Η αστυνομική ιδιότητα δεν είναι ουδέτερη: το κύρος της ΕΛ.ΑΣ. και η ανάγκη αυστηρής αιτιολόγησης

Γράφει η Σωτηρία Κουμπούλη, δικηγόρος Αθηνών

Η πρόσφατη δικαστική απόφαση στην υπόθεση του πρώην αστυνομικού της Βουλής προκαλεί, δικαίως, ισχυρό κοινωνικό και θεσμικό προβληματισμό. Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία, ο πρώην αστυνομικός κρίθηκε ομόφωνα ένοχος από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας και καταδικάστηκε σε τέσσερις φορές ισόβια κάθειρξη και επιπλέον ποινή κάθειρξης για πράξεις σε βάρος των παιδιών του. Παράλληλα, η μητέρα των παιδιών κρίθηκε αθώα κατά πλειοψηφία 5-2, με αναφορά σε «αδυναμία αντίληψης του αδίκου» λόγω συνδρομής σημαντικού διλήμματος. Δημοσιεύματα αναφέρουν επίσης ότι και η ίδια ήταν πρώην αστυνομικός.

Πριν από κάθε σχολιασμό, είναι αυτονόητο ότι κανείς δεν μπορεί να υποκαταστήσει το δικαστήριο ούτε να κρίνει πλήρως μια υπόθεση χωρίς το σύνολο της δικογραφίας και χωρίς το καθαρογραμμένο σκεπτικό. Ιδίως όταν η δίκη διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών για την προστασία των ανήλικων θυμάτων, η δημόσια συζήτηση οφείλει να είναι προσεκτική.

Ωστόσο, άλλο πράγμα είναι ο σεβασμός στη δικαστική κρίση και άλλο η αδυναμία θεσμικού προβληματισμού. Η Δικαιοσύνη δεν βρίσκεται υπεράνω κριτικής. Βρίσκεται υπεράνω ύβρεων, πιέσεων και λαϊκών δικαστηρίων. Η νομική και θεσμική κριτική, ιδίως όταν αφορά υποθέσεις με τόσο βαριά κοινωνική απαξία και με εμπλοκή προσώπων που υπηρέτησαν στα Σώματα Ασφαλείας, είναι όχι μόνο επιτρεπτή αλλά και αναγκαία.

Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αν ένα δικαστήριο μπορεί, κατ’ αρχήν, να δεχθεί ότι ένας άνθρωπος έδρασε υπό συνθήκες φόβου, απειλής ή ακραίου διλήμματος. Βεβαίως και μπορεί. Το ποινικό δίκαιο δεν είναι μηχανισμός τυφλής τιμωρίας. Γνωρίζει λόγους αποκλεισμού του καταλογισμού. Το άρθρο 33 ΠΚ προβλέπει ότι η πράξη δεν καταλογίζεται όταν ο δράστης, κατά την τέλεσή της, αδυνατούσε να συμμορφωθεί προς το δίκαιο λόγω ανυπέρβλητου διλήμματος από σύγκρουση καθηκόντων, υπό προϋπόθεση αναλογίας μεταξύ της προσβολής που προκλήθηκε και εκείνης που απειλήθηκε.

Ωστόσο παρεμένει προβληματική η διατύπωση περί «αδυναμίας αντίληψης του αδίκου», ιδίως όταν αφορά πρόσωπο με αστυνομική εκπαίδευση ή προϋπηρεσία.

Εδώ ακριβώς ανακύπτει το ζήτημα κύρους της Ελληνικής Αστυνομίας και γενικότερα των Σωμάτων Ασφαλείας. Η αστυνομική ιδιότητα προφανώς δεν καθιστά κάποιον υπεράνθρωπο. Δεν αποκλείει τον φόβο, την κακοποίηση, τον ψυχολογικό έλεγχο ή την αδυναμία αντίδρασης. Όμως δεν είναι και ουδέτερο βιογραφικό στοιχείο. Ένας άνθρωπος που έχει υπηρετήσει στην Αστυνομία έχει εκπαιδευθεί, τουλάχιστον θεσμικά, να αναγνωρίζει αξιόποινες πράξεις, να γνωρίζει μηχανισμούς καταγγελίας, να αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο, να προστατεύει θύματα και ιδίως ανηλίκους.

Η αποστολή της Ελληνικής Αστυνομίας, κατά τον Ν. 2800/2000, περιλαμβάνει την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος, την παροχή έννομης προστασίας στους πολίτες και, στο πλαίσιο της δημόσιας ασφάλειας, τη μέριμνα για την προστασία των ανηλίκων.   Ο Κώδικας Δεοντολογίας του Αστυνομικού προβλέπει ότι η προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών αποτελεί πρώτιστο καθήκον, ότι ο αστυνομικός εξετάζει αμέσως αιτήματα που σχετίζονται με αδικήματα και ότι επιδεικνύει ιδιαίτερη φροντίδα για την προστασία παιδιών, γυναικών και θυμάτων σωματικής, ψυχολογικής ή σεξουαλικής βίας.

Αυτά δεν είναι διακοσμητικές διατάξεις. Είναι ο πυρήνας της θεσμικής ταυτότητας του αστυνομικού λειτουργού. Γι’ αυτό και όταν σε μια υπόθεση τέτοιας βαρύτητας γίνεται δεκτή, έστω κατά πλειοψηφία, αιτιολογία που παραπέμπει σε αδυναμία αντίληψης του αδίκου ή σε ανυπέρβλητο δίλημμα προσώπου με αστυνομικό υπόβαθρο, η αιτιολογία πρέπει να είναι εξαιρετικά αυστηρή, καθαρή και πειστική.

Το κύρος της Αστυνομίας δεν θίγεται επειδή ένας αστυνομικός ή πρώην αστυνομικός καταδικάζεται. Αντιθέτως, όταν η Δικαιοσύνη καταδικάζει έναν κρατικό λειτουργό που διέπραξε φρικτές πράξεις, το κράτος δικαίου επιβεβαιώνεται. Το κύρος θίγεται όταν η κοινωνία λαμβάνει το μήνυμα ότι άνθρωποι που εκπαιδεύθηκαν να προστατεύουν τους αδύναμους μπορούν, σε ακραίες υποθέσεις κακοποίησης ανηλίκων, να αντιμετωπίζονται σαν να μην είχαν αυξημένη γνώση, αυξημένη δυνατότητα αντίδρασης και αυξημένη θεσμική ευθύνη.

Δεν πρέπει να καταλήξουμε σε άδικες γενικεύσεις. Η μεγάλη πλειονότητα των αστυνομικών δεν ταυτίζεται με εγκληματικές συμπεριφορές συναδέλφων ή πρώην συναδέλφων της. Ούτε μπορεί να αγνοηθεί ότι και πρόσωπα με αστυνομική ιδιότητα μπορεί να είναι θύματα βίας, φόβου ή εξαναγκαστικού ελέγχου. Όμως άλλο η κατανόηση της ανθρώπινης συνθήκης και άλλο η θεσμική αποδυνάμωση της υποχρέωσης προστασίας παιδιών.

Η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι ιδιωτική υπόθεση. Κατά την ίδια την Ελληνική Αστυνομία, τα αδικήματα του Ν. 3500/2006 διώκονται αυτεπάγγελτα και δεν απαιτείται παράβολο για την υποβολή μήνυσης ή εγκλήσεως.   Αυτό σημαίνει ότι η Πολιτεία έχει επιλέξει να μη μεταθέτει όλο το βάρος στο θύμα. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να γίνεται δεκτό χωρίς εξαντλητική αιτιολόγηση ότι πρόσωπο με αστυνομική γνώση και εμπειρία δεν είχε ή δεν μπορούσε να ενεργοποιήσει καμία θεσμική οδό προστασίας.

Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι συναισθηματικό αλλά θεσμικό:

τι μήνυμα στέλνει μια τέτοια αιτιολογία στους πολίτες;

Αν ένας πολίτης ακούει ότι πρώην αστυνομικός δεν είχε συνείδηση του αδίκου ή βρέθηκε σε τέτοιο δίλημμα ώστε να μην μπορεί να αντιδράσει απέναντι σε πράξεις σε βάρος παιδιών, εύλογα αναρωτιέται: τότε ποιος γνωρίζει; Ποιος μπορεί; Ποιος έχει υποχρέωση να κινητοποιηθεί; Και αν ούτε πρόσωπο που υπηρέτησε την Αστυνομία θεωρείται ότι μπορούσε να αξιοποιήσει τους θεσμικούς δρόμους, πώς πείθεται ένα απλό θύμα ότι το κράτος μπορεί να το προστατεύσει;

Αυτή είναι η πραγματική βλάβη στο κύρος των Σωμάτων Ασφαλείας. Δεν είναι επικοινωνιακή. Είναι ουσιαστική. Διότι η εμπιστοσύνη των πολιτών στην Αστυνομία στηρίζεται στην πεποίθηση ότι ο αστυνομικός ξέρει, βλέπει, αντιδρά και προστατεύει. Όχι ότι αδρανεί μπροστά στο έγκλημα. Και σίγουρα όχι ότι η προηγούμενη αστυνομική του ιδιότητα μπορεί να αποσυνδεθεί πλήρως από την αξιολόγηση της γνώσης, της αντίληψης και της δυνατότητας αντίδρασης.

Σε υποθέσεις όπου υπάρχουν ανήλικα θύματα, η κοινωνία δεν ζητά εκδίκηση. Ζητά βεβαιότητα ότι το κράτος καταλαβαίνει τη βαρύτητα του μηνύματος που στέλνει. Και το μήνυμα πρέπει να είναι καθαρό: ο αστυνομικός, εν ενεργεία ή πρώην, δεν είναι απλός παρατηρητής του κινδύνου. Είναι, από τη φύση της ιδιότητάς του, άνθρωπος που όφειλε να ξέρει πού αρχίζει το έγκλημα και πού αρχίζει η υποχρέωση προστασίας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.