Η Εβδομάδα που δεν μας Είπαν XIX
Γράφει ο Ρένος Δούκας
Ημέρες Πανελλαδικών εξετάσεων. Είναι απολύτως φυσικό χιλιάδες νέοι άνθρωποι να αισθάνονται ότι βρίσκονται μπροστά σε μία από τις σημαντικότερες δοκιμασίες της ζωής τους. Οι εξετάσεις αποτελούν έναν σημαντικό σταθμό. Δεν καθορίζουν, όμως, ούτε την αξία ούτε το μέλλον κανενός παιδιού.
Η ανάγκη λειτουργίας ειδικής γραμμής ψυχολογικής υποστήριξης για μαθητές και οικογένειες φωτίζει μια βαθύτερη πραγματικότητα. Η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να επενδύει υπερβολικά σε ένα εξεταστικό σύστημα που συχνά μετατρέπει την αγωνία των νέων σε συλλογικό άγχος. Η πρόοδος μιας χώρας δεν μετριέται μόνο από τις επιδόσεις των μαθητών της. Μετριέται από τις ευκαιρίες που τους προσφέρει όταν κλείσουν τα βιβλία και ανοίξει η πραγματική ζωή.
Και εκεί αρχίζει η ουσιαστική πολιτική συζήτηση. Οι προοπτικές των νέων, όπως και η ποιότητα ζωής όλων των πολιτών, συνδέονται άμεσα με την κατάσταση της οικονομίας. Η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά. Γι’ αυτό επεκτείνει επιδοτήσεις στα καύσιμα και προχωρά σε νέες έκτακτες οικονομικές ενισχύσεις.
Ύστερα, όμως, από επτά χρόνια διακυβέρνησης, προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα. Έχει αποκτήσει η χώρα πραγματικούς μηχανισμούς αντιμετώπισης του προβλήματος ή εξακολουθεί να κινείται με προσωρινές παρεμβάσεις; Για πόσο ακόμη η οικονομική πολιτική θα εξαντλείται στη διανομή πλεονασμάτων υπό μορφή επιδομάτων και έκτακτων ενισχύσεων; Και πόσο ανθεκτική είναι αυτή η στρατηγική σε ένα διεθνές περιβάλλον που γίνεται ολοένα πιο ασταθές, με γεωπολιτικές εντάσεις, ενεργειακές αναταράξεις και αυξανόμενες πιέσεις στις εθνικές οικονομίες;
Η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται με επιδόματα. Αντιμετωπίζεται με παραγωγή, ανταγωνιστικότητα και εισοδήματα που αυξάνονται ταχύτερα από το κόστος ζωής.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι κυβερνητικές αναφορές στις έρευνες υδρογονανθράκων και στο ενδιαφέρον μεγάλων διεθνών ενεργειακών ομίλων για την Ελλάδα. Η παρουσία διεθνών ενεργειακών κολοσσών αποτελεί πράγματι ένδειξη ότι η χώρα διαθέτει γεωπολιτικό και ενεργειακό βάρος. Οι πολίτες, ωστόσο, έχουν ακούσει πολλές φορές στο παρελθόν για μεγάλες προοπτικές που δεν μετατράπηκαν ποτέ σε πραγματικό όφελος για την οικονομία.
Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να περιορίζεται στις ανακοινώσεις. Πρέπει να αφορά τα αποτελέσματα. Πρέπει να αφορά το κατά πόσο ο εθνικός πλούτος αξιοποιείται προς όφελος της κοινωνίας και της εθνικής αυτάρκειας.
Το ίδιο ισχύει και για το Ταμείο Ανάκαμψης. Η κυβέρνηση παρουσιάζει ποσοστά υλοποίησης, ορόσημα και εκταμιεύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ ως απόδειξη μιας επιτυχημένης μεταρρυθμιστικής πορείας. Η ουσία, όμως, βρίσκεται αλλού. Βρίσκεται στο αν οι πόροι αυτοί αλλάζουν πραγματικά το παραγωγικό μοντέλο της χώρας ή αν συντηρούν μια οικονομία που εξακολουθεί να εξαρτάται υπερβολικά από την κατανάλωση, τον τουρισμό, την οικοδομή και τις υπηρεσίες.
Σχεδόν κάθε έργο, κάθε ψηφιακή πλατφόρμα, κάθε ανακαίνιση νοσοκομείου, κάθε νέα κρατική υποδομή που παρουσιάζεται σήμερα ως κυβερνητική επιτυχία χρηματοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από μια πρωτοφανή ευρωπαϊκή χρηματοδοτική ένεση μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι τι κατασκευάζεται σήμερα με ευρωπαϊκούς πόρους. Είναι τι θα συμβεί όταν αυτοί οι πόροι πάψουν να υπάρχουν. Ποιος θα χρηματοδοτεί τη λειτουργία, τη συντήρηση και την αναβάθμιση αυτών των έργων όταν το Ταμείο ολοκληρωθεί; Και σε ποια παραγωγική βάση θα στηρίζεται η χώρα αν δεν έχει κατορθώσει να οικοδομήσει ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης που να παράγει διαρκή εθνικό πλούτο;
Η ανάπτυξη δεν είναι λογιστικός δείκτης. Είναι η ικανότητα μιας χώρας να παράγει, να εξάγει, να καινοτομεί και να δημιουργεί καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας χωρίς να εξαρτάται διαρκώς από εξωτερικές ενέσεις ρευστότητας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο παρουσιάζεται και η σχεδόν ολοκληρωμένη διαδικασία του Κτηματολογίου. Πρόκειται αναμφίβολα για μια σημαντική θεσμική μεταρρύθμιση. Ταυτόχρονα, όμως, λειτουργεί και ως υπενθύμιση των χρόνιων αδυναμιών του ελληνικού κράτους.
Δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί λόγος πανηγυρισμού το γεγονός ότι μια θεμελιώδης κρατική υποδομή ολοκληρώνεται σχεδόν δύο αιώνες μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους. Είναι θετικό ότι η εκκρεμότητα κλείνει. Ακόμη πιο σημαντικό, όμως, είναι να αναρωτηθούμε γιατί χρειάστηκαν τόσες δεκαετίες για να γίνει το αυτονόητο και γιατί τόσο κρίσιμες μεταρρυθμίσεις εξακολουθούν να εξαρτώνται από ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία αντί να υλοποιούνται με εθνικές δυνάμεις.
Από την οικονομία και τους θεσμούς, η κυβέρνηση περνά στην υγεία, παρουσιάζοντας το πρόγραμμα «Προλαμβάνω» και την επέκταση των προληπτικών εξετάσεων. Η πρόληψη αποτελεί μία από τις πιο χρήσιμες δημόσιες πολιτικές. Σώζει ζωές και περιορίζει το κόστος περίθαλψης.
Η ποιότητα, όμως, ενός συστήματος υγείας δεν κρίνεται μόνο από το αν εντοπίζει εγκαίρως ένα πρόβλημα. Κρίνεται και από το αν μπορεί να το αντιμετωπίσει. Μετά τη διάγνωση αρχίζει η πραγματική δοκιμασία. Πρόσβαση σε γιατρούς, χρόνοι αναμονής, ποιότητα υπηρεσιών. Και εδώ ανακύπτει ένα ακόμη κρίσιμο ερώτημα. Πώς θα χρηματοδοτηθούν διαχρονικά όλες αυτές οι δράσεις όταν ολοκληρωθεί η περίοδος ευρωπαϊκής χρηματοδότησης που σήμερα τις στηρίζει;
Γι’ αυτό και οι ανακαινίσεις νοσοκομείων, όσο θετικές κι αν είναι, δεν αρκούν από μόνες τους για να μεταμορφώσουν το ΕΣΥ. Ένα σύγχρονο κτίριο και νέος εξοπλισμός είναι χρήσιμα εργαλεία. Η ψυχή κάθε νοσοκομείου παραμένει το ανθρώπινο δυναμικό του. Και όσο οι ελλείψεις προσωπικού συνεχίζουν να απασχολούν πολλές δομές υγείας, η συζήτηση για τη συνολική αναβάθμιση του συστήματος παραμένει ανοιχτή.
Το δύσκολο δεν είναι να εγκαινιάζεις ένα ανακαινισμένο κτίριο. Το δύσκολο είναι να διασφαλίζεις ότι θα λειτουργεί αποτελεσματικά για δεκαετίες.
Στο πεδίο της εργασίας, η ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής οδηγίας για τη μισθολογική διαφάνεια κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Η ίση αμοιβή για ίση εργασία αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η ελληνική αγορά εργασίας μπορεί να προσφέρει συνολικά καλύτερες αμοιβές, μεγαλύτερη ασφάλεια και περισσότερες προοπτικές.
Η πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη δεν επιτυγχάνεται μόνο με οδηγίες και νομοθετικές προσαρμογές. Επιτυγχάνεται με καλύτερες συνθήκες ζωής και με μια οικονομία που παράγει υψηλότερη προστιθέμενη αξία.
Στην ίδια λογική εντάσσονται και οι νέες παρεμβάσεις για τη μείωση της γραφειοκρατίας. Είναι θετικό ότι το Δημόσιο σταματά σταδιακά να ζητά από τους πολίτες έγγραφα που ήδη διαθέτει. Πρόκειται για μια αυτονόητη αλλαγή που έπρεπε να είχε υλοποιηθεί εδώ και χρόνια.
Το ζητούμενο, ωστόσο, παραμένει μεγαλύτερο. Η συνολική μεταμόρφωση του κράτους σε πραγματικό σύμμαχο του πολίτη και όχι η διόρθωση δυσλειτουργιών που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν εξαρχής.
Από τις μεταρρυθμίσεις η ανασκόπηση μεταφέρεται στον πολιτισμό, με την ένταξη των μινωικών ανακτορικών κέντρων στον κατάλογο της UNESCO και την αποκατάσταση σημαντικών πολιτιστικών υποδομών. Πρόκειται για θετικές εξελίξεις που αναδεικνύουν τον ιστορικό πλούτο της χώρας.
Ο πολιτισμός, όμως, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως τουριστικό πλεονέκτημα ή ως εργαλείο διεθνούς προβολής. Αποτελεί θεμέλιο της εθνικής ταυτότητας. Απαιτεί διαρκή προστασία, φροντίδα και στρατηγικό σχεδιασμό που δεν μπορεί να εξαρτάται κάθε φορά από την ύπαρξη ή μη ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων.
Και καθώς η ανασκόπηση ολοκληρώνεται με τα στοιχεία για τον ερασιτεχνικό αθλητισμό, αναδεικνύεται μια πιο αισιόδοξη πλευρά της κοινωνίας. Η αυξημένη συμμετοχή παιδιών και πολιτών σε αθλητικές δραστηριότητες είναι ενθαρρυντική. Ταυτόχρονα, όμως, υπενθυμίζει ότι η πολιτεία οφείλει να επενδύσει ακόμη περισσότερο στις υποδομές, στα σωματεία και στις ευκαιρίες άθλησης σε κάθε γωνιά της χώρας.
Και αυτό απαιτεί σταθερούς εθνικούς πόρους, όχι μόνο έκτακτα χρηματοδοτικά προγράμματα.
Τελικά, πίσω από όλες αυτές τις ανακοινώσεις, τα ποσοστά, τα προγράμματα και τις εξαγγελίες, παραμένει ένα κεντρικό ερώτημα. Είναι σήμερα η Ελλάδα μια χώρα που παράγει τον πλούτο που χρειάζεται για να στηρίξει το μέλλον της ή εξακολουθεί να ζει κυρίως από εξωτερικές χρηματοδοτήσεις και από τη διανομή δημοσιονομικών υπεραποδόσεων;
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι έχει θέσει τις βάσεις μιας νέας εποχής. Όμως όσο το παραγωγικό μοντέλο παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητο, όσο η οικονομία δεν αποκτά ισχυρότερη βιομηχανική, αγροτική και τεχνολογική βάση και όσο η πολιτική εξαντλείται στη διαχείριση πλεονασμάτων και επιδομάτων, το ερώτημα για την επόμενη ημέρα θα παραμένει ανοιχτό.
Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη συζήτηση που οφείλει να ανοίξει η χώρα πριν βρεθεί αντιμέτωπη με τις επόμενες εθνικές και διεθνείς προκλήσεις.

