Πώς ένας Υπουργός Εξωτερικών μετατρέπεται σε συστημικό εθνικό κίνδυνο
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος σύμβουλος – χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Το πράγμα έχει ξεφύγει από τα όρια της απλής πολιτικής αντιπαράθεσης και αγγίζει πλέον τα νεύρα της ίδιας της χώρας. Bγαίνει πάλι ο Υπουργός Εξωτερικών, ο κ. Γεραπετρίτης, να μας πει με ύφος χιλίων καρδιναλίων ότι ο Αντώνης Σαμαράς, ένας άνθρωπος που διετέλεσε Πρωθυπουργός, που υπήρξε Υπουργός Εξωτερικών, που έχει φάει τη διπλωματία με το κουτάλι, έκανε διάλογο με την Τουρκία «υπό πολύ δυσκολότερες συνθήκες» επειδή τότε καταγράφονταν… «χιλιάδες υπερπτήσεις πάνω από το Αιγαίο». Μόνο που τα επίσημα, αμείλικτα στοιχεία του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας (ΓΕΕΘΑ) αποκαλύπτουν μια πρωτοφανή αλλοίωση της αλήθειας, η οποία εκθέτει ανεπανόρθωτα τον επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας. Τα επίσημα στοιχεία του ΓΕΕΘΑ δείχνουν ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της διακυβέρνησης Σαμαρά (2012-2014), οι υπερπτήσεις πάνω από εθνικό έδαφος δεν ήταν «χιλιάδες», αλλά μόλις 28 στο σύνολο τους και συγκεκριμένα 3 το 2012, 11 το 2013 και 14 το 2014.
Όταν ένας Υπουργός Εξωτερικών μπερδεύει τις 28 υπερπτήσεις με τις «χιλιάδες», ή όταν βαφτίζει αυθαίρετα τις γενικές παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου ως «υπερπτήσεις εθνικού εδάφους» για να κατασκευάσει ένα ψευδές αφήγημα, τότε το πράγμα ξεπερνάει τα όρια της επικοινωνιακής προχειρότητας. Η Τουρκία τότε δεν έκανε υπερπτήσεις πάνω από ελληνικά νησιά, όχι γιατί «έκανε διάλογο», αλλά γιατί ήξερε ότι απέναντι της είχε μια διακυβέρνηση με ξεκάθαρες κόκκινες γραμμές που δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί της. Σήμερα, ο κ. Γεραπετρίτης πανηγυρίζει επειδή οι παραβιάσεις έχουν σχεδόν μηδενιστεί, αδυνατώντας να αντιληφθεί το προφανές, ότι, δηλαδή, η Άγκυρα δεν χρειάζεται να στείλει μαχητικά όταν λαμβάνει στο πιάτο όλα όσα διεκδικεί χωρίς να συναντά την παραμικρή αντίσταση.
Και πού ξεκίνησε όλο αυτό το επικίνδυνο παραμύθι; Από εκείνο το αδιανόητο «ας με πουν και μειοδότη», που έδωσε το σύνθημα της υποχωρητικότητας. Μετά μας προέκυψε η βολική «κόκκινη γραμμή» των έξι ναυτικών μιλίων, λες και η ελληνική κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα σταματάνε εκεί που σκάει το κύμα στην ακτή. Και φτάσαμε στο περίφημο «Σύμφωνο Φιλίας» με τις πολυσυζητημένες υποκλίσεις, για να παρακολουθούμε σήμερα την Τουρκία να θεσμοθετεί τη «Γαλάζια Πατρίδα» ακόμα και μέσα στο Κοινοβούλιο της, να κρατά ολοζώντανο το παράνομο Τουρκολιβυκό Μνημόνιο, να μετατρέπει την Αγία Σοφία σε τζαμί, να μπλοκάρει την πόντιση καλωδίων στην Κάσο και τις τουρκικές τράτες να φτάνουν σχεδόν έξω από τη Ραφήνα.
Αυτή η τακτική του φοβικού κατευνασμού δεν έφερε την ειρήνη, αλλά αποθράσυνε πλήρως την Άγκυρα σε όλα τα μέτωπα από το Αιγαίο μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο. Μόλις η Αθήνα ψέλλισε κάτι για περιβαλλοντικά θαλάσσια πάρκα, η Τουρκία αμφισβήτησε αμέσως την κυριαρχία σε νησιά όπως η Κίναρος και τα Λέβιθα, εξαγγέλλοντας δικά της θαλάσσια πάρκα γύρω από το Καστελλόριζο. Την ίδια στιγμή, εμμένει εκβιαστικά στην αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, ενώ τουρκικά πολεμικά πλοία παρενοχλούν συστηματικά ευρωπαϊκά ερευνητικά σκάφη νοτίως της Κάσου και της Κρήτης, απαιτώντας προκλητικά «τουρκική άδεια» για εργασίες εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Κι αν όλα αυτά τα αδιανόητα τετελεσμένα δεν λέγονται κατευνασμός, τότε πραγματικά ας μας πει ο κ. Υπουργός πώς αλλιώς ονομάζεται η συστηματική διολίσθηση των εθνικών μας θέσεων.
Αντί λοιπόν το Υπουργείο Εξωτερικών να αφουγκραστεί τη δομημένη και θεσμική κριτική ενός πρώην Πρωθυπουργού και πρώην Υπουργού Εξωτερικών, προτίμησε την πρωτοφανή στα κοινοβουλευτικά χρονικά διαγραφή του. Και όταν τα προηγούμενα επιχειρήματα περί «συναντήσεων» πήγαν άκλαυτα, επιστρατεύτηκε το αλλοιωμένο αφήγημα των «χιλιάδων υπερπτήσεων». Μόνο που η πραγματικότητα εκδικείται, αφού μόλις η χώρα μας αποφάσισε να κάνει το αυτονόητο και να συμφωνήσει με το Ισραήλ για την αμυντική ασπίδα «Θόλος», οι υπερπτήσεις και οι προκλήσεις με drones πάνω από ελληνικά αεροδρόμια επανήλθαν αμέσως, αποδεικνύοντας ότι τα νερά δεν ήταν ποτέ «ήρεμα», αλλά απλώς η Τουρκία έκανε διάλειμμα όσο δεν έβλεπε καμία απολύτως εθνική αντίσταση.
Όταν λοιπόν ένας Υπουργός Εξωτερικών καταφεύγει σε παραποίηση των επίσημων στρατιωτικών δεδομένων του ΓΕΕΘΑ για να δικαιολογήσει τη δική του αμηχανία απέναντι στην κριτική ενός έμπειρου πρώην Πρωθυπουργού, το πρόβλημα παύει να είναι επικοινωνιακό και μετατρέπεται σε μείζον ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Η επίκληση ανύπαρκτων αριθμών και η βάφτιση των 28 υπερπτήσεων σε «χιλιάδες» δεν φανερώνει απλώς άγνοια ή προχειρότητα, αλλά μια επικίνδυνη νοοτροπία που προσπαθεί να ωραιοποιήσει την εθνική υποχωρητικότητα. Ένας Υπουργός που αδυνατεί να κατανοήσει ότι η τουρκική «νηνεμία» είναι το αποτέλεσμα της δικής μας αφωνίας και της παθητικής αποδοχής των τετελεσμένων της Άγκυρας, καθίσταται απολύτως ανεπαρκής για το βάρος του αξιώματος του. Σε μια εποχή που η τουρκική αναθεωρητικότητα θεσμοθετείται απροκάλυπτα, η άσκηση εξωτερικής πολιτικής με ακαδημαϊκές αυταπάτες, φοβικά σύνδρομα και αλλοιωμένα στοιχεία δεν συνιστά απλώς ανεπάρκεια, αλλά συνιστά ευθεία και διαρκή απειλή για τα ζωτικά συμφέροντα και τα κυριαρχικά δικαιώματα της πατρίδας μας.

