Η πραγματικότητα που διαψεύδει τα κυβερνητικά «έχουμε κάνει»

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, παρουσίασε για ακόμη μία φορά το μεταρρυθμιστικό έργο ως βασική «δουλειά» της κυβέρνησης, μιλώντας για «25 μεταρρυθμίσεις σε έξι μήνες» και επιμένοντας ότι «είπαμε και το κάναμε». Ωστόσο, η εικόνα αυτή απέχει αισθητά από την καθημερινότητα του Έλληνα φορολογούμενου και καταναλωτή, ο οποίος βλέπει το εισόδημά του να συρρικνώνεται όχι μόνο λόγω της ακρίβειας και του πληθωρισμού, αλλά και εξαιτίας της υπερφορολόγησης που βαφτίζεται «μεταρρύθμιση».

Στη συνέντευξή του, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να εμφανίσει την ακρίβεια ως «προϊόν διεθνών πιέσεων» και την αντιμετώπισή της ως αποτέλεσμα της φορολογικής μεταρρύθμισης. Επικαλέστηκε μάλιστα «γενναία αύξηση πραγματικών μισθών από τον Ιανουάριο», η οποία όμως στην πράξη κινδυνεύει να εξανεμιστεί από το κύμα ανατιμήσεων που ήδη κατατρώει το εισόδημα. Όταν το όφελος μετριέται σε «30 ευρώ τον μήνα», ο πολίτης δικαίως διερωτάται: πρόκειται για ουσιαστική ανακούφιση ή για προεκλογική επικοινωνιακή άσκηση;

Στεγαστικά και μισθολογικά μέτρα παρουσιάστηκαν επίσης με το γνώριμο μοτίβο: «κάνουμε ό,τι μπορούμε, αλλά δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις». Έτσι, το πάγωμα ενοικίων βαφτίζεται «λαϊκισμός», ενώ ο 13ος μισθός μεταφράζεται σε απειλή απώλειας φοροαπαλλαγών. Στην πράξη, η κυβέρνηση βάζει τους πολίτες να διαλέξουν ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη.

Η βαριά σκιά των φόρων αποκαλύπτεται ξεκάθαρα στο δελτίο τύπου της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (11/9/2025) για τους περιβαλλοντικούς φόρους. Το 2023 τα συνολικά έσοδα ανήλθαν σε 9,257 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 10,6% των συνολικών φόρων και εισφορών. Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα αισθητό στον έλληνα φορολογούμενος είναι ότι πέρα από τους «πράσινους» φόρους, η κυβέρνηση εξακολουθεί να διατηρεί δυσανάλογα υψηλή επιβάρυνση στους λογαριασμούς ενέργειας, με φόρους και τέλη που φτάνουν στο 35% κάθε λογαριασμού ρεύματος. Το ΕΤΜΕΑΡ (Ειδικό Τέλος Μείωσης Εκπομπών Αερίων Ρύπων) παραμένει μόνιμο βάρος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Η κατανομή αυτής της φορολογικής πίεσης ανά τομέα είναι αποκαλυπτική. Στη γεωργία, δασοκομία και αλιεία αντιστοιχούν 410,9 εκατ. ευρώ (4,4%), στη βιομηχανία 3,284 δισ. (35,5%), στις υπηρεσίες 2,489 δισ. (26,9%) και στα νοικοκυριά 3,072 δισ. (33,2%). Με απλά λόγια, τα ελληνικά νοικοκυριά πληρώνουν σε φόρους σχεδόν όσα και η συνολική βιομηχανική δραστηριότητα της χώρας.

Η κυβέρνηση συχνά υπερηφανεύεται ότι μείωσε τον ΕΝΦΙΑ ή ορισμένους φορολογικούς συντελεστές. Ωστόσο, η μείωση αυτή αποδεικνύεται περισσότερο λογιστική παρά πραγματική, καθώς την ίδια στιγμή οι πολίτες επιβαρύνονται με έμμεσους φόρους και τέλη. Ο ΦΠΑ στην κατανάλωση, οι υψηλοί ειδικοί φόροι κατανάλωσης στα καύσιμα και οι χρεώσεις στην ενέργεια εκμηδενίζουν κάθε πιθανό όφελος. Έτσι, η πολυδιαφημισμένη «μείωση φόρων» υπονομεύεται από την ακρίβεια στα τρόφιμα, την ενεργειακή πολιτική των πρόχειρων επιλογών και τον πληθωρισμό που μειώνει διαρκώς την αγοραστική δύναμη.

Μια άλλη «μεταρρύθμιση» που προβάλλεται έντονα είναι η ψηφιοποίηση του κράτους. Στην πραγματικότητα, η Ελλάδα δεν απέκτησε ψηφιακό κράτος, αλλά ψηφιακή γραφειοκρατία. Ο πολίτης εξακολουθεί να χρειάζεται πλήθος πιστοποιητικών, αδειών και δικαιολογητικών. Απλώς πλέον τα εκδίδει μέσω πλατφορμών αντί να περιμένει σε ουρές. Η μετάβαση αυτή δεν συνοδεύτηκε από απλοποίηση διαδικασιών ούτε από μείωση κόστους. Αντιθέτως, το κράτος δαπανά συνεχώς για συμβάσεις πληροφορικής και έργα λογισμικού, με το κόστος να μετακυλίεται τελικά στον φορολογούμενο. Έτσι, ο πολίτης αντί να εξοικονομεί χρόνο και χρήμα, βρίσκεται αντιμέτωπος με επιπλέον έξοδα και το ίδιο, αν όχι μεγαλύτερο, διοικητικό βάρος.

Έξι χρόνια τώρα η κυβέρνηση μιλά για «αναγέννηση» της Ελλάδας. Αν κρίνουμε, όμως, από τα αποτελέσματα, η χώρα «αναγεννήθηκε» κυρίως στη διαφθορά, στα σκάνδαλα, στην αδιαφάνεια, στην αλαζονεία της εξουσίας και στην πλήρη αδυναμία ουσιαστικής διακυβέρνησης. Δεν καταφέρνει να διαχειριστεί ούτε τα βασικά. Καθυστερήσεις στα έργα, αδικίες στα εισοδήματα, ελλείψεις σε κρίσιμους τομείς και μόνιμη αβεβαιότητα στην καθημερινότητα. Το τίμημα το πληρώνει ο πολίτης, που καλείται συνεχώς να προσαρμοστεί σε νέα βάρη και υποχρεώσεις, ενώ η ηγεσία επιμένει να παρουσιάζει μια ωραιοποιημένη εικόνα «επιτυχίας».

Ο κ. Χατζηδάκης υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση μετριέται με βάση το «είπαμε και το κάναμε». Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι: τι ακριβώς «κάνατε»; Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και η ηγεσία της κυβέρνησης μιλούν για «μείωση φόρων», αλλά οι πολίτες πληρώνουν φόρους και τέλη που εξανεμίζουν τις όποιες «μειώσεις» ευαγγελίζεται. Μιλούν για «μεταρρυθμίσεις», ενώ στην πράξη οι αγρότες, οι μικρομεσαίοι και τα νοικοκυριά σηκώνουν δυσανάλογο βάρος. Υποστηρίζουν ότι έχουν δημιουργήσει «ψηφιακό κράτος», αλλά στην πραγματικότητα υπάρχει μια νέα, κοστοβόρα και χρονοβόρα ψηφιακή γραφειοκρατία. Και τέλος, επικαλούνται την «αναγέννηση» της Ελλάδας, ενώ η κοινωνία βιώνει αδιέξοδα, σκάνδαλα και αλαζονεία.

Η ελληνική κοινωνία δεν ζητά απλώς αριθμούς και επενδυτικές επιτυχίες. Ζητά ουσιαστική ελάφρυνση, διαφάνεια και πολιτικές που να αντανακλούν στην καθημερινότητα. Την ώρα που ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η κυβέρνηση εμφανίζονται ικανοποιημένοι με τις εντυπώσεις που δημιουργούν, τα νοικοκυριά αισθάνονται ολοένα πιο παγιδευμένα, φορτωμένα με μια βαριά σκιά φόρων, ανατιμήσεων και υποχρεώσεων που δεν φαίνεται να μειώνονται.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.