Από το εικονικό Βατερλό του Τραμπ στην κατασκευασμένη αυτοδυναμία των γκάλοπ

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Στο αριστούργημα του «Κάτω από το Ηφαίστειο», ο Μάλκολμ Λόουρυ διατύπωσε μια από τις πιο σκληρές αλήθειες για τη φύση του επαγγέλματος, γράφοντας πως το φαράγγι είναι γεμάτο με «πεθαμένους δημοσιογράφους» που παραμονεύουν μέσα από κλειδαρότρυπες, προσπαθώντας μάταια να πείσουν τους εαυτούς τους πως δρουν για το συμφέρον της δημοκρατίας.

Αυτή η «διανοητική εκπόρνευση» του λόγου, την οποία κατήγγειλε ο συγγραφέας, μοιάζει σήμερα να αποτελεί τον δομικό λίθο της σύγχρονης ενημέρωσης, όπου η είδηση δεν εκπορεύεται πλέον από το γεγονός, αλλά από την ανάγκη κατασκευής μιας παράλληλης πραγματικότητας. Η αναξιοπιστία αυτή γίνεται κραυγαλέα όταν παρατηρεί κανείς πώς συγκεκριμένα «ενημερωτικά» κέντρα μετατρέπονται σε γραφεία τύπου, ικανά να διαστρέφουν τη γεωπολιτική σκακιέρα και την εγχώρια πολιτική σκηνή με την ίδια ακριβώς ευκολία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τακτικής αποτελεί η πρόσφατη προβολή μιας ανάλυσης που σπεύδει να κηρύξει το «Βατερλό» του Τραμπ στο Ιράν, προεξοφλώντας την αποτυχία του πριν καν ολοκληρωθούν οι διεργασίες στο πεδίο. Ενώ η διεθνής πολιτική είναι μια εξαιρετικά σύνθετη εξίσωση, το αφήγημα που πλασάρεται στον αναγνώστη είναι μονοδιάστατο, «αποκαλύπτοντας» μια απόλυτη ήττα που βαφτίζεται ως τέτοια ακόμα και αν υπάρξει μονομερής νίκη. Η δημοσιογραφία εδώ παύει να αναλύει και αρχίζει να προπαγανδίζει, χρησιμοποιώντας εργαλειακά τις τιμές των καυσίμων ή τη στάση των συμμάχων, όχι για να ενημερώσει για τις δυσκολίες, αλλά για να οικοδομήσει μια εικόνα πλήρους αποσύνθεσης που εξυπηρετεί συγκεκριμένες ιδεολογικές ατζέντες.

Αυτή η ίδια ανάγκη για χειραγώγηση των εντυπώσεων μεταφέρεται αυτούσια και στο εσωτερικό μέτωπο, όπου το ίδιο σύστημα που «γκρεμίζει» ηγέτες στο εξωτερικό, αναλαμβάνει να «αναστήσει» δημοσκοπικά την εγχώρια κυβέρνηση. Την ώρα που η κοινωνική δυσαρέσκεια για την ακρίβεια και τα σκάνδαλα διογκώνεται, επιστρατεύονται μετρήσεις, όπως αυτή της Marc, για να μας πείσουν για μια θεαματική ανάκαμψη της Νέας Δημοκρατίας προς τα όρια της αυτοδυναμίας. Είναι πράγματι αξιοπερίεργο πώς μια κυβέρνηση που βάλλεται από θεσμικά μέτωπα, όπως αυτό της Κοβέσι, ή από τις αστοχίες του ΟΠΕΚΕΠΕ, παρουσιάζεται ξαφνικά ως κυρίαρχη και χωρίς αντίπαλο, προσεγγίζοντας τα ποσοστά των εθνικών εκλογών του 2023.

Η σύνδεση αυτών των δύο παραδειγμάτων αποκαλύπτει το βαθύ χάσμα ανάμεσα στην πραγματική ζωή και την ειδησεογραφική βιτρίνα. Από τη μία πλευρά έχουμε την επιλεκτική καταδίκη και την κατασκευή μιας ήττας για όποιον δεν είναι αρεστός στο σύστημα, και από την άλλη την τεχνητή διόγκωση μιας επιτυχίας για όποιον το υπηρετεί.

Σε αυτό το πλαίσιο, η δημοσιογραφία παύει να είναι ο ελεγκτής της εξουσίας και γίνεται ο προστάτης της, επιβεβαιώνοντας την απαισιόδοξη ματιά του Λόουρυ για τους ανθρώπους που κοιτούν από την κλειδαρότρυπα. Όσο οι πολίτες αντιμετωπίζονται ως απλοί δέκτες κατασκευασμένων ειδήσεων, η εμπιστοσύνη στην ενημέρωση θα συνεχίσει να κατρακυλά στο ίδιο εκείνο φαράγγι όπου παραμονεύουν οι σκιές μιας δημοσιογραφίας που έχασε προ πολλού την ψυχή της.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.