Αριστεία χωρίς θεσμούς και η πολιτική της αποσάθρωσης
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η παραίτηση του Μακάριου Λαζαρίδη από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό «πολιτικής ευθιξίας». Αντιθέτως, έρχεται να προστεθεί σε μια αλληλουχία γεγονότων που αναδεικνύουν το βαθύτερο πρόβλημα της διακυβέρνησης, δηλαδή, την απόσταση ανάμεσα στο αφήγημα της «αριστείας» και την πραγματικότητα της θεσμικής αποσάθρωσης.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επένδυσε πολιτικά στην έννοια των «αρίστων». Όμως η αριστεία δεν είναι ατομικό χαρακτηριστικό που επιβιώνει σε θεσμικό κενό. Χωρίς σταθερούς κανόνες, διαφάνεια και λογοδοσία, το ατομικό ταλέντο όχι μόνο δεν μετουσιώνεται σε συλλογικό όφελος, αλλά συχνά μετατρέπεται σε εργαλείο αναπαραγωγής ενός κλειστού συστήματος εξουσίας. Η υπόθεση Λαζαρίδη δεν καταδεικνύει απλώς ένα προσωπικό ατόπημα ή μια αστοχία, αλλά κυρίως φωτίζει την απουσία ενός πλαισίου που θα μπορούσε να προλάβει, να ελέγξει και τελικά να αποτρέψει τέτοιες καταστάσεις.
Την ίδια στιγμή, για τον Έλληνα μικρομεσαίο επιχειρηματία, η «αριστεία» παραμένει ένα κενό σύνθημα. Στην πράξη, βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα πλέγμα εμποδίων που λειτουργεί αποτρεπτικά σε κάθε στάδιο της δραστηριότητας του, από ακριβές και συχνά αδιαφανείς αδειοδοτήσεις, μια γραφειοκρατία που επιβιώνει ακόμη και κάτω από τον μανδύα της ψηφιοποίησης, μέχρι και παρεμβάσεις πολιτικών και κρατικών αξιωματούχων που δημιουργούν στρεβλώσεις αντί για διευκολύνσεις, αλλά και ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα που παραμένει απρόσιτο για την πραγματική οικονομία.
Σε αυτό το περιβάλλον, τα μονοπώλια και οι συντεχνίες δεν αποτελούν εξαίρεση αλλά κανόνα. Ενισχυμένα από μια πολιτική υπερφορολόγησης, κυρίως έμμεσης, που επιδιώκει την επίτευξη δημοσιονομικών πλεονασμάτων χωρίς αναπτυξιακό αντίκρισμα, αποκτούν de facto τον έλεγχο κρίσιμων τομέων της παραγωγής. Το αποτέλεσμα είναι διπλά επιζήμιο, αφού, αφενός περιορίζεται ο ανταγωνισμός, και αφετέρου παρεμποδίζεται ο καταμερισμός του ανθρώπινου ταλέντου, που αποτελεί προϋπόθεση για κάθε βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη.
Και εδώ αναδεικνύεται η μεγαλύτερη αντίφαση της σημερινής διακυβέρνησης. Ενώ η κυβέρνηση διακηρύσσει τη στήριξη της δημιουργικότητας και της επιχειρηματικότητας, στην πράξη συντηρεί ένα σύστημα που ευνοεί τους λίγους και αποκλείει τους πολλούς. Ένα σύστημα όπου η πρόσβαση δεν καθορίζεται από την ικανότητα, αλλά από τη θέση και τις διασυνδέσεις.
Η πολιτική αστάθεια που παράγεται από αυτές τις επιλογές δεν είναι συγκυριακή, αλλά δομική. Όταν οι θεσμοί υποχωρούν, όταν η εμπιστοσύνη των πολιτών διαβρώνεται και όταν η οικονομία λειτουργεί με όρους αποκλεισμού, τότε η αστάθεια γίνεται κανονικότητα. Και αυτή η κανονικότητα δεν οδηγεί απλώς σε επιβράδυνση, αλλά σε σταδιακή αποσύνθεση, τόσο του κράτους όσο και της κοινωνίας.
Η περίπτωση Λαζαρίδη, λοιπόν, δεν είναι το πρόβλημα. Είναι το σύμπτωμα. Το πρόβλημα είναι μια κυβέρνηση που επένδυσε επικοινωνιακά στην «αριστεία», αλλά απέτυχε να οικοδομήσει τους θεσμούς που την καθιστούν εφικτή και δίκαιη. Και όσο αυτή η αντίφαση παραμένει, κάθε νέα «παραίτηση» δεν θα λειτουργεί ως κάθαρση, αλλά ως υπενθύμιση ενός συστήματος που αδυνατεί, ή δεν επιθυμεί, να διορθώσει τον εαυτό του.

