Η χώρα των Μακαρίων και η χαμένη γενιά των ταλαντούχων που δεν χωρούν στο σύστημα
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η πρόσφατη δημόσια συζήτηση γύρω από την περίπτωση του Μακάριου Λαζαρίδη, η οποία αναλώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην αυθεντικότητα ή την κατοχή τίτλων σπουδών, δεν αποτελεί απλώς ένα πολιτικό επεισόδιο, αλλά το απόλυτο σύμπτωμα μιας βαθιάς δομικής παθογένειας που κρατά την Ελλάδα αλλά και την Ευρώπη δέσμιες ενός συμπλεγματικού παρελθόντος. Δεν είναι απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στο ατελείωτο ελληνικό σίριαλ των «πτυχίων» που εμφανίζονται, εξαφανίζονται, αμφισβητούνται ή αποκτώνται με τρόπους που θυμίζουν περισσότερο κομματικό παζάρι παρά ακαδημαϊκή διαδικασία.
Αναδεικνύει την παταγώδη αποτυχία μιας κοινωνίας που αρνείται πεισματικά να οικοδομήσει μια δομή βασισμένη στην προώθηση του ταλέντου και της καινοτομίας, επιλέγοντας αντίθετα έναν στείρο, σχεδόν θρησκευτικό ακαδημαϊκό φορμαλισμό. Σε αυτό το παρωχημένο μοντέλο του κρατισμού, το κριτήριο δεν είναι η πραγματική ικανότητα, αλλά η βιομηχανική συλλογή πτυχίων, τα οποία συχνά αποκτώνται με όρους πολιτικής συναλλαγής και κομματικής κηδεμονίας, μετατρέποντας την εκπαιδευτική διαδικασία από εφαλτήριο αριστείας σε ένα πλυντήριο νομιμοποίησης της μετριότητας. Αυτή η εμμονή με το χαρτί δεν είναι απλώς πολιτισμικό κατάλοιπο, αλλά δομική αποτυχία. Γιατί όταν το σύστημα επιβραβεύει το τυπικό και όχι το ουσιαστικό, τότε το ταλέντο δεν έχει χώρο να αναπνεύσει. Και όταν το ταλέντο δεν έχει χώρο να αναπνεύσει, η καινοτομία δεν έχει χώρο να γεννηθεί.
Αυτή η εμμονή, λοιπόν, στο «χαρτί» ως μοναδικό τεκμήριο αξίας έρχεται σε πλήρη και εξευτελιστική αντίθεση με την πραγματικότητα που διαμορφώνεται στις ΗΠΑ και το Ισραήλ, όπου ο χαρακτήρας, η προσαρμοστικότητα και το «cultural fit» έχουν ήδη εκτοπίσει τα παραδοσιακά διπλώματα από την κορυφή των προτεραιοτήτων. Εκεί, οι «Μακάριοι» του κρατισμού δεν θα είχαν καμία θέση, διότι η αγορά δεν αναζητά γραφειοκράτες με σφραγίδες, αλλά ταλέντα που μπορούν να πλαστούν και να εξελιχθούν, προτάσσοντας την αποδεδειγμένη ικανότητα και μια αδιάκοπη νοοτροπία του «όλα γίνονται». Η καινοτομία σε αυτά τα περιβάλλοντα απαιτεί επιμονή, ακόρεστη αμφισβήτηση της Αρχής και μια αποφασιστική ανεπισημότητα που τρομάζει το ελληνικό πολιτικό σύστημα, το οποίο επιβιώνει μόνο μέσα από την αυστηρή τήρηση ιεραρχιών και την τυπολατρεία.
Το παράδειγμα του Ισραήλ αποτελεί ένα ηχηρό χαστούκι στην ελληνική στασιμότητα, καθώς δείχνει πώς η κοινωνική οργάνωση μπορεί να παράγει ωριμότητα και εμπειρία πολύ πριν την απόκτηση ενός ακαδημαϊκού τίτλου. Ενώ οι Έλληνες νέοι εγκλωβίζονται στους διαδρόμους των σχολών αναζητώντας την εύνοια της εκάστοτε παράταξης για μια σημείωση ή ένα μελλοντικό βόλεμα, οι Ισραηλινοί σμιλεύουν την προσωπικότητα τους στις επίλεκτες μονάδες του στρατού, όπως η 8200, οι οποίες αποτελούν τα πραγματικά πανεπιστήμια της ζωής. Εκεί, η αυτοπεποίθηση ξεχωρίζει από την αυθάδεια και η κριτική ανεξάρτητη σκέψη από την απειθαρχία, δημιουργώντας στελέχη που μέχρι τα 25 τους διαθέτουν μια διεπιστημονική δημιουργικότητα και μια αίσθηση αποστολής που ο μέσος κυβερνητικός ακόλουθος στην Ελλάδα δεν πρόκειται να αποκτήσει ποτέ.
Σε αυτό το σημείο αποκαλύπτεται η πλήρης αδιαφορία της σημερινής κυβέρνησης, η οποία βαφτίζει «μεταρρύθμιση» κάθε μικροαλλαγή στη διοικητική γραφειοκρατία, στερούμενη το σθένος να φέρει μια πραγματική επανάσταση. Μια μεταρρύθμιση είναι απλώς η αλλαγή της κυβερνητικής πολιτικής για να συντηρηθεί το ίδιο πελατειακό οικοδόμημα, ενώ η επανάσταση συμβαίνει όταν αλλάζεις τη βαθιά νοοτροπία μιας χώρας. Η αποτυχία της πολιτικής ηγεσίας έγκειται στο ότι τρέμει τη μετάβαση από το τυποποιημένο μοντέλο της ρουτίνας σε ένα πειραματικό μοντέλο που θυμίζει εργαστήριο έρευνας και ανάπτυξης. Προτιμά να συντηρεί έναν πολιτιστικό πυρήνα που φοβάται τη διαφορετική προοπτική, επιμένοντας σε προσλήψεις και αξιώματα βάσει «προσόντων» που συχνά αποτελούν το περιτύλιγμα της απόλυτης κενότητας.
Γι’ αυτό η υπόθεση του Μακάριου Λαζαρίδη δεν είναι απλώς μια ιστορία για ένα πτυχίο. Είναι μια ιστορία για το πώς μια χώρα επιλέγει να βλέπει τον εαυτό της. Είναι μια ιστορία για το πώς η κοινωνία μας συνεχίζει να επιβραβεύει το τυπικό και να αγνοεί το ουσιαστικό. Είναι μια ιστορία για το πώς η κυβέρνηση απέτυχε να φέρει την επανάσταση που χρειαζόταν η χώρα, όχι επειδή δεν μπορούσε, αλλά επειδή δεν τόλμησε. Και είναι μια ιστορία που μας υπενθυμίζει ότι όσο συνεχίζουμε να μετράμε την αξία με χαρτιά και όχι με ικανότητες, θα συνεχίσουμε να παράγουμε «Μακάριους» και να χάνουμε εκείνους που θα μπορούσαν πραγματικά να αλλάξουν την Ελλάδα.
Η επανάσταση που δεν έγινε δεν είναι θέμα πολιτικής, αλλά θέμα νοοτροπίας. Και όσο η νοοτροπία παραμένει ίδια, η χώρα θα παραμένει ίδια. Το ερώτημα δεν είναι αν έχουμε ταλέντο. Το ερώτημα είναι αν είμαστε διατεθειμένοι να το αναγνωρίσουμε. Και μέχρι να το κάνουμε, θα συνεχίσουμε να ζούμε σε μια χώρα όπου το χαρτί μετράει περισσότερο από τον άνθρωπο.

