Γιατί το νέο νομοσχέδιο για τα ύδατα επιβαρύνει τους πολίτες αντί να προστατεύει το δημόσιο αγαθό
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Μας παρουσίασαν λοιπόν πριν από λίγες μέρες το περίφημο νομοσχέδιο για τα ύδατα, και μάλιστα δεν ντράπηκαν να μας το προπαγανδίσουν κιόλας ως μια δήθεν «σοβαρή μεταρρύθμιση». Τι προβλέπει όμως αυτό το σχέδιο στην πραγματικότητα;
Προβλέπει τη βίαιη συνένωση περίπου 70 τοπικών φορέων ύδρευσης και αποχέτευσης σε ελάχιστους παρόχους, με την ΕΥΔΑΠ να απορροφά αναγκαστικά 43 φορείς σε Αττική, Βοιωτία, Φωκίδα και Εύβοια, και την ΕΥΑΘ άλλους 25 φορείς σε Θεσσαλονίκη και Χαλκιδική. Και ποιος είναι ο σκοπός όλων αυτών, όπως μας λένε; Δήθεν ένα ενιαίο εθνικό σχέδιο για τους υδατικούς πόρους και ο προγραμματισμός 103 κρίσιμων έργων. Ας αφήσουμε όμως τα ωραία λόγια της κυβέρνησης κι ας δούμε τι πραγματικά κρύβεται πίσω από αυτή τη «μεταρρύθμιση», ποιους κινδύνους φέρνει μαζί της και πώς αντιμετώπισαν το ίδιο θέμα άλλες χώρες της Μεσογείου, όπως η Ισπανία.
Αυτά τα 103 έργα που αναφέρονται στο νομοσχέδιο είναι πράγματι κρίσιμα για τον τόπο μας, και βεβαίως έχουν καθυστερήσει δραματικά να υλοποιηθούν. Μόνο που αυτή η καθυστέρηση δεν φέρνει απλώς κινδύνους για τις υποδομές και την ίδια την κατασκευή τους, αλλά δημιούργησε κι ένα τεράστιο κενό χρηματοδότησης. Τα έργα αυτά είχαν προγραμματιστεί να γίνουν μέσα από προηγούμενα ευρωπαϊκά προγράμματα, όμως αυτό δεν συνέβη ποτέ, με αποτέλεσμα τα κονδύλια να χαθούν οριστικά. Και ποιοι φταίνε γι’ αυτό; Το παράθυρο αυτό το άνοιξαν διάπλατα στην κυβέρνηση οι ίδιοι οι τοπικοί φορείς, δηλαδή οι δήμοι. Αυτοί ήταν υπεύθυνοι να τρέξουν τα έργα μέσα στα χρονικά όρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να μη χαθούν τα λεφτά, αλλά δεν έκαναν απολύτως τίποτα.
Βέβαια, η ανεπάρκεια των δήμων να βγάλουν εις πέρας τέτοια έργα δεν εμφανίστηκε χτες. Είναι μια διαχρονική παθογένεια, η οποία επιδεινώθηκε επικίνδυνα μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008. Οι δήμοι έμειναν χωρίς πόρους και χωρίς εξειδικευμένο προσωπικό, με αποτέλεσμα πολλοί από αυτούς να απαξιωθούν πλήρως τόσο οικονομικά όσο και λειτουργικά. Κι ενώ αυτή ήταν η κατάσταση, η σημερινή κυβέρνηση δεν έκανε απολύτως καμία μεταρρύθμιση και κανέναν σχεδιασμό για να βελτιώσει τα πράγματα στους δήμους. Αντίθετα, άφησε την κατάσταση να σαπίσει, για να μπορεί σήμερα να έρχεται και να τους κουνάει το δάχτυλο λέγοντας: «Αποδειχτήκατε ανίκανοι να υλοποιήσετε έργα, τα ευρωπαϊκά λεφτά χάθηκαν, οπότε τώρα πρέπει εμείς να βρούμε λύση».
Και τι λύση μας προτείνει η κυβέρνηση; Προσοχή όμως, όχι μια λύση για να μεταρρυθμίσει τη διαχείριση του νερού, αλλά μια λύση για να καλύψει όπως-όπως αυτό το χρηματοδοτικό κενό που δημιουργήθηκε. Βάζει λοιπόν δύο Ανώνυμες Εταιρείες, την ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ, να απορροφήσουν τους τοπικούς φορείς μαζί με όλα τα πάγια στοιχεία τους, δηλαδή τα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης. Επειδή αυτές οι εταιρείες είναι Α.Ε., έχουν τη δυνατότητα να πάρουν δάνειο από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων ή και άλλη τράπεζα κι έτσι βρίσκουν τον τρόπο να χρηματοδοτήσουν τα έργα. Και μη μου πει κανείς ότι το Δημόσιο κρατάει την κυριότητα των μετοχών σε αυτές τις δύο επιχειρήσεις, γιατί αυτό δεν αλλάζει την ουσία, ότι πρόκειται, δηλαδή, για Ανώνυμες Εταιρείες στις οποίες περνάει η ιδιοκτησία των υποδομών μας.
Από τη στιγμή λοιπόν που οι δύο Α.Ε. παίρνουν στα χέρια τους τα πάγια του δημοσίου, έχουν πια δύο τρόπους για να τρέξουν τα έργα. Είτε να τα αναθέσουν σε εργολάβους μέσω διαγωνισμών, είτε να προχωρήσουν σε συμπράξεις με ιδιώτες, δηλαδή μέσω ΣΔΙΤ. Και στις δύο περιπτώσεις, ο δημότης είναι αυτός που θα πληρώσει το μάρμαρο. Θα δει το κόστος να μετακυλίεται απευθείας στο τιμολόγιο του νερού, είτε για να αποπληρωθεί το δάνειο της τράπεζας είτε για να καλύψει το κόστος διαχείρισης και το κέρδος του ιδιώτη. Έτσι, τα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης χάνουν στην πράξη τον δημόσιο χαρακτήρα τους, αφού περνάνε στον έλεγχο ιδιωτικών συμφερόντων.
Όμως, η λογική της κυβέρνησης είναι ολοφάνερη, αφού, όπου της δίνεται το δικαίωμα να επέμβει, δεν βλέπει μια ευκαιρία για πραγματική μεταρρύθμιση προς όφελος της κοινωνίας, αλλά μια ευκαιρία για να κάνει business. Και με βάση το έως σήμερα track record της, αυτό ακριβώς θέλει να κάνει και τώρα με τα ύδατα. Όλο αυτό το σχέδιο στήνεται τελείως μακριά από το κοινό συμφέρον. Αν ήθελαν πράγματι να προστατεύσουν το νερό ως δημόσιο αγαθό, θα μπορούσαν να κοιτάξουν πώς το διαχειρίζονται άλλες χώρες της Μεσογείου, όπως η Ισπανία.
Εκεί, η διαχείριση του νερού βασίζεται κυρίως σε δημοτικές συμβάσεις παραχώρησης και όχι σε μια βίαιη, ενιαία κρατική απορρόφηση τύπου ΕΥΔΑΠ. Βάσει του ισπανικού θεσμικού πλαισίου (Ley de Bases del Régimen Local), οι Δήμοι διατηρούν αδιαπραγμάτευτα την κυριότητα και την ιδιοκτησία των δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης. Οι τοπικές αρχές αναθέτουν συχνά τη λειτουργία και εκμετάλλευση των υποδομών σε ιδιωτικές ή μικτές εταιρείες (όπως η Agbar ή η Aqualia) για ορισμένα χρόνια, χωρίς όμως να μεταβιβάζονται ποτέ οι πάγιες εγκαταστάσεις σε αυτές, διασφαλίζοντας ότι τα δίκτυα παραμένουν αυστηρά δημόσια περιουσία.
Η σύγκριση αυτή καθιστά σαφές ότι η ελληνική κυβέρνηση, αντί να θωρακίσει θεσμικά και λειτουργικά την αυτοδιοίκηση διατηρώντας τη δημόσια περιουσία, προτίμησε να κεφαλαιοποιήσει τη διαχρονική ανικανότητα των Δήμων προς όφελος επιχειρηματικών σχεδιασμών. Με πρόσχημα την ανάγκη χρηματοδότησης των χαμένων έργων, στήνεται ένα μοντέλο που αφαιρεί τις υποδομές από τις τοπικές κοινωνίες, μετακυλύει το κόστος στους καταναλωτές και μετατρέπει ένα θεμελιώδες κοινωνικό αγαθό, όπως το νερό, σε πεδίο κερδοσκοπικής δραστηριότητας, μακριά και απέναντι από το κοινό συμφέρον.

