Η Εβδομάδα που δεν μας Είπαν XXVII
Γράφει ο Ρένος Δούκας
Η κυβέρνηση επιμένει, κάθε Κυριακή, να παρουσιάζει μια Ελλάδα που δήθεν αλλάζει με ταχύτητα και σιγουριά. Μια Ελλάδα όπου όλα προχωρούν, κάθε εξαγγελία υλοποιείται, κάθε πρόβλημα λύνεται και κάθε κυβερνητική επιλογή καταγράφεται περίπου ως εθνικό επίτευγμα.
Η πραγματικότητα όμως έχει μια ενοχλητική ιδιότητα. Δεν υπακούει στην επικοινωνία.
Όσο πιο έντονα κατασκευάζεται η εικόνα μιας χώρας που λειτουργεί υποδειγματικά, τόσο πιο καθαρά φαίνεται η απόσταση από την καθημερινότητα των πολιτών. Γιατί οι πολίτες δεν ζουν μέσα στις κυβερνητικές αναρτήσεις. Ζουν στο ενοίκιο, στον λογαριασμό, στο σούπερ μάρκετ, στην ουρά του νοσοκομείου, στη συγκοινωνία που αργεί, στον μισθό που τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας.
Η πολιτική δεν κρίνεται από τα δελτία Τύπου. Δεν κρίνεται από τις κορδέλες των εγκαινίων. Δεν κρίνεται από το πόσο πειθαρχημένα μια κυβέρνηση χειροκροτεί τον εαυτό της.
Κρίνεται από το αποτέλεσμα.
Και αν ξύσει κανείς λίγο την επιφάνεια αυτής της εβδομαδιαίας κυβερνητικής αυτοαποθέωσης, βρίσκει κάτι πολύ διαφορετικό από θρίαμβο. Βρίσκει καθυστερήσεις, αστοχίες, υπερβάσεις κόστους, ανεκπλήρωτες δεσμεύσεις και μια σταθερή προσπάθεια να βαφτίζονται ιστορικές επιτυχίες όσα σε μια σοβαρή Πολιτεία θα έπρεπε να θεωρούνται αυτονόητες υποχρεώσεις.
Η κυβέρνηση ξεκινά την ανασκόπησή της πανηγυρίζοντας για την παράδοση του τμήματος Καλαμπάκα, Γρεβενά του Ε65. Το παρουσιάζει ως απόδειξη αξιοπιστίας.
Ας κρατήσουμε λίγο το μέτρο.
Ο Ε65 δεν εμφανίστηκε χθες. Ξεκίνησε πριν από σχεδόν δύο δεκαετίες. Πέρασε από καθυστερήσεις, αναθεωρήσεις, παρατάσεις και σοβαρές οικονομικές επιβαρύνσεις για το Δημόσιο. Υπήρξαν αποζημιώσεις προς τον παραχωρησιούχο λόγω καθυστερήσεων. Το συνολικό κόστος του έργου αυξήθηκε σημαντικά σε σχέση με τον αρχικό σχεδιασμό. Στο τέλος, όπως συνήθως, ο λογαριασμός φτάνει στον Έλληνα φορολογούμενο.
Και τώρα παρουσιάζεται ως θρίαμβος η παράδοση ενός τμήματος αυτοκινητοδρόμου που χρειάστηκε σχεδόν είκοσι χρόνια για να φτάσει ως εδώ.
Αν αυτό είναι υπόδειγμα αποτελεσματικότητας, τότε έχουμε χάσει κάθε μέτρο σύγκρισης.
Η κυβέρνηση κόβει κορδέλες σε έργα που έπρεπε να είχαν ολοκληρωθεί εδώ και χρόνια και επιχειρεί να μετατρέψει μια διαχρονική παθογένεια του ελληνικού κράτους σε προσωπικό πολιτικό κατόρθωμα. Στην Ελλάδα φτάσαμε να παρουσιάζεται η καθυστερημένη εκτέλεση του αυτονόητου ως επιτελική επιτυχία.
Από τους πανηγυρισμούς για τα έργα περνά στο νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης των 23 δισεκατομμυρίων ευρώ. Το ποσό ακούγεται εντυπωσιακό. Τα μεγάλα νούμερα πάντα βοηθούν την κυβερνητική αφήγηση. Δίνουν βάρος στην ανακοίνωση, ακόμη κι όταν δεν δίνουν απάντηση στην ουσία.
Στην πράξη, όμως, το πρόγραμμα μοιάζει περισσότερο με λογιστική προβολή παρά με εφαρμόσιμο αναπτυξιακό σχέδιο. Η κυβέρνηση παρουσιάζει έναν υπερφιλόδοξο σχεδιασμό, βασισμένο σε προβλέψεις χρηματοδότησης που η πραγματικότητα των προηγούμενων ετών δεν δικαιολογεί εύκολα.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ακούμε μεγάλα προγράμματα, μεγάλα ποσά, μεγάλες λέξεις. Μετά έρχονται οι αναθεωρήσεις, οι μεταφορές στο μέλλον, οι χαμηλότερες απορροφήσεις, οι καθυστερήσεις και οι γνωστές ελληνικές εξηγήσεις.
Ένα αναπτυξιακό πρόγραμμα δεν κρίνεται από το ποσό που γράφει στο εξώφυλλό του. Κρίνεται από τις πηγές χρηματοδότησης, τις προτεραιότητες, την απορρόφηση, την παραγωγική στόχευση και τα αποτελέσματα.
Σε αυτό το επίπεδο, η κυβέρνηση εξακολουθεί να παρουσιάζει περισσότερο ευχολόγιο παρά εθνική αναπτυξιακή στρατηγική. Η Ελλάδα συνεχίζει να έχει μεγάλο εμπορικό έλλειμμα, παραγωγικές αδυναμίες και επενδύσεις συγκεντρωμένες σε λίγους κλάδους. Αυτά δεν αλλάζουν με λογιστικές προβολές. Ούτε με ωραίες παρουσιάσεις.
Στη συνέχεια, η κυβέρνηση επικαλείται την ένταση στη Μέση Ανατολή για να εξηγήσει τις νέες πιέσεις στο κόστος ζωής. Οι επιδοτήσεις στα καύσιμα παρουσιάζονται ως απόδειξη κοινωνικής ευαισθησίας.
Η αλήθεια είναι απλούστερη και πιο δυσάρεστη.
Η ακρίβεια στην Ελλάδα δεν ξεκίνησε με την τελευταία γεωπολιτική κρίση. Οι Έλληνες πλήρωναν ακριβά την ενέργεια και τα τρόφιμα πολύ πριν από τις τελευταίες διεθνείς εξελίξεις. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η κρίση που έρχεται απ’ έξω. Είναι ότι η χώρα παραμένει μονίμως ευάλωτη σε κάθε κρίση που έρχεται απ’ έξω.
Κάθε φορά αλλάζει η δικαιολογία. Η συνταγή μένει ίδια.
Λίγη επιδότηση. Λίγη ανακούφιση. Λίγη ανακοίνωση. Και μετά ξανά από την αρχή.
Η κυβέρνηση επιλέγει πάλι τη γνωστή λογική των προσωρινών ενισχύσεων αντί να αντιμετωπίσει τις αιτίες. Υψηλή φορολογική επιβάρυνση. Ενεργειακό κόστος. Αδύναμη παραγωγική βάση. Εξάρτηση από εισαγωγές. Περιορισμένη δυνατότητα της οικονομίας να απορροφήσει εξωτερικούς κραδασμούς.
Τα επιδόματα δεν είναι πολιτική αυτάρκειας. Είναι διαχείριση αδυναμίας.
Στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής, κάθε αποκατάσταση αδικιών στις συντάξεις χηρείας είναι θετική. Το ίδιο ισχύει και για παρεμβάσεις υπέρ των ατόμων με αναπηρία. Αυτά δεν χωρούν ειρωνεία, γιατί αφορούν ανθρώπους και δικαιώματα.
Αλλά δεν μπορούν να παρουσιάζονται ως λόγος κυβερνητικής αυτοδοξασίας όταν μιλάμε για αδικίες που η ίδια η Πολιτεία διατήρησε επί χρόνια.
Το κράτος δεν κάνει χάρη όταν διορθώνει μια αδικία. Εκπληρώνει υποχρέωση.
Η κυβέρνηση επιχειρεί επίσης να πείσει ότι αντιμετωπίζει το στεγαστικό πρόβλημα με κοινωνικές κατοικίες, φορολογικά κίνητρα και νέα σχέδια. Μόνο που έξω από τις παρουσιάσεις υπάρχει μια γενιά που δεν μπορεί να νοικιάσει, δεν μπορεί να αγοράσει και βλέπει το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός της να εξαφανίζεται στο ενοίκιο.
Η Εθνική Στρατηγική για την Προσιτή Στέγη δεν αρκεί για να αλλάξει την εικόνα. Τα τελευταία χρόνια ακούμε συνεχώς για εθνικά σχέδια, στρατηγικές και οδικούς χάρτες. Εκείνο που δεν βλέπουμε είναι η ουσιαστική αποκλιμάκωση των τιμών. Δεν βλέπουμε μεγάλη αύξηση προσφοράς κατοικιών. Δεν βλέπουμε έναν νέο άνθρωπο να αισθάνεται ότι μπορεί να σχεδιάσει τη ζωή του.
Η πραγματικότητα δεν αλλάζει με PowerPoint.
Αλλάζει όταν ένας εργαζόμενος μπορεί να πληρώσει σπίτι χωρίς να θυσιάζει την υπόλοιπη ζωή του. Αλλάζει όταν ένα νέο ζευγάρι μπορεί να σκεφτεί οικογένεια χωρίς να ξεκινά από τον φόβο του ενοικίου. Αλλάζει όταν η στέγη παύει να είναι προνόμιο και ξαναγίνεται βάση αξιοπρεπούς ζωής.
Στην ίδια λογική κινούνται και οι ανακοινώσεις για τους παιδικούς σταθμούς. Η αύξηση των διαθέσιμων πόρων είναι θετική. Κανείς δεν θα αρνηθεί τη σημασία της στήριξης των οικογενειών.
Αλλά το δημογραφικό δεν λύνεται με vouchers.
Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε δημογραφική κατάρρευση. Αυτό δεν αντιμετωπίζεται με αποσπασματικές παροχές. Χρειάζεται σταθερή εργασία, αξιοπρεπείς μισθοί, προσιτή κατοικία, ασφαλές περιβάλλον για τα παιδιά και πραγματική προοπτική για τους νέους ανθρώπους.
Οι παιδικοί σταθμοί βοηθούν. Δεν αρκούν. Για να γεννηθούν παιδιά, πρέπει πρώτα οι νέοι να πιστέψουν ότι μπορούν να ζήσουν.
Ανάλογη είναι η εικόνα στις συγκοινωνίες. Κάθε νέο λεωφορείο είναι ευπρόσδεκτο. Αλλά και εδώ πρέπει να σταματήσει η συνήθεια να παρουσιάζεται κάθε παραλαβή οχημάτων σαν μεταρρύθμιση.
Οι πολίτες εξακολουθούν να ζουν καθυστερήσεις, υπερπλήρη δρομολόγια, ελλείψεις, φθαρμένες υποδομές και καθημερινή ταλαιπωρία. Το νέο λεωφορείο δεν σβήνει από μόνο του τα χρόνια εγκατάλειψης. Δεν φτιάχνει συχνότητα δρομολογίων. Δεν λύνει την έλλειψη προσωπικού. Δεν αλλάζει την εμπειρία του επιβάτη αν δεν ενταχθεί σε πλήρες σχέδιο αστικών μεταφορών.
Η κυβέρνηση όμως παρουσιάζει κάθε παράδοση οχημάτων σαν να ξεκινά από την αρχή η δημόσια συγκοινωνία. Στην πράξη, προσπαθεί να κλείσει τρύπες που έχουν ανοίξει εδώ και χρόνια.
Στην ανώτατη εκπαίδευση, η λειτουργία μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων μπορεί να αποτελέσει θετική εξέλιξη, εφόσον συνοδευτεί από ουσιαστική αναβάθμιση των δημόσιων πανεπιστημίων. Η χώρα χρειάζεται σοβαρό ανταγωνισμό, εξωστρέφεια, καλύτερη σύνδεση της γνώσης με την παραγωγή και περισσότερες ευκαιρίες για τους νέους.
Αλλά η αριστεία δεν εξασφαλίζεται με ανακοινώσεις και φωτογραφίες υπογραφών.
Εξασφαλίζεται όταν η Ελλάδα κρατά τους καλύτερους επιστήμονες. Όταν τα δημόσια πανεπιστήμια έχουν πόρους, αξιολόγηση, σοβαρή διοίκηση και σύνδεση με την οικονομία. Όταν η έρευνα δεν μένει στα χαρτιά. Όταν ο απόφοιτος δεν βλέπει ως φυσική συνέχεια της εκπαίδευσής του το αεροδρόμιο.
Αν η χώρα συνεχίσει να εκπαιδεύει νέους και να τους χάνει, τότε δεν θα έχει εκπαιδευτική πολιτική. Θα έχει μηχανισμό παραγωγής ανθρώπινου κεφαλαίου για άλλες οικονομίες.
Στην οικονομία, η κυβέρνηση πανηγυρίζει για φορολογικές απαλλαγές προς επενδυτικά σχέδια. Κάθε επένδυση που δημιουργεί πραγματική παραγωγή και θέσεις εργασίας έχει αξία. Αλλά η μεγάλη εικόνα παραμένει πεισματικά δύσκολη.
Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να έχει σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες. Υψηλό εμπορικό έλλειμμα. Περιορισμένη παραγωγική βάση. Μεγάλη εξάρτηση από κατανάλωση, τουρισμό και υπηρεσίες. Επενδύσεις που συχνά δεν αλλάζουν τη θέση της χώρας στην παραγωγική αλυσίδα.
Η ανάπτυξη δεν μπορεί να στηρίζεται μονίμως στο να καταναλώνουμε, να φιλοξενούμε και να εισάγουμε. Χωρίς ισχυρή μεταποίηση, πρωτογενή παραγωγή, βιομηχανία και εξαγωγική βάση, η οικονομία δεν αποκτά πραγματική αντοχή.
Και χωρίς πραγματική αντοχή, κάθε εξωτερική κρίση γίνεται εσωτερική πίεση.
Στην άμυνα, κάθε ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων είναι θετική. Η αποτρεπτική ισχύς της χώρας έχει αξία, ειδικά σε μια περιοχή όπου η αφέλεια πληρώνεται ακριβά.
Αλλά οι εξοπλισμοί από μόνοι τους δεν είναι εθνική στρατηγική.
Η άμυνα δεν εξαντλείται στην αγορά νέων οπλικών συστημάτων. Προϋποθέτει σταθερή εθνική γραμμή, καθαρή εξωτερική πολιτική, αμυντική βιομηχανία, τεχνογνωσία, εκπαίδευση, συντήρηση, υποδομές και αποφασιστικότητα απέναντι στις προκλήσεις της Τουρκίας.
Το να αγοράζεις όπλα είναι αναγκαίο. Το να ξέρεις τι ακριβώς θέλεις να πετύχεις με αυτά είναι ακόμη πιο αναγκαίο.
Οι εξοπλισμοί είναι εργαλείο. Δεν υποκαθιστούν τη στρατηγική.
Η κυβέρνηση ολοκληρώνει την ανασκόπησή της με τον πολιτισμό και έργα αποκατάστασης σημαντικών μνημείων. Κάθε τέτοιο έργο είναι καλοδεχούμενο. Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς είναι χρέος του κράτους απέναντι στην ιστορία και στις επόμενες γενιές.
Αλλά και εδώ χρειάζεται μέτρο.
Ο πολιτισμός δεν είναι υλικό για κυβερνητική αυτοπροβολή. Δεν είναι ακόμη μία ενότητα σε εβδομαδιαίο κατάλογο επιτυχιών. Είναι μνήμη, ταυτότητα και συνέχεια. Το κράτος οφείλει να τον προστατεύει χωρίς να τον μετατρέπει σε σκηνικό επικοινωνίας.
Αν κάτι μένει τελικά από αυτή την εβδομαδιαία ανασκόπηση, δεν είναι η εικόνα μιας κυβέρνησης που αλλάζει τη χώρα. Είναι η εικόνα μιας κυβέρνησης που επιμένει να συγχέει την ανακοίνωση με το αποτέλεσμα, την κορδέλα με την πολιτική, το ποσό με το σχέδιο, την επιδότηση με τη λύση, την εικόνα με την πραγματικότητα.
Παρουσιάζει ως ιστορικές επιτυχίες όσα συχνά θα έπρεπε να είναι αυτονόητες κρατικές υποχρεώσεις. Μετρά εξαγγελίες αντί αποτελεσμάτων. Μετρά προγράμματα αντί αλλαγών. Μετρά επικοινωνιακά επεισόδια αντί εθνικής κατεύθυνσης.
Η Ελλάδα όμως δεν ζητά άλλη θριαμβολογία.
Ζητά κράτος που να λειτουργεί.
Ζητά οικονομία που να παράγει.
Ζητά στέγη που να πληρώνεται.
Ζητά μισθούς που να φτάνουν.
Ζητά πανεπιστήμια που να κρατούν τους νέους.
Ζητά άμυνα με στρατηγική.
Ζητά πολιτισμό χωρίς εργαλειοποίηση.
Ζητά πολιτική που να βλέπει πέρα από την επόμενη Κυριακή.
Αυτό που λείπει δεν είναι ακόμη μία ανασκόπηση. Είναι συνεκτικό εθνικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης, θεσμικής σοβαρότητας και μακροπρόθεσμης στρατηγικής.
Οι πολίτες δεν ζητούν άλλες πανηγυρικές περιγραφές.
Ζητούν μια χώρα που να λειτουργεί.

