Γιουγκοσλαβία εναντίον Βουλγαρίας και στη μέση η Ελληνική Μακεδονία

Γράφει ο Κωνσταντίνος Πανάκης, Ιστορικός, Υπότροφος Ι.Κ.Υ.

Η ΔΙΕΝΕΞΗ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ – ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΚΑΙ Η ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ ΤΗΣ ΔΙΕΝΕΞΗΣ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ 1978 – 1979.

Το Μακεδονικό Ζήτημα, το οποίο υφίσταται από τα τέλη του 19oυ αιώνα αποτέλεσε ένα διαχρονικό πρόβλημα που ενέπλεξε τους λαούς των Βαλκανίων σε πολέμους, διεκδικήσεις εδαφών και αμφισβήτηση των εθνικών ταυτοτήτων

Μια ιδιαίτερη πτυχή του Μακεδονικού Ζητήματος ήταν η βουλγαρογιουγκοσλαβική διένεξη η οποία σοβούσε καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και παρουσίαζε μεγάλες διακυμάνσεις, ενώ κλιμακώνονταν ανάλογα με το βαθμό προσέγγισης ή όξυνσης των διμερών σχέσεων της Γιουγκοσλαβίας με την ΕΣΣΔ.

Η ρήξη Τίτο Στάλιν το 1948 ήταν κομβικής σημασίας γεγονός, καθώς ανέτρεψε την ηγεμονική πολιτική που επιδίωκε να ασκήσει ο στρατάρχης Τίτο στα Βαλκάνια και καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τις βουλγαρογιουγκοσλαβικές σχέσεις

(1).

Επακόλουθο της ρήξης ήταν να ακυρωθεί η συμφωνία του Μπλέντ που είχαν συναποφασίσει ο Τίτο και ο Δημητρώφ το 1947, σύμφωνα με την οποία η Βουλγαρία αναγκάστηκε να αποδεχτεί την ύπαρξη ΄΄μακεδονικού’’ έθνους, αλλά και να αναγνωρίσει την ύπαρξη ΄΄μακεδονικής’’ μειονότητας στο Πιρίν.  Επιπροσθέτως η Βουλγαρία υποχρεώνονταν να παραχωρήσει πολιτιστική αυτονομία στους ‘΄Μακεδόνες’’ του Πιρίν και να ανεχτεί την ύπαρξη σχολείων και εφημερίδων που προωθούσαν τη νεοπαγή ‘’μακεδονική’’ γλώσσα.

Το 1948 η βουλγαρική κυβέρνηση αρνήθηκε να εφαρμόσει τα πρωτόκολλα, έκλεισε τα μειονοτικά σχολεία, απέλασε τους γιουγκοσλάβους που ασκούσαν προπαγάνδα και αρνήθηκε την ύπαρξη ‘’Μακεδόνων’’ στη Βουλγαρική Μακεδονία

(2).

Η Γιουγκοσλαβία έπειτα από τη ψύχρανση των σχέσεων με την ΕΣΣΔ και τη Βουλγαρία αναζήτησε τον δικό της δρόμο προς το σοσιαλισμό, στηριζόμενη στην τήρηση ίσων αποστάσεων ανάμεσα στους δύο πόλους του Διεθνούς συστήματος, ενώ εντάχθηκε στο κίνημα των Αδεσμεύτων και προώθησε το αυτοδιαχειριστικό σύστημα στο εσωτερικό της Ομοσπονδίας.

Η Βουλγαρία του Δημητρώφ και έπειτα του Ζίφκωφ προσδέθηκε εναργώς στο άρμα της Σοβιετικής Ένωσης και κατέστη η στενότερη σύμμαχος της στα Βαλκάνια, πολιτική την οποία ακολούθησε μέχρι τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου.

Η απόφαση της 9ης Ολομέλειας του Κομμουνιστικού Κόμματος Βουλγαρίας το 1963να διακηρύξει ότι δεν υπάρχει ‘’μακεδονικό’’ έθνος ως αυθύπαρκτη εθνοκρατική οντότητα, ότι δεν υφίσταται ‘’μακεδονική’’ μειονότητα στη Βουλγαρία και ότι η διαμόρφωση ‘’μακεδονικής’’ συνείδησης στους κατοίκους της Λ.Δ. Μακεδονίας ήταν αποτέλεσμα πολιτικών διεργασιών είχε σαν συνέπεια να καθορίσει την μετέπειτα στάση της Βουλγαρίας ως προς το Μακεδονικό ζήτημα

(3)

Η εισβολή των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Τσεχοσλοβακία το 1968 και η ανατροπή του Ντούμπτσεκ ,ο οποίος ευαγγελίζονταν έναν ‘’σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο’’ προκάλεσε φόβο στη Γιουγκοσλαβία, ότι ενδεχομένως θα ακολουθούσε η σειρά της λόγω της αδέσμευτης πολιτικής που ασκούσε ο Τίτο στην εξωτερική πολιτική.

Η συμμετοχή βουλγαρικών στρατευμάτων στην εισβολή, αλλά και οι συνεχείς αναφορές του βουλγαρικού Τύπου για τον ρόλο που διαδραμάτισε ο βουλγαρικός στρατός στην απελευθέρωση της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, επέφεραν μια όξυνση στις σχέσεις Βουλγαρίας – Γιουγκοσλαβίας.

Η απάντηση του Τίτο στη βουλγαρική επιθετική πολιτική ήρθε λίγους μήνες μετά, στις 2 Αυγούστου 1969, από το βήμα της Βουλής

(4)

«Δυστυχώς, γνωστοί κύκλοι στο εξωτερικό προσπαθούν ακόμα να αρνηθούν την ύπαρξη του μακεδονικού έθνους ,της κουλτούρας και της γλώσσας . Η Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας είναι ακόμα αντικείμενο διαφόρων επιθέσεων .Τι κρύβεται πίσω από την άρνηση του μακεδονικού έθνους, της μακεδονικής εθνικής ταυτότητας ,του μακεδονικού κράτους και της παραχάραξης των ιστορικών γεγονότων ;

Όχι  μόνο οι Μακεδόνες, αλλά και όλοι οι πολίτες της Γιουγκοσλαβίας δεν μπορούν να δώσουν άλλη ερμηνεία ,παρά μονάχα ότι πίσω απ’ αυτά κρύβεται η πολιτική του παρελθόντος .

Στο μεταξύ ,θα έπρεπε να είναι στον καθένα σαφές ότι κάθε επίθεση εναντίον του μακεδονικού λαού σημαίνει και επίθεση εναντίον όλων των γιουγκοσλαβικών λαών! 

Κάθε επίθεση εναντίον της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας αποτελεί  άμεσα και  επίθεση εναντίον της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας ως συνόλου!».

(5)

Ο Βούλγαρος ηγέτης Ζίφκωφ επιχείρησε να προβεί σε έναν συμβιβασμό με τους Γιουγκοσλάβους, ώστε να βελτιωθούν οι διμερείς σχέσεις. Απαντώντας σε επιστολή του Τίτο στις 15 Δεκεμβρίου 1970, ο Ζίφκωφ αποδέχονταν την Σλαβομακεδονική διαδικασία εθνογένεσης στα Σκόπια, ζήτημα το οποίο κατά την άποψή του θα το έκριναν οι ιστορικοί και οι επιστήμονες.

Συγχρόνως ζήτησε οι Γιουγκοσλάβοι να σταματήσουν να ανακινούν την αναγνώριση ‘’μακεδονικής’’ μειονότητας στη Βουλγαρία.

Η Γιουγκοσλαβική πολιτική στο θέμα παρέμενε αταλάντευτη και σε κάθε ευκαιρία ανακινούσε το θέμα της ‘’μακεδονικής’’ μειονότητας στη Βουλγαρία, ιδιαιτέρως έπειτα από τη ψήφιση του συντάγματος του 1974 στη Γιουγκοσλαβία.

Το αποκεντρωτικό σύνταγμα του 1974 έδωσε την ευκαιρία στην ηγεσία της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας να προβάλλει τις απόψεις της περί Μακεδονικού με μεγαλύτερη ευχέρεια και άνεση , καθώς οι αρμοδιότητες των δημοκρατιών – συνιστωσών στην Ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία διευρύνθηκαν

(6).

Η υπογραφή της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι τον Αύγουστο του 1975 για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη κατοχύρωνε μεν το απαραβίαστο των συνόρων και το σεβασμό του status quo στην Ευρώπη, εν τούτοις η αναφορά της συνδιάσκεψης στην προστασία των μειονοτήτων και το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπήρξε απαρχή νέων προστριβών στα Βαλκάνια

(7).

Η πρωτοβουλία της Βουλγαρίας που είχε σαν στόχο να αμβλυνθεί η διμερής ένταση, μέσω μιας κοινής πανηγυρικής δήλωσης των ηγετών της Βουλγαρίας και της Γιουγκοσλαβίας, η οποία θα αφορούσε το απαραβίαστο των συνόρων και την μη προβολή αμοιβαίων εδαφικών διεκδικήσεων, δεν τελεσφόρησε διότι η γιουγκοσλαβική πλευρά απάντησε ότι η ανάπτυξη των διμερών σχέσεων μπορεί να προκύψει μόνο αν γίνουν σεβαστά τα δικαιώματα των μειονοτήτων

(8)

Η Γιουγκοσλαβία εκμεταλλευόμενη το κλίμα στις διεθνείς σχέσεις με την προώθηση μέτρων υπεράσπισης των μειονοτήτων επιδίωξε να διεθνοποιήσει το ζήτημα και να καταστήσει τη Βουλγαρία υπόλογη στη διεθνή κοινότητα, ότι με τη συμπεριφορά της δεν σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Η Σόφια προσπάθησε να μην ανακινηθεί το ζήτημα στους διεθνείς οργανισμούς, αρχής γενομένης από τη σύνοδο στο Βελιγράδι της ΔΑΣΕ (Οκτώβριος 1977 – Φεβρουάριος 1978).

Το 1978 ήταν η χρονιά κορύφωσης της διένεξης των δύο χωρών για το Μακεδονικό.

Αφορμή στάθηκε ο περίλαμπρος εορτασμός της επετείου των 100 χρόνων από τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, με την οποία είχε δημιουργηθεί η Μεγάλη Βουλγαρία το 1878 και έδωσε την ευκαιρία στη βουλγαρική κυβέρνηση να προβάλλει με επίσημο τρόπο τις θέσεις της επί του θέματος.

Η απάντηση της Γιουγκοσλαβίας στους εορτασμούς των Βουλγάρων για τα 100χρόνια από τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου προήλθε αρχικά μέσα από τις προσυνεδριακές συζητήσεις του 11ου Συνεδρίου της Ένωση Γιουγκοσλάβων Κομμουνιστών τον Ιούνιο του 1978

(9)

Τα σημαίνοντα στελέχη της Ένωσης Κομμουνιστών Μακεδονίας όπως ο Τσεμέρσκυ τόνιζαν μετά επιτάσεως την ανάγκη ενίσχυσης των Σλαβομακεδόνων, την αναγνώριση της ιδιαίτερης ταυτότητάς τους και κυρίως την ανάγκη αναγνώρισης και σεβασμού των μειονοτικών δικαιωμάτων των πληθυσμών που διαβιούσαν στις γειτονικές χώρες, συγκεκριμένα στην Αλβανία, την Ελλάδα και τη Βουλγαρία

(10).

Το Βελιγράδι, θεωρούσε ότι η σθεναρή άρνηση των Βουλγάρων να αναγνωρίσουν το ‘’μακεδονικό’’ έθνος και την ύπαρξη ‘’μακεδονικής’’ μειονότητας στη Βουλγαρία υπέκρυπτε εδαφικές διεκδικήσεις της Βουλγαρίας στα εδάφη της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας.

Ο Πρόεδρος της Βουλγαρίας Ζίφκωφ, αναφέρθηκε στο θέμα από το Μπλαγκόεφγκραντ και αντέκρουσε τα επιχειρήματα των Γιουγκοσλάβων περί καταπίεσης της ‘’μακεδονικής’’ μειονότητας ή ότι η Βουλγαρία εγείρει εδαφικές διεκδικήσεις σε εδάφη της Γιουγκοσλαβίας.

Η διένεξη συνεχίζονταν με αμείωτο ρυθμό, με την έντονη εμπλοκή ιστορικών παραμέτρων, καθώς οι Βούλγαροι αρνούνταν την ιστορική ύπαρξη ‘’μακεδονικού’’ έθνους, το οποίο η Βουλγαρία θεωρούσε οτι  ήταν δημιούργημα πολιτικών διεργασιών και σκοπιμοτήτων, ενώ και η ‘’μακεδονική’’ γλώσσα χαρακτηρίζονταν από την Βουλγαρική Ακαδημία Επιστημών  ως  δυτικό – βουλγαρικό ιδίωμα.

Το Μακεδονικό Ζήτημα παρουσιάζοντα νπλέον ως θέμα διεκδίκησης ταυτοτήτων, κατοχύρωσης της ιστορικής κληρονομιάς και σεβασμού των μειονοτικών δικαιωμάτων, εναρμονιζόμενο πλήρως με το κλίμα της εποχής, όπου λόγω της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι, οι συζητήσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις μειονότητες βρίσκονταν στο επίκεντρο των συζητήσεων στις διακρατικές υποθέσεις.

Το καλοκαίρι του 1978 η διένεξη Γιουγκοσλαβίας – Βουλγαρίας οξύνθηκε ακόμα περισσότερο εξαιτίας της άμεσης εμπλοκής των εξωγενών δρώντων στη Βαλκανική Χερσόνησο, κυρίως λόγω του ανταγωνισμού Κίνας – Σοβιετικής Ένωσης.

Στις 24Ιουλίου, το υπουργείο εξωτερικών της Βουλγαρίας εξέδωσε μια επίσημη ανακοίνωση

(11)

Μόλις μια μέρα πριν αρχίσει η σύνοδος των Αδεσμεύτων στο Βελιγράδι, στην οποία παρουσίαζε τις επίσημες βουλγαρικές θέσεις για το Μακεδονικό και συγχρόνως κατηγορούσε τη γιουγκοσλαβική πλευρά για τη άρνησή της να υπογραφεί ανάμεσα στις δύο χώρες κοινή διακήρυξη, σχετικά με το απαραβίαστο των συνόρων και την αποκήρυξη εδαφικών διεκδικήσεων, θέση που είχε διατυπώσει ο Ζίφκωφ.

Απώτερος στόχος της βουλγαρικής κίνησης ήταν να καταστήσει τη Γιουγκοσλαβία ανακόλουθη ενώπιον των μελών του Αδέσμευτου μπλοκ ,σχετικά με τις διακηρύξεις που είχε εξαγγείλει περί σεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας και τη μη ανάμειξης στις εσωτερικές υποθέσεις ξένων κρατών.

Η απάντηση των Γιουγκοσλάβων υπήρξε άμεση και μέσα από αναφορές των εφημερίδων τέθηκε το θέμα της εξάλειψης της ‘’μακεδονικής’’ μειονότητας στη Βουλγαρία, η οποία δεν αναφέρονταν στις επίσημες απογραφές ως διακριτή εθνική μειονότητα.

Είναι γεγονός ότι η μεταστροφή της Βουλγαρίας στο Μακεδονικό περιέπλεξε και τα στατιστικά στοιχεία, διότι ενώ το 1956 είχαν απογραφεί 180.000‘’ Μακεδόνες’’ στο Μπλαγκόεφγκραντ δέκα μόλις χρόνια αργότερα ,το 1965 υπήρχαν 1.812 καταγεγραμμένοι. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Βουλγαρίας δήλωνε εμφατικά, ότι δεν υπάρχουν πλέον στη Βουλγαρία ‘’Μακεδόνες’’ και οι κάτοικοι της Μακεδονίας του Πιρίν αποτελούσαν αναπόσπαστο τμήμα του ενιαίου σοσιαλιστικού βουλγαρικού έθνους.

Η επίσκεψη του Κινέζου πρωθυπουργού Χούα Κούο Φενγκ στη Γιουγκοσλαβία τον Αύγουστο του 1978 και ο πύρινος λόγος του στα Σκόπια, ο οποίος περιείχε σαφείς επιθετικές τάσεις κατά της Βουλγαρίας κλιμάκωσε περαιτέρω τη διένεξη γύρω από το Μακεδονικό.

Η εμπλοκή της Κίνας στα Βαλκάνια αποσκοπούσε στη δημιουργίαενός ισχυρού άξονα Γιουγκοσλαβίας Ρουμανίας με αντισοβιετική αιχμή.

Η περιοχή των Βαλκανίων προσφέρονταν να αποτελέσει το πεδίο διεύρυνσης της κινέζικης πολιτικής ,η οποία είχε σαν άμεσο στόχο να απομονώσει και να απομακρύνει τη σοβιετική επιρροή από αυτή τη στρατηγική γωνιά της Ευρώπης, όσο το δυνατόν σε μεγαλύτερο βαθμό. Συγχρόνως η προσέγγιση του Πεκίνου με το Βελιγράδι θα έδινε τη δυνατότητα στην Κίνα να αποκτήσει επιρροή στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, στους Αδέσμευτους, λόγω του κύρους που είχε η Γιουγκοσλαβία και ο Πρόεδρος Τίτο προσωπικά

(12).

Τον Σεπτέμβριο του 1978 η Ακαδημία Επιστημών και Τεχνών της Βουλγαρίας εξέδωσε στα αγγλικά μια συλλογή εγγράφων και πηγών, με την οποία απεδείκνυε τη βουλγαρική ιστορική παρουσία στην περιοχή της  Μακεδονίας από τον Μεσαίωνα μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η απάντηση της Γιουγκοσλαβίας υπήρξε άμεση, με τον Πρόεδρο της Ομοσπονδίας Γιόζιπ Μπρόζ Τίτο να μεταβαίνει στην πρωτεύουσα της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας στα Σκόπια, όπου στις 6 Οκτωβρίου 1978 εκφώνησε βαρυσήμαντο λόγο εμπλέκοντας στη διένεξη και την Ελλάδα: «

Η αναγνώριση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων είναι ένα θέμα αρχής. Εμείς το λύσαμε ,σεβόμαστε όλες τις μειονότητες στη χώρα μας, έχουν ίσα δικαιώματα. Έτσι και εμείς έχουμε ένα όχι μονάχα ηθικό ,αλλά και κάθε δικαίωμα να ενδιαφερόμαστε για την κατάσταση των δικών μας μειονοτήτων σε άλλες χώρες…. Εγώ ,όπως γνωρίζετε,συζήτησα με τον πρωθυπουργό της Ελλάδας  Καραμανλή.

Του είπα ότι τις σχέσεις μας πρέπει να τις θέτουμε σε ευρύτερη βάση και να μην τις εξετάζουμε μέσω του κατά τα άλλα σημαντικού ζητήματος της Μακεδονικής μειονότητας ….Με τη Βουλγαρία το ζήτημα αυτό προσέλαβε σοβαρότερες διαστάσεις ,αλλά και εδώ πρέπει -με αμοιβαίες προσπάθειες- να επιμείνουμε σταδιακά να βελτιώσουμε τις σχέσεις»

(13)

Η διένεξη συνέχισε να διατηρείται στη δημόσια σφαίρα συζητήσεων και τους επόμενους μήνες, ενώ τα γεγονότα στην Ινδοκίνα δημιουργούσαν επιπλέον πεδία έντασης. Η εισβολή του Βιετνάμ στην Καμπότζη τον Δεκέμβριο του 1978, με σκοπό την εκδίωξη του καθεστώτος των ερυθρών  Χμέρ,  οι οποίοι είχαν την υποστήριξη της Κίνας επέφερε τη δυναμική απάντηση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας τον Φεβρουάριο του 1979 με το να πραγματοποιήσει μικρής κλίμακας εισβολή στο Βιετνάμ.  Η εισβολή προκάλεσε την αντίδραση των Σοβιετικών. Η εμπλοκή των βαλκανικών κρατών στα γεγονότα της Νοτιανατολικής Ασίας συνίσταται στην υποστήριξη που παρείχε η Βουλγαρία στην εισβολή του Βιετνάμ στην Καμπότζη και την αντίστοιχη καταδίκη των γεγονότων από τη Γιουγκοσλαβία.

Ο Μπρέζνιεφ επισκέφτηκε τον Ιανουάριο του 1979 τη Σόφια για να εκφράσει την υποστήριξή του στη Βουλγαρία, αν και επισήμως η σοβιετική πλευρά δεν επιθυμούσε να ανακινείται δημόσια το Μακεδονικό.

Η προσπάθεια της Κίνας να διευρύνει την επιρροή της στα Βαλκάνια συζητήθηκε εκτενώς κατά τη συνάντηση του Μπρέζνιεφ με τον Ζίφκωφ. Το γεγονός όμως που έδωσε νέα τροπή στη Βουλγαρογιουγκοσλαβική διένεξη ήταν η έκδοση των Απομνημονευμάτων της Τσόλα  Ντραγκοϊτσέβα μέλος του Πολιτικού Γραφείου της  Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ. Βουλγαρίας. Το βιβλίο αφορούσε την πορεία διακύμανσης του Μακεδονικού την περίοδο 1941-1948 και πως αντιμετωπίστηκε το ζήτημα από το Γιουγκοσλαβικό Κομμουνιστικό Κόμμα και το αντίστοιχο Βουλγαρικό.

Η Ντραγκοϊτσέβα κατηγόρησε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γιουγκοσλαβίας για την ηγεμονική πολιτική που ασκούσε στην περιοχή τη δεκαετία του 1940. Συγχρόνως η συγγραφέας αρνήθηκε την ύπαρξη ‘’μακεδονικού’’ έθνους πριν το 1944 τονίζοντας τη βουλγαρική καταγωγή των κατοίκων της  Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας.

(14)

Σταδιακά η ένταση στις σχέσεις Βουλγαρίας Γιουγκοσλαβίας υποχώρησε μετά το 1979 λόγω της αναζωπύρωσης του Ψυχρού Πολέμου. Οι εξελίξεις στο Ιράν με την ισλαμική επανάσταση του Χομεϊνί και την εισβολή της ΕΣΣΔ στο Αφγανιστάν

Είχε σαν συνέπεια να αποφορτιστεί το κλίμα στα Βαλκάνια. Απότοκος αυτών των εξελίξεων ήταν οι διαδοχικές συναντήσεις του  Γιουγκοσλάβου  υπουργού εξωτερικών Μίνιτς με τον Σοβιετικό ομόλογο του Γκρομύκο στις 23 και 24 Απριλίου1979, αλλά και η τελευταία επίσκεψη του Προέδρου Τίτο στην Μόσχα στις 17 και 18Μαΐου 1979.

Οι Σοβιετικοί ζήτησαν να πέσουν οι τόνοι ώστε οι δύο πλευρές να προσπαθήσουν να λύσουν το ζήτημα μέσω διαπραγματεύσεων, χωρίς να προβαίνουν σε φορτισμένες εκατέρωθεν δηλώσεις .

Το ζήτημα συνέχισε  να υφίσταται κυρίως με ιστορικές δημοσιεύσεις των δύο πλευρών σχετικά με την ιστορική εξέλιξη του ‘’μακεδονικού’’ έθνους, όμως οι διεθνείς εξελίξεις αλλά και η κατάσταση που επικρατούσε στην Γιουγκοσλαβία σχετικά με το ζήτημα διαδοχής του άρρωστου Προέδρου Τίτο είχε σαν συνέπεια να πέσουν οι τόνοι της αντιπαράθεσης.

Οι εξελίξεις στα Βαλκάνια απείλησαν να εκτροχιάσουν την πορεία ύφεσης και το κλίμα ασφάλειας και συνεργασίας που προσδοκούσε η ελληνική κυβέρνηση να παγιωθεί στην περιοχή . Η Ελλάδα στήριξε τη βαλκανική πολιτική της στην ανάπτυξη πολυμερών δεσμών και την καθιέρωση της Διαβαλκανικής συνεργασίας ως κοινό τόπο για τις Βαλκανικές χώρες , ως μέσο καλλιέργειας ομαλών διμερών σχέσεων και κυρίως ως προσπάθεια αποφυγής διενέξεων που θα απειλούσαν να διαταράξουν το status quo στην περιοχή.

Η προσπάθεια της Γιουγκοσλαβίας να εμπλέξει και την Ελλάδα στο Μακεδονικό ζήτημα ήταν μέρος την πολιτικής που εφάρμοζε το Βελιγράδι για ανακίνηση μειονοτικών θεμάτων στις όμορες χώρες.

Επίσης ήταν εμφανές, ότι το αποκεντρωτικό Σύνταγμα του 1974 στη Γιουγκοσλαβία είχε μετατρέψει τη Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία σε μια υβριδικού τύπου Συνομοσπονδία , όπου οι συνιστώσες – δημοκρατίες αποκτούσαν διευρυμένα δικαιώματα στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής και την οικονομική διαχείριση.

Το γεγονός αυτό παρουσιάστηκε ως ευκαιρία στην Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας να προβάλλει τις διεκδικήσεις και τις θέσεις της ως προς το Μακεδονικό. Συγχρόνως, η εξαγωγή της Σλαβομακεδονικής εθνογένεσης στους Σλαβομακεδονές της διασποράς προχωρούσε με γοργούς ρυθμούς δημιουργώντας πρόσθετα προβλήματα στην ελληνική πλευρά.

Οι χώρες της Δύσης κατά την εξέλιξη διεθνοποίησης του Μακεδονικού στήριξαν τις απόψεις των Σλαβομακεδόνων διότι θεώρησαν ότι το θέμα αφορούσε την βουλγαρο – γιουγκοσλαβική διένεξη οπότε ταυτίστηκαν με την αδέσμευτη Γιουγκοσλαβία και όχι με τη δορυφόρο της ΕΣΣΔ στα Βαλκάνια, δηλαδή τη Βουλγαρία.

Η διένεξη της Γιουγκοσλαβίας με τη Βουλγαρία για το Μακεδονικό επέφερεαν αντανακλαστικά και την εμπλοκή της Ελλάδας στο θέμα.

Ήταν δύσκολο η Ελλάδα να μην εμπλακεί σε ένα θέμα το οποίο είχε μεταλλαχθεί σε ζήτημα ταυτοτήτων. Η μονοπώληση του γεωγραφικού όρου της Μακεδονίας από τους κατοίκους της Σ.Δ.Μακεδονίας προκαλούσε αλλεπάλληλους κλυδωνισμούς στο εύθραυστο υποσύστημα των Βαλκανίων και κυρίως απειλούσε να εκτρέψει τις προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης για να καταστούν τα Βαλκάνια τόπος ειρήνης και ασφάλειας

ΠΗΓΗ: ACADEMIA.EDU

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.