Από την Αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Αποκατάσταση του Θεάματος
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Αφορμή παίρνω από τη σημερινή μέρα, που υποτίθεται ότι γιορτάζουμε την Αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Μόνο που, αν κοιτάξουμε λίγο γύρω μας, αυτό που ζούμε δεν έχει καμία σχέση με αυτό που υποτίθεται ότι γιορτάζουμε. Η δημοκρατία και ο κοινοβουλευτισμός είναι ό,τι πιο σπουδαίο έχει σκεφτεί ο άνθρωπος για να μη σφαζόμαστε μεταξύ μας και για να μην ισχύει ο νόμος του ισχυρού. Είναι ένα πολίτευμα που στηρίζεται στην πειθώ και όχι στη βία. Κι όμως, ειδικά τα τελευταία χρόνια, στα χρόνια του Τσίπρα και ακόμα περισσότερο στα χρόνια του Μητσοτάκη, βλέπουμε αυτόν τον θεσμό να απαξιώνεται μέρα με τη μέρα, να χάνει την ουσία του και να μετατρέπεται σε ένα άδειο πουκάμισο.
Έχουμε φτάσει στο σημείο η πολιτική, η θρησκεία, οι ειδήσεις, η εκπαίδευση, ακόμα και το εμπόριο, να έχουν γίνει όλα παρελκόμενα ενός διαρκούς θεάματος. Τα προϊόντα ομορφιάς και η δημόσια εικόνα έχουν αντικαταστήσει τις ιδεολογίες. Οι πολιτικοί μας δεν ασκούνται πια στην παραγωγή πολιτικής, αλλά στο πώς θα φαίνονται. Δείτε τι θα γίνει και σήμερα. Μετά από μια τέτοια εκδήλωση, αυτό που θα συζητιέται περισσότερο παντού, και ειδικά τώρα επί Μητσοτάκη που το πράγμα έχει ξεφύγει, είναι τι «συνολάκι» φόρεσε η μία υπουργός, ποιος οίκος μόδας την έντυσε και πόσο κομψός ήταν ο ένας ή ο άλλος.
Πώς αλλιώς να εξηγήσεις, εξάλλου, το γεγονός ότι ένα κυβερνών κόμμα φορτώνει στις πλάτες της ελληνικής κοινωνίας ένα δυσθεώρητο χρέος που αγγίζει πλέον τα 602 εκατομμύρια ευρώ; Δεν ξέρω αν σκοπεύουν να ισοπεδώσουν πλήρως τη δημοκρατία, πάντως το ίδιο τους το κόμμα το έχουν σίγουρα ισοπεδώσει. Όταν ένας κομματικός μηχανισμός λειτουργεί με τέτοια οικονομική αδιαφορία και απαξίωση προς τους κανόνες, πώς να εμπνεύσει σεβασμό προς τους δημοκρατικούς θεσμούς;
Αυτή η εθνική Εικονογραφία, που κάποτε έδινε νόημα και ένωνε έναν λαό, τώρα τροφοδοτεί απλώς μια φτηνή κατανάλωση εντυπωσιακών εικόνων. Για να λειτουργήσει η Δημοκρατία χρειάζεται πράγματα βαθιά, που σημαίνει να νοιάζεσαι για το κοινό καλό, να υπάρχει πατριωτισμός, υπευθυνότητα από αυτούς που κυβερνούν και εμπιστοσύνη από τους πολίτες. Αρκεί να αναφέρει κανείς αυτές τις λέξεις σήμερα για να καταλάβει πόσο έχουμε ξεπέσει. Κι αυτό δεν είναι τυχαίο. Η αμφισβήτηση των συνόρων και της εδαφικότητας από την Παγκοσμιοποίηση πάει χέρι-χέρι με την κρίση των δημοκρατικών θεσμών. Παντού συμβαίνει, αλλά στην Ελλάδα το ζούμε στο πετσί μας.
Όπως έλεγε κι ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος ήδη από το 1946, οι ιδέες στις μέρες μας διαφθείρονται και γίνονται ξερές ιδεολογίες. Ο λόγος χάνει την αλήθεια του και γίνεται κατασκευή, θεωρία, εμμονή και ορθοδοξία. Η Δημοκρατία καταντάει ένας επιφανειακός φιλελευθερισμός, η Δικαιοσύνη γίνεται σοσιαλισμός ή κομμουνισμός, το έθνος γίνεται εθνικισμός. Κι όταν οι ιδέες γίνονται αυτοαναφορικά δόγματα αντί να γίνονται πράξη και προσφορά στην κοινωνία, τότε, όπως έγραφε ο Κανελλόπουλος, «τους Έλληνες τους διαδέχονται οι βάρβαροι».
Και το κακό είναι ότι η ιστορία εκδικείται. Όταν τα κόμματα εξαρτώνται από αντιδραστικά συμφέροντα, χάνουν την επαφή με τον κόσμο και αυτό οδηγεί τις ελίτ σε ρήξη με τη δημοκρατία, όπως στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης που έφερε τον Χίτλερ. Στην πραγματικότητα, ο υγιής συντηρητισμός είναι στυλοβάτης της δημοκρατίας. Ένα σοβαρό συντηρητικό κόμμα είναι απαραίτητο για τη σταθερότητα, γιατί κρατάει στο σύστημα δυνάμεις που αλλιώς θα ένιωθαν απειλούμενες. Σήμερα, όμως, υπάρχει ένα τεράστιο πολιτικό κενό. Η απουσία αυθεντικού συντηρητικού πόλου αφήνει τη δημοκρατική ισορροπία απροστάτευτη στον λαϊκισμό και τον εκφυλισμό.
Σκεφτείτε αυτό που έλεγε ο Μπαχτίν για το καρναβάλι. Το καρναβάλι ήταν μια βαλβίδα αποσυμπίεσης, αφού επέτρεπε στον κόσμο να περιγελάσει την εξουσία, να βρίσει, να εκτονωθεί, κι ο βασιλικός γελωτοποιός ήταν ο μόνος που μπορούσε να πει την αλήθεια στον άρχοντα χωρίς να χάσει το κεφάλι του. Αυτό όμως που ζούμε σήμερα στις δυτικές δημοκρατίες είναι ότι το καρναβάλι έγινε η μόνιμη πραγματικότητά μας. Ζούμε σε ένα διαρκές καρναβάλι, σε ένα μόνιμο ριάλιτι.
Κι εδώ κρύβεται ο μεγάλος κίνδυνος. Όπως έγραφε ο Άρθουρ Καίστλερ, ο φασισμός δεν είναι κάτι που θα έρθει απαραίτητα με μια νύχτα και θα ξυπνήσουμε ξαφνικά σε μια δικτατορία, αυτό είναι το εύκολο να το εμποδίσεις. Ο φασισμός είναι σαν αέριο. Μπαίνει σιγά-σιγά στο δωμάτιο, συνηθίζεις τη βρωμιά του, κι όταν πια καταλάβεις ότι δηλητηριάστηκες, είναι αργά. Ο κίνδυνος είναι να πάμε το βράδυ για ύπνο και να ζούμε ήδη σε έναν φασιστικό κόσμο χωρίς καν να το έχουμε πάρει χαμπάρι.
Η σημερινή μέρα, που φέρνει στο μυαλό την επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή, θα έπρεπε να μας θυμίζει ότι η χώρα έχει πραγματικά ανάγκη από έναν σύγχρονο Περικλή. Στην αρχαία Αθήνα, ο Εφιάλτης ήταν εκείνος που περιόρισε τις παραδοσιακές ισορροπίες, συγκέντρωσε και επιχείρησε να ελέγξει τις εξουσίες, φέρνοντας μια βαθιά πολιτειακή αναταραχή. Με έναν ανάλογο τρόπο λειτουργεί σήμερα και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, επιχειρεί να ελέγξει, να περιορίσει και να ενσωματώσει τις ανεξάρτητες εξουσίες και τους θεσμούς κάτω από έναν απόλυτα συγκεντρωτικό μηχανισμό.
Όμως, στην αρχαιότητα, μετά την περίοδο του Εφιάλτη, ανέλαβε ο Περικλής, ο οποίος αποκατέστησε την ισορροπία και έδωσε ουσιαστικό νόημα στη δημοκρατία, επιτρέποντας στους πολίτες να συμμετέχουν ενεργά και θεσπίζοντας την αξιοκρατία, την ισονομία και τον σεβασμό στους νόμους. Έτσι και σήμερα, περιμένουμε έναν σύγχρονο Περικλή, έναν ηγέτη αδιάφθορο, με ισχυρή θέληση και πνευματικά προσόντα, που θα λυτρώσει το πολίτευμα από τον θεσμικό ασφυκτικό έλεγχο και θα βάλει ξανά το κοινό καλό πάνω από τα κομματικά και τα επικοινωνιακά συμφέροντα.
Γι’ αυτό ακριβώς, εξαιτίας όλης αυτής της κατάστασης, η γενικευμένη απαξίωση και η ιδιώτευση είναι το μεγαλύτερο λάθος που μπορούμε να κάνουμε. Η παραίτηση και η αποχή είναι το πρώτο σκαλοπάτι για κάθε ολοκληρωτισμό. Οι κοινωνίες δεν αυτοοργανώνονται μόνες τους και η δημοκρατία δεν χαρίζεται, κερδίζεται καθημερινά. Στις επερχόμενες εκλογές πρέπει να πάμε όλοι οπωσδήποτε να ψηφίσουμε. Η κάλπη είναι το μόνο όπλο που μας έχει απομείνει για να σπάσουμε τη βιτρίνα του θεάματος, να τιμωρήσουμε την περιφρόνηση των θεσμών και να απαιτήσουμε ξανά την ουσία. Αν δεν πάμε εμείς να αποφασίσουμε για τις ζωές μας, θα αφήσουμε άλλους να αποφασίσουν για εμάς, κι αυτό, σήμερα περισσότερο από ποτέ, δεν έχουμε το πολυτελές περιθώριο να το επιτρέψουμε.

