Το ευρωπαϊκό πολιτικό κλίμα κατά την έναρξη της Επανάστασης του 1821

Γράφει ο Βαγγέλης Αντωνιάδης

Είναι προφανές πως για να γίνει κατανοητή σε όλες της τις διαστάσεις η εξωτερική πολιτική της επανάστασης του 1821 πρέπει να αναλυθεί κάτω από το πρίσμα του ευρύτερου διεθνοπολιτικού πολιτικού περιβάλλοντος της εποχής και με έμφαση στις ευρωπαϊκές πολιτικές εξελίξεις της περιόδου.

Αρχικά είναι απαραίτητο να εξετάσουμε ποιο ήταν εκείνη την περίοδο το πολιτικό κλίμα στην Ευρώπη.

Παράλληλα είναι απαραίτητο να αναλυθούν οι επιδιώξεις και οι σχέσεις των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων.

Ταυτόχρονα οφείλουμε να συνυπολογίσουμε τις μεθόδους με τις οποίες κινήθηκαν οι Ελληνες προκειμένου να εξασφαλίσουν την αναγνώριση και την στήριξη των μεγάλων δυνάμεων που έφτασε στην στρατιωτική επέμβαση με την ναυμαχία του Ναυαρίνου και την απόβαση στον ελληνικό χώρο γαλλικού εκστρατευτικού σώματος 14.000 ανδρών υπό την ηγεσία του εμπειροπόλεμου στρατηγού Maizon.

Τέλος είναι απαραίτητο να καταγραφούν οι υπόλοιποι παράγοντες αλλά και η αλληλουχία γεγονότων που επηρέασαν τις σχέσεις των Ελλήνων επαναστατών με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, στην πορεία του πολέμου της ελληνικής ανεξαρτησίας, καθώς όλα αυτά τα στοιχεία διαπλέκονται μεταξύ τους θεματικά και χρονικά διαμορφώνοντας εκείνη την κομβική ιστορική περίοδο ένα πολυσύνθετο πολιτικό περιβάλλον.

Πιο συγκεκριμένα μετά την τελική ήττα του Ναπολέοντα, οι μονάρχες της Ευρώπης και το σύνολο των συντηρητικών δυνάμεων της εποχής, επικαλέστηκαν την αρχή της νομιμότητας επαναφέροντας στους θρόνους τους όλους τους έκπτωτούς βασιλείς, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα την εγκαθίδρυση απολυταρχικών, συντηρητικών και αντιδραστικών καθεστώτων.

Με την παλινόρθωση επικράτησε η παλιά φεουδαρχία και γενικά αυταρχικές δυνάμεις, που προωθούσαν την δίωξη των φιλελεύθερων ιδεών. Αυτές θεωρήθηκαν απειλή για το status gvo, ακόμα και όταν προβαλλόταν ως αίτημα για την εθνική απελευθέρωση. Όσοι συνασπιζόταν για να διεκδικήσουν εθνική ελευθερία όπως οι Καρμπονάροι της Ιταλίας ή το αίτημα της λαϊκής χειραφέτησης όπως οι Γιακωβίνοι θεωρούνταν αυτόματα εχθροί του καθεστώτος.

Καρμποναρισμός και Γιακωβινισμός αποτελούσαν ιδέες μιάσματα που καταδιωκόταν αμείλικτα από τις αντιδραστικές κυβερνήσεις.

Για να εξασφαλίσουν την διαιώνιση της εξουσίας τους οι Ευρωπαίοι μονάρχες συγκρότησαν το 1815 την ιερή συμμαχία που βασική επιδίωξη της ήταν η ένοπλη καταστολή κάθε φιλελεύθερου κινήματος σε όποια περιοχή της Ευρώπης και αν αυτό εκδηλωνόταν. Παράλληλα συμφώνησαν να συναντιούνται περιοδικά για να ανταλλάσουν απόψεις για την πορεία της συμμαχίας και την πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη. Κυριότερος εκφραστής αλλά και οργανωτής αυτής της αντιδραστικής πολιτικής υπήρξε για πολλά χρόνια ο Καγκελάριος της Αυστρίας Μέτερνιχ, (Klemens Lother, Wenrel, πρίγκηπας του Metternich, 1773-1859) γι αυτό και ολόκληρη εκείνη η ιστορική περίοδος στην ευρωπαϊκή ιστοριογραφία συνδέεται στενά ή ακόμα και αναφέρεται με το όνομα του.

Οι ηγέτες της Ιερής Συμμαχίας είχαν πραγματοποιήσει δύο συνόδους πριν την ελληνική επανάσταση. Η πρώτη στο Καρλσμπαντ ( Karlsband) το 1819 για λόγους οργάνωσης και μεθοδολογίας της συμμαχίας και στο Τροπάου της Σιλεσίας το 1820 με θέμα την καταστολή μείζονων εξεγέρσεων που εκδηλώθηκαν στην ιβηρική και την ιταλική χερσόνησο. Το συνέδριο του Τροπάου, διακόπηκε λόγω των έντονων διαφωνιών και συνεχίστηκε λίγους μήνες αργότερα, τον Ιανουάριο του Λάυμπαχ πόλη που βρισκόταν στην επικράτεια της Αυστρουγγαρίας, σημερινή Λιουμπλιάνα.

Σ’ αυτό το συνέδριο οι Ευρωπαίοι ηγεμόνες ενημερώθηκαν για την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης για την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και μετά από ασφυκτική πίεση του Μέτερνιχ, ο Τσάρος Αλέξανδρος ο Α αποκήρυξε το κίνημα του υπασπιστή του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Προς στιγμήν ο Αυστριακός Καγκελάριος φάνηκε να κερδίζει την διπλωματική μάχη, όμως στο συνέδριο του Λάυμπαχ απότυχε να επιβάλλει κοινή στρατιωτική επέμβαση των κρατών της ιερής συμμαχίας για την καταστολή των δύο ελληνικών επαναστάσεων. Καθώς οι ηγέτες της ιερής συμμαχίας συνυπολόγιζαν τις δικές τους βλέψεις.

Στην νευραλγική περιοχή των Βαλκανίων και της ανατολικής Μεσογείου και την ισχυρή πιθανότητα ένα νέο ελληνικό κράτος να διευκόλυνε ή ακόμα και να ενίσχυε την εκεί παρουσία τους, αλλά και την πιθανότητα εσωτερικών αντιδράσεων που θα προκαλούσε μία στρατιωτική επέμβαση σε βάρος των Ελλήνων καθώς ο φιλελληνισμός είχε επικρατήσει στην κοινή γνώμη των κρατών τους. Ενώ η επέμβαση εναντίον ενός υπό κατοχή χριστιανικού έθνους και υπέρ ενός ισλαμικού χαλιφάτου όπως ήταν τυπικά και ουσιαστικά η οθωμανική αυτοκρατορία, θα οδηγούσε τους Ευρωπαίους ηγεμόνες σε τροχιά σύγκρουσης με τις διοικήσεις, τον κλήρο και τους πιστούς των εκκλησιών της δυτικής Ευρώπης ακόμα και αν αυτοί ήταν πιστοί άλλων χριστιανικών δογμάτων.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.