Η τόλμη του σκοπού

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Η Ελλάδα σήμερα θυμίζει ένα «όμορφο σκηνικό σε μια άθλια παράσταση», όπως θα έλεγε ο Τσαρούχης, εγκλωβισμένη ανάμεσα στις συμπληγάδες της διακυβέρνησης Μητσοτάκη και της κληρονομιάς Τσίπρα.
Αυτές οι δύο πολιτικές δυνάμεις, παρά τις επιφανειακές διαφορές τους, λειτούργησαν ως δυναμίτης στα θεμέλια της παραδοσιακής κοινωνικής και οικονομικής δομής, δημιουργώντας δύο Ελλάδες που δεν επικοινωνούν και που βυθίζονται καθημερινά στην οργή, την ανασφάλεια και την απαξίωση.

Το αποτέλεσμα είναι ένα κράτος-γραφείο ευρέσεως εργασίας για ψηφοφόρους-πελάτες, μια αριστερίζουσα μυθολογία που αντλεί ήρωες από το διχαστικό παρελθόν και μια Δεξιά χωρίς ταυτότητα.

Και υπάρχει ακόμα μια τρίτη Ελλάδα, η σιωπηλή. Είναι η Ελλάδα εκείνων που έχουν χάσει κάθε εμπιστοσύνη στην πολιτική. Που έπαψαν να πιστεύουν ότι η ψήφος τους μπορεί να αλλάξει κάτι. Που επιλέγουν να απέχουν, όχι από αδιαφορία, αλλά από βαθιά πληγή.

Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι ακραίοι. Είναι απογοητευμένοι. Είδαν τον Τσίπρα να υπόσχεται και να προδίδει. Είδαν τον Μητσοτάκη να διαχειρίζεται και να καλύπτει. Και στο τέλος αποφάσισαν… κανένας. Η αποχή τους δεν είναι τεμπελιά. Είναι καταγγελία.

Σε αυτό το τοπίο της σύγχρονης «Πομπηίας», όπου η αναξιοκρατία, η ακυβερνησία και η διαφθορά των νόμων έχουν γίνει κανονικότητα, ο Αντώνης Σαμαράς προβάλλει ως ο μοναδικός εγγυητής της σταθερότητας.

Όχι μόνο απέναντι στο ήδη υπάρχον χάος που γέννησαν Μητσοτάκης και Τσίπρας, αλλά και απέναντι στο μεγαλύτερο χάος που έρχεται από το σημερινό πολιτικό σκηνικό. Ένα σύστημα χωρίς αντιστάθμισμα, χωρίς ισχυρή αντιπολίτευση και χωρίς ηθικό βαρόμετρο.

Για να επιστρέψουν όμως όσοι απείχαν, χρειάζεται κάτι περισσότερο από ένα ακόμα κόμμα. Χρειάζεται ένας άνθρωπος που να μην μοιάζει με όσους τον πρόδωσαν. Και εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται η πραγματική ποιότητα του ανθρώπου και του πολιτικού, μέσα από τον πιο επώδυνο τρόπο, την προσωπική απώλεια.

Ο Αντώνης Σαμαράς έχασε την αγαπημένη του κόρη, τη Λένα, σε ηλικία μόλις τριάντα τεσσάρων ετών. Δεν το έκρυψε. Δεν το διαχειρίστηκε με ψυχρή πολιτική σκοπιμότητα. Αντίθετα, στάθηκε μπροστά σε όλους γυμνός από τον πόνο, αλλά ακλόνητος στην πίστη του.

Ο επικήδειος του για τη Λένα δεν ήταν ένα τυπικό κείμενο συλλυπητηρίων. Ήταν μια εξομολόγηση, ένας ύμνος στην αγάπη, αλλά ταυτόχρονα και ένα μάθημα ζωής. Μέσα από αυτόν, ο Σαμαράς δίδαξε σε όλους τι σημαίνει να κρατάς την πίστη στον Θεό, την αφοσίωση στην Πατρίδα και τη δύναμη της Οικογένειας, ακόμα και όταν όλα γύρω σου καταρρέουν.

Αυτή η δοκιμασία δεν τον λύγισε. Τον μετέβαλε. Τον έκανε πιο βαθύ, πιο αληθινό, πιο ανθρώπινο. Εκεί που οι περισσότεροι πολιτικοί θα κατέφευγαν σε επικοινωνιακούς μηχανισμούς συγκάλυψης του πόνου, εκείνος διάλεξε τον δρόμο της αυθεντικότητας. Και ακριβώς επειδή βίωσε τον θάνατο από τόσο κοντά, κατάλαβε καλύτερα από τον καθένα τι σημαίνει ζωή, ευθύνη και σκοπός. Και δεν έγινε πολιτικός παρά τον πόνο. Έγινε καλύτερος πολιτικός εξαιτίας του πόνου.

Γιατί ο Σαμαράς δεν επιδίωξε ποτέ να «φαίνεται» κοντά στον λαό. Μίλησε πάντα εκ μέρους του με αυθεντικότητα, ειλικρίνεια και σταθερότητα. Και η στάση του απέναντι στην απώλεια της Λένας αποτελεί το πιο ισχυρό τεκμήριο ότι οι αξίες που πρεσβεύει, δηλαδή, η Πίστη, η Πατρίδα, η Οικογένεια, δεν είναι για εκείνον επικοινωνιακά συνθήματα, αλλά το ίδιο το σώμα του.

Μέσα από αυτή τη βαθιά προσωπική πληγή, οι αρχές που ήδη τον καθόριζαν απέκτησαν ακόμη μεγαλύτερο βάθος και ουσία. Έτσι, η τόλμη που επιδεικνύει σήμερα ο Αντώνης Σαμαράς δεν είναι μια τυφλή παρόρμηση, αλλά μια πράξη ευθύνης ηθικά θεμελιωμένη. Γιατί η τόλμη πρέπει να έχει σκοπό, αλλιώς είναι φτηνή, επιπόλαιη και χυδαία.

Ενώ οι πολιτικές Μητσοτάκη και Τσίπρα χαρακτηρίστηκαν από μια επιφανειακή τόλμη που εξαντλήθηκε σε επικοινωνιακά τεχνάσματα και «γιατροσόφια» που τελικά σκότωσαν τον άρρωστο, η τόλμη του Σαμαρά είναι η τόλμη του ηγέτη που γνωρίζει ότι η πραγματική αλλαγή απαιτεί ριζικές τομές και όχι ημίμετρα.

Όπως ο Σκιπίωνας παρέμεινε ακλόνητος στην απόφαση του πως ο μόνος τρόπος να ηττηθεί ο Αννίβας ήταν να μεταφέρει τον πόλεμο στην Αφρική παρά τις αντιρρήσεις των συγκλητικών, έτσι και ο Σαμαράς έχει το σθένος να πηγαίνει κόντρα στην «κρατούσα λογική» όταν το εθνικό συμφέρον το απαιτεί.

Αυτή η στάση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα σε μια διεθνή συγκυρία που θυμίζει τον βιβλικό Αρμαγεδώνα, όπου η τελική μάχη μεταξύ των δυνάμεων του καλού και του κακού πλησιάζει.

Οι σημερινοί διαχειριστές της εξουσίας ζητούν από τον λαό «υποταγή» στη μετριότητα. Ο Σαμαράς προτάσσει το «αποφασίστε», υπενθυμίζοντας πως η ισχυρή οικονομία είναι αδύνατη χωρίς ισχυρή πολιτική βούληση.

Γνωρίζει καλά πως όποιος τολμά μπορεί να χάσει για λίγο την ισορροπία του, αλλά όποιος δεν τολμά, χάνει οριστικά τον εαυτό του. Η πολιτική του δεν είναι μια κίνηση τόσο αργή ώστε να πλησιάζει την ακινησία, αλλά ένα «άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά», που αρνείται να συμβιβαστεί με τη σήψη της ουδετερότητας και του κυνισμού.

Η ανάγκη για μια Νέα Μεταπολίτευση είναι πλέον επιτακτική. Το υπάρχον σύστημα δεν μπορεί να σωθεί. Πρέπει να αντικατασταθεί. Ο μεγαλύτερος παραβάτης του νόμου είναι σήμερα το ίδιο το κράτος. Αριβίστες και κυνηγοί αξιωμάτων χρησιμοποιούν τους θεσμούς ως λάφυρο. Η έπαρση συνορεύει με τη βλακεία, και η πονηριά έχει αντικαταστήσει την ορθή κρίση.

Ο Αντώνης Σαμαράς αντιπροσωπεύει τη σύνεση απέναντι στην ευστροφία των καιροσκόπων. Η εξουσία, ως λυδία λίθος του χαρακτήρα, έχει αποδείξει πως εκείνος αντέχει στις αντιξοότητες, διαθέτοντας τη μόρφωση, δηλαδή την κατανόηση των συσχετισμών, για να οδηγήσει το έθνος μακριά από το χάος.

Σε μια περίοδο κρίσης, όπου ο μεγαλύτερος παραβάτης του νόμου είναι συχνά το ίδιο το κράτος, λοιπόν, ο Σαμαράς στέκεται ως ο θεματοφύλακας των αξιών, προσφέροντας το αντίδοτο στο δηλητήριο της αποσύνθεσης. Γιατί στην τελική αναμέτρηση με το πεπρωμένο, μόνο ένας ηγέτης που δεν αγνοεί το παρελθόν μπορεί να διασφαλίσει το μέλλον.

Ο Αντώνης Σαμαράς, έχοντας μελετήσει το πεδίο της μάχης και κατανοώντας βαθιά την ανθρώπινη φύση, είναι έτοιμος να ηγηθεί της Νέας Μεταπολίτευσης. Με τη ρήση του ντ’ Αλαμπέρ «προχωρήστε και η πίστη θα σας έρθει», καλεί τους Έλληνες να σπάσουν τα δεσμά της μοιρολατρίας. Η επόμενη μέρα δεν ανήκει σε εκείνους που φοβούνται να χάσουν την ισορροπία τους, αλλά σε εκείνον που έχει τον σκοπό του ξεκάθαρο και την τόλμη του ακέραιη.

Όμως εδώ ακριβώς βρίσκεται και το μεγαλύτερο διακύβευμα. Γιατί πολλοί από εμάς, ακόμα και εκείνοι που έχουν χάσει κάθε εμπιστοσύνη στην πολιτική και έχουν επιλέξει να απέχουν, αναγνωρίζουμε πλέον καθαρά το εκτόπισμα και το βεληνεκές του Αντώνη Σαμαρά.

Βλέπουμε τη σταθερότητα που εκπέμπει, την ασφάλεια που μπορεί να παρέχει τη δεδομένη στιγμή σε μια χώρα που καταρρέει. Συγκρίνουμε και βλέπουμε, απέναντι στην επιπολαιότητα του Μητσοτάκη και τον λαϊκισμό του Τσίπρα, εκείνος στέκεται όρθιος, με αρχές, με ιστορία, με ήθος. Θα θέλαμε να τον εμπιστευτούμε. Τον έχουμε ανάγκη.

Κι όμως, όλα αυτά μένουν μετέωρα, αν δεν αποφασίσει και ο ίδιος να βγει μπροστά. Δεν αρκεί να είναι ο καλύτερος. Χρειάζεται να είναι και παρών. Η χώρα δεν αντέχει άλλες ηγεσίες διαχείρισης. Αντέχει μόνο μια ηγεσία τομής. Και αυτή η τομή δεν θα έρθει μόνη της. Θα την κρίνει μια απόφαση, η δική του απόφαση. Να αφήσει πίσω του κάθε δισταγμό. Να σταθεί μπροστάρης ως ο άνθρωπος που όλοι αναγνωρίζουμε ότι μπορεί.

Γιατί η επόμενη μέρα δεν θα γραφεί από όσους περιμένουν. Θα γραφεί από όσους τολμούν. Ο Αντώνης Σαμαράς έχει αποδείξει ότι τολμά. Τώρα, καλείται να αποδείξει ότι είναι έτοιμος να ηγηθεί για μια ακόμα φορά. Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο διακύβευμα. Όχι αν θα νικήσει τους άλλους. Αλλά αν θα αποφασίσει να παλέψει.

Γιατί χωρίς εκείνον μπροστά, το χάος που έρχεται δεν θα έχει αντίπαλο. Και τότε, ούτε τα λόγια μας, ούτε η αναγνώριση μας, θα αρκούν. Ούτε η αποχή θα ακουστεί. Απλώς, θα χαθούμε όλοι μαζί.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.