Θέαμα ακατάλληλο για ανήλικες κοινωνίες

Ηταν θέμα χρόνου να γίνει θέαμα ακατάλληλο για ανήλικες κοινωνίες. Για κοινωνίες που δεν έχουν μάθει ακόμα να διαχειρίζονται το θυμικό τους, που απολαμβάνουν τα στερεότυπα, αδιαφορούν για τους νόμους και στήνουν λαϊκά δικαστήρια καταπατώντας κάθε έννοια προσωπικών δεδομένων.

Γράφει η Δέσποινα Κονταράκη

Μια κοπέλα κατήγγειλε το βιασμό της και ακολούθησε αυτό που ακολουθεί πάντα: Αχρείαστα, προσβλητικά και άνευ σημασίας σχόλια, βγαλμένα από το χρονοντούλαπο της Ιστορίας. Γιατί βρέθηκε εκεί, δεν σκέφτηκε πριν πιει, γιατί χτενίστηκε πριν δώσει συνέντευξη. Λες και πρέπει να δώσει λογαριασμό πώς διασκεδάζει ή να μείνει άπλυτη πριν βγει στο γυαλί για να ικανοποιήσει το ηθικό και αισθητικό στερεότυπο της ατιμασθείσας θυγατέρας που έκανε πάταγο στις ταινίες του ’60.

Είμαστε στο 2021 και καμία γυναίκα δεν χρειάζεται να λογοδοτήσει για τα ρούχα που φοράει, τον τρόπο που διασκεδάζει ή σκέφτεται. Εχουν γίνει πολλοί αγώνες για την κατάκτηση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης και για την εκπαίδευση της κοινωνίας των πολιτών ώστε να μην ανέχεται υπονοούμενα που μετατρέπουν το θύμα σε θύτη.

Εχει χυθεί πολύ μελάνι για την υποστήριξη των θυμάτων σεξουαλικής βίας και κακοποίησης για να καταλάβουν κάποιοι πως όταν μια κοπέλα, όταν ένα αγόρι, λέει όχι, η άρνηση πρέπει να γίνεται σεβαστή.

Ο βιασμός και η κάθε είδους σεξουαλική κακοποίηση, η κατάχρηση εξουσίας διά της σωματικής ή οικονομικής ισχύος και η εκμετάλλευση ατόμου που βρίσκεται σε εμφανή αδυναμία αντίδρασης αποτελούν ποινικά αδικήματα, για τα οποία η μόνη αρμόδια να αποφανθεί είναι η Δικαιοσύνη.

Ωστόσο οι υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης ή εκμετάλλευσης αποτελούν από τις πιο πολύπλοκες νομικά υποθέσεις, καθώς συνήθως δεν έχουν μάρτυρες ούτε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία και πολλές φορές τα θύματα τελούν υπό καθεστώς φόβου. Την ίδια στιγμή όμως, και ορθώς, το σύγχρονο αξιακό νομικό σύστημα θέτει αυστηρά όρια που προστατεύουν τα προσωπικά δεδομένα και το τεκμήριο της αθωότητας και των δύο πλευρών.

Κανείς δεν πρέπει να διασύρει το πρόσωπο που καταγγέλλει, κανείς δεν μπορεί να καταδικάζει τον καταγγελλόμενο χωρίς αποδείξεις. Πρόκειται για μια δύσκολη εξίσωση που λύνεται μόνο στα δικαστήρια με σεβασμό στις διαδικασίες, στους νόμους και με διαφύλαξη της αξιοπρέπειας των θυμάτων.

 

*Η Δέσποινα Κονταράκη είναι αρχισυντάκτρια του Ελεύθερου Τύπου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.