Δεν συζητάς αυτά που σου ανήκουν. Τα ασκείς

Γράφει ο Ρένος Δούκας

Δεν υπάρχει τίποτα παράλογο στο να διατηρείς ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με έναν γείτονα με τον οποίο έχεις συγκρουόμενα συμφέροντα. Το αντίθετο. Η απουσία επικοινωνίας είναι συνταγή ατυχήματος. Το τηλέφωνο πρέπει να σηκώνεται ακριβώς για να μη φτάσουμε εκεί που κανείς δεν μπορεί να ελέγξει την εξέλιξη των πραγμάτων.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν οι δίαυλοι αυτοί παύουν να λειτουργούν ως μηχανισμοί αποσυμπίεσης και μετατρέπονται, σιωπηρά, σε υποκατάστατο διαπραγμάτευσης, μέχρι να οδηγήσουν σε αυτή. Όταν η επικοινωνία δεν αφορά πια την αποτροπή της εκτροπής, αλλά την εξοικείωση με μια αμφισβήτηση. Όταν, χωρίς να το ομολογούμε, συνηθίζουμε την ιδέα ότι όλα μπορούν να μπουν στο τραπέζι.

Στην περίπτωση της Τουρκίας, αυτή η διάκριση δεν είναι θεωρητική. Είναι υπαρξιακή.

Δεν μιλάμε για έναν απλώς δύσκολο συνομιλητή. Μιλάμε για ένα κράτος που αμφισβητεί ευθέως την κυριαρχία μας. Που εισήγαγε μονομερώς τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών», αμφισβητώντας σύνορα τα οποία έχει υπογράψει ως οριστικά. Που διατηρεί επί δεκαετίες επίσημη απειλή πολέμου αν ασκήσουμε δικαίωμα το οποίο απορρέει ευθέως από το διεθνές δίκαιο (UNCLOS). Που παραβιάζει συστηματικά τη Συνθήκη της Λωζάνης την ίδια στιγμή που την επικαλείται επιλεκτικά και συνήθως διαστρεβλώνοντάς την.

Η Τουρκία δεν παραβιάζει τη Λωζάνη σε ένα μόνο σημείο. Την υπονομεύει δομικά. Παραβίασε το ειδικό καθεστώς της Ίμβρου και της Τενέδου, εξαλείφοντας στην πράξη τον ελληνικό πληθυσμό που όφειλε να προστατεύει. Παραβίασε τις πρόνοιες για τις μειονότητες, καταπατώντας περιουσίες, δικαιώματα και θεσμούς, μην ξεχνάμε το pogrom. Αμφισβήτησε την ίδια τη λογική των οριστικών συνόρων, ανοίγοντας ζητήματα εκεί που το διεθνές δίκαιο τα είχε κλείσει.

Την ίδια στιγμή, επικαλείται τη Συνθήκη των Παρισίων του 1947 για τα Δωδεκάνησα, παρότι δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος. Δεν υπέγραψε τη Συνθήκη. Δεν δεσμεύεται από αυτήν. Και όμως, τη χρησιμοποιεί πολιτικά, επιχειρώντας να επιβάλει ερμηνείες που δεν έχουν καμία βάση. Αυτό δεν είναι νομικό επιχείρημα. Είναι εργαλειοποίηση.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο διάλογος χωρίς σαφείς όρους δεν είναι ένδειξη ωριμότητας. Είναι σταδιακή αποδοχή του αφηγήματος αυτού που λειτουργεί ως ισχυρότερος. Και εδώ χρειάζεται μια κρίσιμη διόρθωση. Η Τουρκία δεν είναι κατ’ ανάγκην ο ισχυρότερος. Δεν υπερέχει θεσμικά. Δεν υπερέχει νομικά. Δεν υπερέχει σε αξιοπιστία αναφορικά με το Διεθνές Δίκαιο. Λειτουργεί όμως ως τέτοια, γιατί της επιτρέπεται να το κάνει.

Η ισχύς στη διεθνή πολιτική δεν είναι μόνο η στρατιωτική. Είναι και το ποιος ορίζει το πλαίσιο της συζήτησης. Όταν συνομιλείς χωρίς να επαναφέρεις διαρκώς τις παραβιάσεις του άλλου, τις κανονικοποιείς. Όταν αποφεύγεις να τις θέτεις μετ’ επιτάσεως στην Ευρώπη, επιτρέπεις την πολιτική των ίσων αποστάσεων. Όταν μιλάς για «θετικό κλίμα» χωρίς να κατονομάζεις το πρόβλημα, εκπαιδεύεις τους τρίτους να θεωρούν την αμφισβήτηση φυσιολογική.

Και εδώ φτάνουμε στο πιο επικίνδυνο σημείο. Δεν μπορείς να διαπραγματεύεσαι αυτό που οφείλεις να ασκήσεις μονομερώς. Τα χωρικά ύδατα δεν είναι αντικείμενο συναίνεσης. Είναι κυριαρχικό δικαίωμα. Η μερική άσκησή τους δεν είναι συμβιβασμός. Είναι αυτοπεριορισμός. Και κάθε αυτοπεριορισμός, όταν δεν επιβάλλεται από το δίκαιο αλλά από τον φόβο της αντίδρασης του άλλου, γίνεται προηγούμενο.

Το τηλέφωνο, λοιπόν, πρέπει να σηκώνεται. Αλλά μόνο για έναν λόγο. Για να μην εκτραχυνθεί η κατάσταση. Όχι για να συνηθίσουμε την αμφισβήτηση. Όχι για να βαφτίσουμε την πίεση «διάλογο». Όχι για να αφήσουμε τον άλλον να λειτουργεί ως ισχυρός επειδή εμείς διστάζουμε να λειτουργήσουμε ως κυρίαρχοι.

Η ειρήνη δεν χτίζεται με σιωπές. Χτίζεται με όρια. Και όρια χωρίς ρητή υπενθύμιση του δικαίου, δεν είναι όρια. Είναι η βεβαιότητα του άλλου, της Τουρκίας εν προκειμένω, ότι θα πας λίγο πιο πίσω. Κάθε φορά.

Με αυτούς λοιπόν θα συζητήσουμε συνολικά για το Αιγαίο;

Με ένα κράτος που αμφισβητεί σύνορα τα όποια υπέγραψε, που απειλεί με πόλεμο την άσκηση νόμιμου δικαιώματός μας, που παραβιάζει συστηματικά τη Συνθήκη της Λωζάνης και επικαλείται επιλεκτικά συνθήκες στις οποίες δεν είναι καν συμβαλλόμενο μέρος;

Έχουμε πράγματι κάτι να συζητήσουμε;

Όχι.

Δεν συζητάς αυτά που σου ανήκουν.

Τα ασκείς.-

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.