παιδιών και του Έθνους.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.