Η Εβδομάδα που δεν μας Είπαν XXVIII

Γράφει ο Ρένος Δούκας

Για ακόμη μία φορά η χώρα δοκιμάζεται από καταστροφικές πυρκαγιές. Και για ακόμη μία φορά η κυβερνητική αποτίμηση αρχίζει περισσότερο ως απολογία του μηχανισμού παρά ως σοβαρή αυτοκριτική. Οι καιρικές συνθήκες ήταν ακραίες. Οι άνεμοι δυσχέραναν την κατάσβεση. Η κλιματική κρίση αυξάνει τον κίνδυνο. Όλα αυτά είναι πραγματικά. Είναι όμως και γνωστά. Η Ελλάδα δεν ανακάλυψε φέτος ούτε τα μελτέμια του Αυγούστου ούτε τη νέα ένταση των πυρκαγιών. Ακριβώς επειδή οι κίνδυνοι είναι γνωστοί, η ευθύνη μιας κυβέρνησης είναι να προετοιμάζει τη χώρα για τα χειρότερα και όχι να επικαλείται τα χειρότερα όταν αυτά έχουν ήδη συμβεί.

Ακούσαμε ξανά για μεγάλες επενδύσεις στην Πολιτική Προστασία, νέα μέσα, νέες τεχνολογίες, αναβαθμισμένες δομές και ισχυρότερο μηχανισμό. Η εικόνα που περιγράφεται είναι σχεδόν υποδειγματική. Η εικόνα που αντίκρισαν οι πολίτες ήταν πολύ διαφορετική. Χάθηκαν ανθρώπινες ζωές, καταστράφηκαν ολόκληρες περιοχές, περιουσίες έγιναν στάχτη και τοπικές κοινωνίες βρέθηκαν πάλι αντιμέτωπες με την ίδια εθνική επανάληψη. Αν όλα λειτουργούν τόσο καλά όσο παρουσιάζονται, τότε το ερώτημα είναι απλό. Γιατί το αποτέλεσμα παραμένει τόσο οδυνηρό; Η επιτυχία μιας πολιτικής δεν αποδεικνύεται από τις ανακοινώσεις ούτε από τα κονδύλια που δαπανήθηκαν. Αποδεικνύεται από όσα σώθηκαν. Και αυτή τη φορά το αποτέλεσμα δεν προσφέρεται για αυτοσυγχαρητήρια.

Η επίκληση των ισχυρών ανέμων ως αιτίας που περιόρισε τη δράση των εναέριων μέσων είναι απολύτως σοβαρή. Κανείς δεν μπορεί να απαιτήσει από τα πληρώματα να επιχειρούν όταν τίθεται σε κίνδυνο η ζωή τους. Αυτό όμως δεν απαλλάσσει το κράτος. Το υποχρεώνει να έχει σχεδιάσει διαφορετικά τη μάχη. Αφού γνωρίζουμε ότι τα εναέρια μέσα δεν μπορούν πάντοτε να επιχειρούν, η φωτιά πρέπει να αντιμετωπίζεται πριν αποκτήσει διαστάσεις που κανένα αεροσκάφος δεν μπορεί πλέον να ελέγξει. Με καθαρισμούς, αντιπυρικές ζώνες, συντηρημένους δασικούς δρόμους, διαχείριση της καύσιμης ύλης και ισχυρές επίγειες δυνάμεις. Η πρόληψη δεν είναι το λιγότερο φωτογενές τμήμα της Πολιτικής Προστασίας. Είναι το σημαντικότερο. Όταν όμως υποχωρεί μπροστά στην επικοινωνία, κάθε φυσική δυσκολία κινδυνεύει να μετατραπεί σε εθνική καταστροφή.

Μέσα σε αυτή την τραγωδία, εκείνοι που στάθηκαν πραγματικά στο ύψος των περιστάσεων ήταν οι γυναίκες και οι άνδρες του Πυροσβεστικού Σώματος, οι εθελοντές, τα στελέχη της Πολιτικής Προστασίας, οι Ένοπλες Δυνάμεις και όλοι όσοι βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή. Έδωσαν μια άνιση μάχη, συχνά με εξάντληση και με κίνδυνο της ζωής τους. Η απώλεια των τριών πυροσβεστών δεν επιτρέπεται να περιοριστεί σε δηλώσεις συγκίνησης, συλλυπητήρια και επίσημες αναφορές στη θυσία τους. Ο πραγματικός φόρος τιμής είναι να έχουν οι άνθρωποι της πρώτης γραμμής τον εξοπλισμό, την εκπαίδευση, το προσωπικό και την επιχειρησιακή υποστήριξη που χρειάζονται. Να διαθέτουν ένα κράτος που δεν θυμάται την αξία τους μόνο όταν τους αποχαιρετά. Η Πολιτεία έχει πρώτα από όλα υποχρέωση να προστατεύει εκείνους που προστατεύουν την πατρίδα και τους πολίτες.

Ασφαλώς, το κράτος οφείλει να σταθεί δίπλα σε όσους έχασαν σπίτια, επιχειρήσεις και περιουσίες. Οι αποζημιώσεις πρέπει να δοθούν γρήγορα, δίκαια και χωρίς τη γνωστή διοικητική ταλαιπωρία. Δεν αποτελούν όμως κυβερνητική επιτυχία ούτε παροχή γενναιοδωρίας. Είναι η ελάχιστη υποχρέωση ενός οργανωμένου κράτους απέναντι σε ανθρώπους που έχασαν μέσα σε λίγες ώρες όσα έχτιζαν μια ζωή. Η κυβέρνηση δεν θα κριθεί από το πόσο γρήγορα θα ανακοινώσει μέτρα μετά τη φωτιά. Θα κριθεί από το αν θα εμποδίσει την επόμενη φωτιά να προκαλέσει τα ίδια. Όταν κάθε χρόνο αποζημιώνουμε τις ίδιες καταστροφές, χωρίς να αντιμετωπίζουμε με την ίδια επιμονή τις αιτίες τους, δεν έχουμε πολιτική πρόληψης. Έχουμε μηχανισμό επανάληψης.

Η ίδια συνήθεια της κυβερνητικής αυτοεπιβράβευσης εμφανίζεται και στο μεταναστευτικό. Η φύλαξη των συνόρων παρουσιάζεται περίπου ως πολιτική ανακάλυψη της σημερινής διακυβέρνησης. Μόνο που η προστασία των συνόρων δεν είναι κομματική επιλογή, ιδεολογικό παράσημο ή προσωπικό επίτευγμα κανενός. Είναι η στοιχειώδης υποχρέωση κάθε κυρίαρχου κράτους. Η Ελλάδα είχε προειδοποιήσει εδώ και χρόνια ότι τα εθνικά της σύνορα είναι και εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης. Το γεγονός ότι οι Βρυξέλλες χρειάστηκαν χρόνο για να το κατανοήσουν δεν μετατρέπει το αυτονόητο σε κυβερνητική ευρεσιτεχνία.

Οι αριθμοί που επικαλείται η κυβέρνηση μπορεί πράγματι να δείχνουν μείωση των μεταναστευτικών ροών και αύξηση των επιστροφών. Εφόσον επιβεβαιώνονται, πρόκειται για θετική εξέλιξη. Η μείωση όμως ενός προβλήματος δεν αποτελεί τη λύση του. Οι εξελίξεις στη Θέουτα δείχνουν ότι οι πιέσεις μπορούν να αναζωπυρωθούν αιφνιδίως. Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια ούτε να εφησυχάζει ούτε να περιμένει κάθε φορά την Ευρώπη να αντιληφθεί τον κίνδυνο. Χρειάζεται σταθερή εθνική στρατηγική, σαφείς κόκκινες γραμμές, αποτελεσματική αποτροπή, γρήγορες και νόμιμες επιστροφές όσων δεν δικαιούνται διεθνή προστασία και απόλυτη υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας. Η ασφάλεια των συνόρων δεν είναι ζήτημα επικοινωνίας. Είναι προϋπόθεση εθνικής ανεξαρτησίας.

Από το μεταναστευτικό η κυβέρνηση πέρασε στα εργασιακά, παρουσιάζοντας ως σημαντική μεταρρύθμιση την αλλαγή στον τρόπο φορολόγησης των φιλοδωρημάτων. Κάθε διόρθωση μιας αδικίας είναι θετική. Υπάρχει όμως κάτι πολιτικά παράδοξο στο να παρουσιάζεται ως κοινωνική κατάκτηση η διόρθωση ενός προβλήματος που δημιουργήθηκε από τις ίδιες τις κρατικές επιλογές. Πρώτα παράγεται η στρέβλωση, μετά διορθώνεται και στο τέλος η διόρθωση παρουσιάζεται ως μεταρρύθμιση. Οι εργαζόμενοι στον τουρισμό και στην εστίαση δεν ζητούν μόνο δικαιότερη φορολόγηση των φιλοδωρημάτων. Ζητούν αξιοπρεπείς μισθούς, σταθερές εργασιακές σχέσεις, τήρηση των ωραρίων, πραγματικούς ελέγχους και προοπτική πέρα από την επόμενη τουριστική περίοδο. Τα φιλοδωρήματα μπορεί να συμπληρώνουν το εισόδημα. Δεν μπορούν να γίνουν άλλοθι για χαμηλές αποδοχές.

Στο ίδιο πνεύμα κινούνται και οι αλλαγές για τις εργαζόμενες μητέρες. Κάθε διεύρυνση δικαιωμάτων είναι καλοδεχούμενη και κάθε ουσιαστικό μέτρο προστασίας της μητρότητας αξίζει στήριξη. Το δημογραφικό όμως δεν διορθώνεται με αποσπασματικές νομοθετικές παρεμβάσεις. Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια βαθιά δημογραφική κρίση και αυτή δεν αντιμετωπίζεται με ακόμη μία διάταξη ή περιορισμένη ενίσχυση. Χρειάζεται εθνική πολιτική για την οικογένεια, σταθερή εργασία, μισθούς που επιτρέπουν ζωή, προσιτή στέγη, υποδομές φροντίδας παιδιών και ουσιαστική στήριξη της περιφέρειας. Χρειάζεται μια χώρα στην οποία οι νέοι δεν θα θεωρούν τη δημιουργία οικογένειας οικονομικό κίνδυνο. Χωρίς δημογραφική ανάταξη, δεν υπάρχει ισχυρή οικονομία, κοινωνική συνέχεια ή ασφαλές εθνικό μέλλον.

Αυτό μας οδηγεί στη δημόσια υγεία, όπου οι ίδιες οι κυβερνητικές εξαγγελίες αποκαλύπτουν συχνά περισσότερα από όσα θα ήθελε η επίσημη αφήγηση. Η συνδρομή ενός διεθνούς μη κερδοσκοπικού οργανισμού για την προσωρινή στέγαση γιατρών και νοσηλευτών στα νησιά μπορεί να προσφέρει άμεση βοήθεια. Για τους ανθρώπους που βρίσκουν προσωρινά στέγη, η βοήθεια αυτή είναι σημαντική. Για το κράτος όμως δεν αποτελεί λόγο θριαμβολογίας. Αποτελεί παραδοχή αδυναμίας. Αν η Πολιτεία χρειάζεται εξωτερική συνδρομή για να στεγάσει προσωρινά τους ανθρώπους που κρατούν όρθιο το ΕΣΥ στα νησιά, τότε δεν έχει λύσει το πρόβλημα. Το έχει μεταθέσει για δύο μήνες.

Οι γιατροί και οι νοσηλευτές δεν χρειάζονται προσωρινή φιλοξενία σαν να βρίσκονται σε εποχική αποστολή. Χρειάζονται μόνιμα κίνητρα, προσιτή κατοικία, αξιοπρεπείς αποδοχές, σταθερές συνθήκες εργασίας, επαρκή στελέχωση και οικογενειακή προοπτική. Χρειάζονται μια Πολιτεία που θα τους στηρίζει δώδεκα μήνες τον χρόνο και όχι μόνο όταν η έλλειψη προσωπικού γίνεται τίτλος. Το ίδιο το γεγονός ότι η στέγη έχει γίνει εμπόδιο για την κάλυψη βασικών θέσεων υγείας αποκαλύπτει το εύρος της στεγαστικής κρίσης στα νησιά. Δεν πρόκειται για μια μικρή διοικητική δυσκολία. Πρόκειται για πρόβλημα που συνδέει την υγεία, τη στέγαση, την περιφερειακή πολιτική και την ισότιμη πρόσβαση των πολιτών σε δημόσιες υπηρεσίες.

Η ίδια αντίφαση εμφανίζεται και στις δημόσιες υποδομές. Κάθε νέο έργο είναι χρήσιμο, εφόσον ανταποκρίνεται σε πραγματική ανάγκη, έχει σωστό σχεδιασμό, διαφανή χρηματοδότηση και ολοκληρώνεται εγκαίρως. Τα δημόσια έργα όμως δεν είναι προεκλογικά φυλλάδια ούτε προσωπική περιουσία της εκάστοτε κυβέρνησης. Δεν χρηματοδοτούνται από την κομματική γενναιοδωρία. Χρηματοδοτούνται από τους πολίτες και από ευρωπαϊκούς πόρους. Ανήκουν στη χώρα και οφείλουν να υπηρετούν ένα σχέδιο που ξεπερνά μια κυβερνητική θητεία και έναν εκλογικό κύκλο. Η πολιτική ηγεσία έχει την ευθύνη να τα σχεδιάζει και να τα υλοποιεί. Δεν αποκτά ιδιοκτησιακό δικαίωμα πάνω τους.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ανάπλαση της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για έργο που η πόλη περιμένει εδώ και δεκαετίες και που μπορεί πράγματι να αλλάξει σημαντικά την εικόνα της Θεσσαλονίκης. Ας μη μετατρέπεται όμως η αναθεώρηση ενός αρχικού σχεδιασμού σε απόδειξη διορατικότητας. Προηγήθηκαν αντιδράσεις από την τοπική κοινωνία, επιστημονικούς φορείς και την Αυτοδιοίκηση. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να ακούσει, επειδή οι αντιδράσεις έγιναν πολύ ισχυρές για να αγνοηθούν. Αυτό δεν είναι έγκαιρη διαβούλευση. Είναι καθυστερημένη προσαρμογή. Η διαβούλευση δεν είναι διαδικασία κατά την οποία η κυβέρνηση αποφασίζει, οι πολίτες αντιδρούν και στο τέλος διορθώνονται τα πιο προβληματικά σημεία. Οφείλει να προηγείται της απόφασης. Διαφορετικά, δεν αποτελεί διαβούλευση αλλά διαχείριση αντιδράσεων.

Η ίδια τάση κομματικής ιδιοποίησης εμφανίζεται και στην παρουσίαση των έργων στην Αλεξανδρούπολη. Η εκβάθυνση του λιμένα και η νέα οδική σύνδεση με την Εγνατία Οδό είναι σημαντικά έργα. Ενισχύουν το εμπόριο, τις μεταφορές και την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η στρατηγική σημασία της Αλεξανδρούπολης όμως δεν γεννήθηκε το 2019 και δεν δημιουργήθηκε από κάποια κυβερνητική ανακοίνωση. Προκύπτει από τη γεωγραφία της χώρας, από τις διεθνείς εξελίξεις και από μια διαχρονική εθνική στρατηγική που πρέπει να υπηρετείται με συνέπεια. Η εξωτερική πολιτική και οι στρατηγικές υποδομές απαιτούν συνέχεια κράτους. Δεν προσφέρονται για κομματική ιδιοποίηση, επειδή απλώς η υλοποίηση ενός έργου συνέπεσε με τη θητεία μιας κυβέρνησης. Η γεωγραφία δεν ανήκει σε κόμμα και η εθνική στρατηγική δεν πρέπει να αλλάζει ιδιοκτήτη κάθε τέσσερα χρόνια.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η ιδιαίτερη έμφαση στον μηχανισμό PPF. Κάθε εργαλείο που επιταχύνει την ωρίμανση και την υλοποίηση μεγάλων έργων μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμο. Το ελληνικό κράτος χρειάζεται ταχύτερες διαδικασίες, καλύτερη προετοιμασία και σοβαρή τεχνική υποστήριξη. Μόνο που η χώρα δεν πάσχει από έλλειψη νέων ονομάτων για μηχανισμούς. Πάσχει από καθυστερήσεις, υπερβάσεις κόστους και έργα που αρχίζουν με ένα χρονοδιάγραμμα και τελειώνουν με άλλο. Πάσχει από τον λογαριασμό που φτάνει στον φορολογούμενο όταν η διοίκηση, η μελέτη και η εκτέλεση δεν λειτουργούν όπως πρέπει. Το ζητούμενο δεν είναι να ανακοινώνεται ακόμη ένας μηχανισμός. Είναι να ολοκληρώνονται τα έργα στην ώρα τους, με διαφάνεια, χωρίς σπατάλη και χωρίς τις γνωστές παρατάσεις που παρουσιάζονται σχεδόν ως φυσικό φαινόμενο.

Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη διαφορά αντίληψης. Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει συχνά κάθε έργο ως ευκαιρία επικοινωνιακής προβολής. Τα έργα όμως οφείλουν να αποτελούν εργαλεία εθνικής ανάπτυξης. Δεν κατασκευάζονται για να γεμίσουν μια κυβερνητική ανασκόπηση ούτε για να εξυπηρετήσουν έναν εκλογικό κύκλο. Κατασκευάζονται για να υπηρετήσουν τη χώρα τις επόμενες δεκαετίες. Η πραγματική επιτυχία δεν βρίσκεται στη φωτογραφία της υπογραφής ή στην τελετή των εγκαινίων. Βρίσκεται στην ποιότητα, στο κόστος, στον χρόνο ολοκλήρωσης και στο αναπτυξιακό αποτέλεσμα. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στη διαχείριση της επικαιρότητας και στον στρατηγικό σχεδιασμό.

Στην ίδια συζήτηση εντάσσεται και η οδική ασφάλεια. Κάθε ανθρώπινη ζωή που σώζεται αποτελεί ανεκτίμητο κέρδος και η μείωση των τροχαίων δυστυχημάτων πρέπει να είναι σταθερή εθνική προτεραιότητα. Το πρόβλημα όμως δεν θα λυθεί μόνο με περισσότερες κάμερες, περισσότερα πρόστιμα και συστήματα τεχνητής νοημοσύνης. Η οδική ασφάλεια είναι παιδεία, πρόληψη, εκπαίδευση των νέων οδηγών, ασφαλές οδικό δίκτυο, σταθερή αστυνόμευση και συνέπεια στην εφαρμογή των κανόνων. Η τεχνολογία μπορεί να εντοπίσει μια παράβαση. Δεν μπορεί να γεμίσει μια λακκούβα, να διορθώσει έναν επικίνδυνο δρόμο ή να δημιουργήσει οδηγική συνείδηση. Δεν υποκαθιστά την ευθύνη της Πολιτείας ούτε την προσωπική ευθύνη κάθε οδηγού.

Ίσως εδώ βρίσκεται το κοινό χαρακτηριστικό πολλών κυβερνητικών εξαγγελιών. Κάθε πρόβλημα φαίνεται να αποκτά μια πλατφόρμα, έναν νέο μηχανισμό, μια ψηφιακή εφαρμογή, ένα ακρωνύμιο και έναν πίνακα παρακολούθησης. Η τεχνολογία είναι πολύτιμη και έχει βελτιώσει πολλές πλευρές της καθημερινότητας. Δεν είναι όμως πολιτική από μόνη της. Δεν υποκαθιστά την πρόληψη, δεν αναπληρώνει τον σχεδιασμό, δεν καλύπτει τις ελλείψεις προσωπικού και δεν διορθώνει μια διοίκηση που δεν λειτουργεί. Ένα αδύναμο κράτος δεν γίνεται ισχυρό επειδή απέκτησε καλύτερο λογισμικό. Η ψηφιακή βιτρίνα μπορεί να είναι σύγχρονη. Το κράτος πίσω από αυτήν πρέπει επίσης να λειτουργεί.

Αυτή η διαφορά γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν περνάμε στον πολιτισμό. Εκεί η Ελλάδα δεν διαχειρίζεται απλώς έργα, κονδύλια και διοικητικές δομές. Διαχειρίζεται την ιστορική της ταυτότητα. Αυτό απαιτεί μεγαλύτερη σοβαρότητα, διαφάνεια και εθνική ευθύνη. Ο πολιτισμός δεν είναι ένας ακόμη τομέας κυβερνητικής δραστηριότητας. Είναι η ιστορική συνέχεια, η ταυτότητα και η μεγαλύτερη δύναμη ήπιας ισχύος που διαθέτει η Ελλάδα. Κάθε παρέμβαση σε αυτόν τον χώρο απαιτεί προσοχή, γιατί δεν διαχειριζόμαστε απλώς δημόσια έργα. Διαχειριζόμαστε την παρακαταθήκη του Ελληνισμού.

Κάθε έργο που βελτιώνει την προσβασιμότητα και προστατεύει τους αρχαιολογικούς χώρους είναι καλοδεχούμενο. Η αναβάθμιση της Αρχαίας Αγοράς αποτελεί θετική εξέλιξη, όπως θετική είναι κάθε προσπάθεια που επιτρέπει στους πολίτες και στους επισκέπτες να γνωρίσουν καλύτερα τον πολιτιστικό μας πλούτο. Η προστασία των μνημείων όμως δεν εξαντλείται σε έργα βιτρίνας και δεν μπορεί να γίνεται υλικό κυβερνητικής αυτοπροβολής. Απαιτεί μόνιμη φροντίδα, σταθερή χρηματοδότηση, επιστημονικό σχεδιασμό, επαρκές προσωπικό και σεβασμό στην αρχαιολογική και ιστορική ακεραιότητα. Κυρίως απαιτεί επίγνωση ότι η πολιτιστική κληρονομιά δεν αποτελεί ιδιοκτησία της εκάστοτε διοίκησης. Την παραλάβαμε από τις προηγούμενες γενιές και έχουμε υποχρέωση να την παραδώσουμε ακέραιη στις επόμενες.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να εξεταστεί και η δημιουργία της εταιρείας «Hellenic Heritage». Αν ο στόχος είναι η αποτελεσματικότερη διαχείριση των υποδομών και η καλύτερη αξιοποίηση των πόρων προς όφελος των μνημείων, αυτό θα αποδειχθεί στην πράξη. Η εμπιστοσύνη όμως δεν χτίζεται με την επανάληψη μιας διαβεβαίωσης. Η δυσπιστία που εκφράστηκε από τμήμα της κοινωνίας δεν προέκυψε από το κενό. Συνδέεται με τη γενικότερη δυσκολία της κυβέρνησης να πείθει ότι προηγείται η ουσία και ακολουθεί η επικοινωνία. Όταν χρειάζεται να διαβεβαιώνει επανειλημμένα ότι δεν ιδιωτικοποιείται η πολιτιστική κληρονομιά, αυτό σημαίνει ότι η αρχική ενημέρωση και η διαδικασία δεν έπεισαν επαρκώς. Η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλεται με ανακοίνωση. Κερδίζεται με καθαρές αρμοδιότητες, πλήρη διαφάνεια, λογοδοσία και θεσμικές εγγυήσεις που δεν αφήνουν χώρο σε εύλογες αμφιβολίες.

Η πολιτιστική μας κληρονομιά δεν περιορίζεται στα μάρμαρα και στα μνημεία. Ζει στη γλώσσα μας, στη μοναδική ιστορική συνέχεια που ενώνει τον Όμηρο με τον σημερινό Έλληνα μέσα από αιώνες αλλαγών, αγώνων και δημιουργίας. Κάθε πρωτοβουλία για τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας στην Ομογένεια, στα πανεπιστήμια του εξωτερικού και στους ανθρώπους που επιλέγουν να τη μάθουν έχει πραγματική εθνική σημασία. Δεν είναι έργο μιας κυβέρνησης ούτε επίτευγμα μιας τετραετίας. Είναι καρπός της δουλειάς χιλιάδων εκπαιδευτικών, πανεπιστημιακών, ανθρώπων της Εκκλησίας, κοινοτήτων της Ομογένειας και όλων εκείνων που κράτησαν ζωντανή την ελληνική γλώσσα στις δυσκολότερες ιστορικές περιόδους. Η αυξανόμενη διεθνής απήχησή της, ακόμη και μέσα από τον κινηματογράφο και τη σύγχρονη πολιτιστική δημιουργία, θυμίζει κάτι που η Ελλάδα συχνά ξεχνά. Η μεγαλύτερη δύναμή της παραμένει ο πολιτισμός της.

Η ομόφωνη ένταξη του Ολύμπου στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO αποτελεί μεγάλη εθνική επιτυχία. Δεν ανήκει σε καμία κυβέρνηση. Ανήκει στην Ελλάδα, στους επιστήμονες, στους φορείς και σε όσους εργάστηκαν για την προετοιμασία του φακέλου. Ανήκει στη συνέχεια του κράτους και σε ένα παγκόσμιο σύμβολο που υπήρχε πολύ πριν από εμάς και θα υπάρχει πολύ μετά από εμάς. Αυτές είναι οι επιτυχίες που μπορούν να ενώσουν τους Έλληνες. Εκείνες που δεν χρειάζονται κομματικό ιδιοκτήτη για να αποκτήσουν αξία. Εκείνες που υπενθυμίζουν ότι η χώρα μπορεί να πετυχαίνει όταν υπάρχει σοβαρή προετοιμασία, συνέχεια, συνεργασία και σεβασμός σε κάτι μεγαλύτερο από την εκάστοτε κυβέρνηση.

Και ίσως αυτό να είναι το βασικό δίδαγμα ολόκληρης της σημερινής ανασκόπησης. Η κυβέρνηση παρουσίασε ακόμη έναν μακρύ κατάλογο δράσεων, έργων, εξαγγελιών και αριθμών. Το συνηθισμένο εβδομαδιαίο προσκλητήριο αυτοεπιβεβαίωσης. Μόνο που η πολιτική δεν είναι λογιστική καταγραφή ούτε άσκηση δημοσίων σχέσεων. Δεν κρίνεται από τον αριθμό των ανακοινώσεων. Κρίνεται από το αν ο πολίτης αισθάνεται ασφαλής όταν ξεσπά μια φωτιά, από το αν μπορεί να εμπιστευτεί το κράτος στα σύνορα, από το αν ο εργαζόμενος ζει αξιοπρεπώς και από το αν η μητέρα μπορεί να εργαστεί και να μεγαλώσει το παιδί της. Κρίνεται από το αν ο γιατρός μπορεί να μείνει σε ένα νησί χωρίς να ψάχνει προσωρινό δωμάτιο, από το αν τα έργα ολοκληρώνονται στην ώρα τους, από το αν οι δρόμοι είναι ασφαλείς και από το αν η ιστορική κληρονομιά προστατεύεται με σοβαρότητα.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται μια κυβέρνηση που κάθε Κυριακή επιχειρεί να πείσει ότι όλα βαίνουν καλώς. Χρειάζεται ηγεσία που λέει την αλήθεια, αναλαμβάνει ευθύνη και δεν αρχίζει την αποτίμηση από τη δικαιολόγηση. Χρειάζεται πολιτική που σχεδιάζει με ορίζοντα δεκαετιών και βάζει το εθνικό συμφέρον πάνω από την κυβερνητική αυτοπροβολή. Τα έθνη δεν προοδεύουν επειδή βελτιώνουν την εικόνα τους. Προοδεύουν όταν βελτιώνουν την πραγματικότητά τους. Η χώρα χρειάζεται λιγότερη επικοινωνία και περισσότερη πολιτική, λιγότερες δημόσιες σχέσεις και περισσότερη ευθύνη, λιγότερες πλατφόρμες που βαφτίζονται λύσεις και περισσότερες λύσεις που λειτουργούν. Χρειάζεται λιγότερη διαχείριση μετά την καταστροφή και περισσότερη πρόληψη πριν από αυτήν.

Πάνω από όλα, χρειάζεται εθνική στρατηγική που δεν θα ακολουθεί απλώς τις εξελίξεις, αλλά θα τις διαμορφώνει. Μια στρατηγική που θα αντιμετωπίζει την Πολιτική Προστασία, τα σύνορα, το δημογραφικό, τη δημόσια υγεία, τις υποδομές, την οδική ασφάλεια και τον πολιτισμό ως μέρη του ίδιου εθνικού σχεδίου. Γιατί η πατρίδα αξίζει πολύ περισσότερα από μια καλή κυβερνητική ανασκόπηση. Αξίζει κράτος που λειτουργεί, πολιτική που εμπνέει εμπιστοσύνη, ηγεσία που ενώνει τους Έλληνες και σχέδιο που ανοίγει πραγματικά τον δρόμο για μια ισχυρή, ασφαλή και περήφανη Ελλάδα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.