Αριστεροσύνη, αλλοφροσύνη και Ρωμιοσύνη
Γράφει ο
Η βαρέως καταθλιπτική κοινωνία ημών των Ελλήνων σημειώνει τα νευρωτικά ξεσπάσματά της στον κόσμο το ψηφιακό των Ζουκ και Μασκ. Η νεκροζώντανη ανθρωπομάζα ,όπως την κατέστησε η πολιτική της Αλλαγής, της Ηθικής και ,στα πίσω-πίσω, της Αριστείας, ευνουχισμένη σωτήρων και αυτών, ακόμα, των πρόστυχων οραμάτων της πλατινένιας τριακονταετίας ‘80-’00, απέμεινε με το ψυχοκτόνο άστυ των Αθηνών και το τον επί ξηρού ακμής, άνευ πλούτου φιλοτομαρισμό. Το διαδίκτυο είναι η κάποια λύσις των αποστερημένων φωνής και της αποστειρωμένης ψυχής.
Τα τελευταία πέντε χρόνια εξεμέτρησαν το ζην τίνες των μετρημένων κιόνων που οριοθετούσαν τον πνευματικό σηκό της ύστερης Νεοελλάδας, μετά του τελευταίου εστεμμένου της χώρας . Αφού πραγματικότητα είναι ό,τι βλέπουμε στη μικρομεσαία οθόνη, κάποιοι σίγησαν με το βόμβο του κουνουπιού όπως οι ποιητές Ντίνος Χριστιανόπουλος και Κική Δημουλά (2020), ο θεατρικός κριτικός-μεταφραστής Κώστας Γεωργουσόπουλος (2024), άλλοι με το σούσουρο της κοροϊδευτικής (αριστεροφιλελεύθερη τρομάρα τους) κακεντρέχεια ο φιλόσοφος Χρήστος Γιανναράς (2024) ενώ με κανονιοβολισμούς χθαμαλού σνομπισμού κι επιθανάτιας εχθροπάθειας εστάλη ο Διονύσης Σαββόπουλος.
Στο επίδικο τοποθετώ τους μεγαλόστομους δημοσιολογούντες , που επηρεάζουν διάφορες μικρομάδες, των ιδρυματικών δασκάλων, πολιτικών κεφαλών, προσωπικοτήτων του Metaverse. Οι αλυχτούντες, αυτοί που ‘’δε ξεχνούν-δε συγχωρούν’’. Οι σπαθοφ(λ)όροι του επιθανάτιου ρόγχου και του πλεονάζοντος ανθρωπισμού, που ξεδιπλώνουν τις Dies Irae.
O εκλιπών Διονύσης Σαββόπουλος μεταστοιχείωσε την ποικίλη ελληνική κουλτούρα σε σύνολο οργανικό, ως υπερκοινοτάρχης Ρωμιών : ηπειρώτικα κλαρίνα, τσαμπούνα Μακεδονίας, νησιώτικα πελάγων και λαϊκή μουσική πάσης Ελλάδος. Τούτο το ‘’καλόν κι ωραίον’’ υπεδέχθη το εξωτικό ροκ και το έκανε να ανθίσει σε μία νέα καλλιτεχνική πρόταση – έτερος αοίδιμος είχε τραγουδήσει ότι ‘’το ροκ το ελληνικό είναι ζεϊμπέκικο/ δική μας σκάλα για δικό μας ουρανό’’*…
Δυστυχώς, ή αδιαφόρως, για τον ίδιο, μετέσχε, απεχώρησε, υβρίσθη και εμπινελικώθη από την ελληνική Αριστερά- όπως κι αν κομματικά μετουσιώνεται, εκπροσωπείται και γενικώς κινείται. Ο κοινοβουλευτικός Σοσιαλισμος είχε τις υποχρεώσεις τις ανειλημμένες κατά την εξόδιο ακολουθία, όπως και την εύλογη επιθυμία να αποφεύγει συμφωτογράφηση με τον αντιδημοφιλή κι επί τα χείρω αποδομούμενο Πρωθυπουργό.
Ψευδοπροδομένη κι αληθώς υποκρίτρια, η αριστερά πτέρυξ, πολύ προτού το σαββοπουλικό άνοιγμα προς τους ‘’Μνημονιακούς’’(είμαστε όλοι) και τους ‘’φιλελεδοδεξιούς’’ ( ε, όχι κι όλοι), δε συν-εχώρησε το ‘’Κούρεμα’’ στο φίνις του ‘80- όνομα κι έργο. Ο ομώνυμος δίσκος, με τον κειρόμενο καλλιτέχνη στο εξώφυλλο, σήμανε τη φυγή από τη συζυγική εστία. Μπροστά στο modus vivendi του σώγαμπρου, έπραξε το πανουσικό ‘’δε θα πάρω άλλο /φχαριστώ /δεν είμαι φίλος’’ . Τελούσα ως ύπατος αρμοστής των χρηστών ηθών, η παράταξη έχριζε τα κατά Σαββόπουλο ‘’τραγούδια με υψωμένη γροθιά’’ και καταδίκαζε την τέχνη ή διανόηση που δεν τηρούσε τα κριτήρια των σκέψεων και των βιβλίων της (βλ. το κατευόδιο Γιανναρά, ωσάν να επρόκειτο για ακαδημαϊκή Ελένη Λουκά ).
Το κοχλάζον μένος που ξεχειλίζει στις παρυφές των λέξεων επιτείνεται από τη μύγα που μυγιάζει και το σύμπλεγμα ανω-κατωτερότητας στο οποίο περιήλθε τα τελευταία δέκα χρόνια. Ο τροβαδούρος που έδωσε μορφή στα ελληνικά νάμματα για να δώσει Λόγο σε εκείνους που ‘’δεν μπορούσαν να βγάλουν ούτε δίπλωμα οδήγησης’’, στους ‘’πολίτες δεύτερης κατηγορίας’’, την εποχή που ‘’είχε τίμημα να είσαι Αριστερός’’ ,μετέστη αυτός και το κοσμοείδωλό του.
Και στο τέλος ; Στο τέλος , ξώμειναν τα υποτιμητικά σχόλια, το αίσθημα της εκδίκησης με τη δρυ πεσούσα και ο παλαιόθεν διδαγμένος στα σπίτια μας, τις οικογένειές μας σεβασμός στον τεθνεώτα, τελετουργικώς ξηλώνεται και γαυγίσματα συναγωνίζονται για τη σύληση της τιμής του .
Αν και χωρίς νέα δημιουργία, οι ζωντανές εμφανίσεις και, τολμώ να πω, οι συνεντεύξεις του -ειδικά της παραγωγικής περιόδου- ήταν βάλσαμο ενός Νοήματος ριζικά δια-φορετικού, με αξιώσεις πνευματικότητας ζωής , χωρίς να χάνει τη σαρκικότητα του καθημερινου- αλλιώς, μακρυα από τη θολή κουλτούρα.
Μεγαλοαθλητικογράφος, σεσημασμένος παραταξιακός, εργαζόμενος κάθε Κυριακή σε μεγαλοκάναλο προς ανεξάρτητη ενημέρωση ανήρτησε τη θέση του, ότι <<αποχαιρετησαμε το Νιονιο, όταν έβγαλε τα τραπεζάκια του εξω» -όπερ, ο θρυλικός δίσκος του (Τραπεζακια εξω ,1983) που ορθοτομ-όπεην ελληνικοτητα όχι πατριωτικά αλλα βιωματικά («Το τσαμικο>>), ένα ηχογραφημένο λαϊκό «πανηγύρι>> (Ας κρατήσουν οι χοροί>>).
Αδυνατούμε να υπο-λογίσουμε το μέγεθος της ποιότητας, μιας και κάνουμε χρηση της ατομικής μας, αυτοτελούς μεζουρας , που τείνει στον πληθωρισμο της μετριότητας και την υποτίμηση της αξίας.
Κοινωνία χωρίς κοινά κριτήρια αξιολόγησης δεν προώρισται δια να ζήση. Ιδεολογίες-ιδεολογείτσες, με τις υγείες σας!..
Μεχρι τοτε, ας κρατήσουμε το βλέμμα στον κοινό ορίζοντα των δυνατοτήτων και των αντιπάλων και ισως «μια θάλασσα μικρή» «να μας πάρει μακρυά».

